Georgios Vizyinos (Greek: Γεώργιος Βιζυηνός) was a Greek prose writer and poet, one of the most significant figures of Greek literature. He was born Georgios Syrmas in Vizyi, Eastern Thrace, on March 8, 1849. He was sent at a young age by his parents to Constantinople to become a clothesmaker but instead chose to study first religion and later literature.
In 1873, he published his first collection of poems "Ποιητικά πρωτόλεια". The following year, Vizyinos published his epic poem "Codrus". His third collection was originally entitled "Ares-Mares-Koukounares" but later re-titled "Breezes of the Bosphorus". All three works received awards for poetry.
In 1883, Vizyinos started writing in prose. In a span of merely fifteen months (1883 - 1884) he wrote and published five short novels in the magazine Hestia, thus opening the way for a new literary form and at the same time demonstrating unique thematic, narrative and structural inventiveness. The short stories "Who was my Brother’s Murderer?", "The only Voyage of his Life", "The Consequences of an Old Story" and "Moskov-Selim" deal with the controversial subject of relations and the terms of coexistence among Greeks, Slavs and Turks in the Balkans, as well as the dialogue between the Greeks of Greece and the Greeks of the Ottoman Empire and the Diaspora, and also between Europe and modern and ancient Hellenism. The symbolic function of language and the self-referring function of literature are reflected mainly in the short stories "Between Piraeus and Naples" and "The only Voyage of his Life". Vizyinos was forced to work as a high school teacher following the death of his chief mentor, Georgios Zarifis in 1884.
In 1892, he was stricken with mental illness and was admitted to Dromokaitios asylum, near Athens. He died there four years later on April 15, 1896.
Το διάβασα διότι ήταν στην ύλη ενός μαθήματος Λογοτεχνίας που είχα να δώσω στη σχολή μου. Το ξεκίνησα με χαρά γιατί απολαμβάνω τη γραφή του Βιζυηνού, το τελείωσα με κλάμα, γιατί με συγκίνησε πολύ βαθιά. Από τα αγαπημένα μου διηγήματα.
Φαινομενικά πιο απλό σε σύγκριση με άλλες του απόπειρες. Βασικό θέμα είναι η δύναμη της φαντασίας ως διέξοδος από τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Ο αφηγητής ανταπεξέρχεται στις κακουχίες του που αντιμετωπίζει ως μαθητευόμενος ράφτης αντλώντας θάρρος από τις ιστορίες που του έχει αφηγηθεί ο παππούς του, σύμφωνα με τις οποίες τον περιμένει ένας βασιλικός γάμος, καθώς οι βασιλοπούλες έχουν αδυναμία στα ραφτόπουλα. Η αποδόμηση αυτής της εικόνας πραγματοποιείται με την είδηση ότι "ο παππούς παλεύει με τον άγγελο", οπότε και το ραφτόπουλο τον επισκέπτεται για μία τελευταία φορά. Σε αυτή την συνάντηση μαθαίνει ότι όλες οι ιστορίες που του έχει αφηγηθεί ο παππούς του είναι προϊόν της φαντασίας του και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς η γιαγιά ήταν αυτή που ταξίδευε σε κάθε ευκαιρία που παρουσιαζόταν. Εν τέλει, ο παππούς έκανε το μόνο ταξίδι το οποίο κανείς δεν μπορεί να αποφύγει, ούτε και κάποιος άλλος μπορεί να πάει στη θέση του. Για άλλη μια φορά χρησιμοποιείται από τον Βιζυηνό η τεχνική της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, χωρίς όμως το πρόσωπο που αφηγείται να είναι το κεντρικό πρόσωπο (αντίστοιχα και στο Αμάρτημα, στο Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και στον μοσκώβ-σελήμ, όπου η τελική αφήγηση-αποκάλυψη γίνεται από άλλο πρόσωπο). Αξιόλογο σημείο είναι η επιστροφή στο χωριό, η οποία συνοδεύεται από φοβερούς εφιάλτες, που καταφέρνουν να μεταδώσουν την ταραχή και την ένταση στον αναγνώστη. Το συναίσθημα που κυριαρχεί καθώς η αφήγηση οδηγείται στην αποκάλυψη είναι η μελαγχολία και τελικά η συντριβή για την επικράτηση του πραγματικού έναντι του φανταστικού. Συνολικά, 4/5.