Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (English: Andreas Karkavitsas) υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές και ανήσυχες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένας συγγραφέας που κατάφερε να αποτυπώσει με μοναδική δύναμη τη ζωή, τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της ελληνικής κοινωνίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Γεννημένος το 1865 στα Λεχαινά της Ηλείας, μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η λαϊκή παράδοση, οι ιστορίες της υπαίθρου και οι καθημερινοί αγώνες των ανθρώπων διαμόρφωσαν από νωρίς τη ματιά και την ευαισθησία του. Αν και ακολούθησε σπουδές ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως στρατιωτικός γιατρός, η λογοτεχνία ήταν πάντοτε η μεγάλη του αγάπη και το μέσο μέσα από το οποίο εξέφραζε τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές του ανησυχίες. Κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων ήρθε σε επαφή με σημαντικούς λογοτέχνες και διανοούμενους της εποχής, ενώ άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και λαογραφικά κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Οι εμπειρίες του από τις μεταθέσεις του ως στρατιωτικού γιατρού, αλλά και τα πολυάριθμα ταξίδια του με πλοία της ακτοπλοΐας, του έδωσαν την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τη ζωή των ναυτικών, των αγροτών, των εργατών και των ανθρώπων του περιθωρίου. Αυτές οι εμπειρίες τροφοδότησαν το έργο του και χάρισαν στα κείμενά του αυθεντικότητα, ζωντάνια και βαθιά κοινωνική παρατήρηση. Ο Καρκαβίτσας θεωρείται ένας από τους τρεις μεγάλους εκπροσώπους της ελληνικής ηθογραφίας, μαζί με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Γεώργιο Βιζυηνό. Ωστόσο, ξεχώρισε ιδιαίτερα για τη νατουραλιστική του ματιά και για τον τρόπο με τον οποίο ανέδειξε τις σκοτεινές πλευρές της ελληνικής επαρχίας. Στα έργα του δεν παρουσιάζει έναν εξιδανικευμένο κόσμο· αντίθετα, φωτίζει τη φτώχεια, τη δεισιδαιμονία, τη βία, την κοινωνική αδικία και τον σκληρό αγώνα για επιβίωση. Το κορυφαίο του μυθιστόρημα, «Ο ζητιάνος», αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας και μια αιχμηρή κοινωνική τοιχογραφία της εποχής. Εξίσου σημαντική είναι και η συλλογή διηγημάτων «Λόγια της πλώρης», όπου η θάλασσα και οι άνθρωποί της ζωντανεύουν μέσα από γλώσσα ποιητική αλλά και βαθιά ρεαλιστική. Παράλληλα με τη συγγραφική του πορεία, συμμετείχε ενεργά στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής του, υποστηρίζοντας το δημοτικιστικό κίνημα και αγωνιζόμενος για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και τη λογοτεχνία. Η γραφή του, γεμάτη δύναμη, λαϊκό χρώμα και παραστατικότητα, θεωρείται μέχρι σήμερα υπόδειγμα δημοτικής πεζογραφίας. Παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας και τη μακρόχρονη μάχη του με τη φυματίωση, συνέχισε να γράφει και να προσφέρει μέχρι το τέλος της ζωής του. Πέθανε το 1922, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που εξακολουθεί να συγκινεί και να θεωρείται θεμελιώδες για την κατανόηση της νεοελληνικής κοινωνίας και λογοτεχνίας.
Απ’ όταν διάβασα το Ζητιάνο, ο Καρκαβίτσας και η καθαρά προσωπική γραφή του που συνδυάζει τη ντοπιολαλιά με την καθαρεύουσα της Αθήνας της εποχής του και με μια καθομιλουμένη πολύ κοντινή στη δική μας, αλλά πολύ προσωπική για να μπορεί να ανήκει σε άλλον, μου έκαναν τεράστια εντύπωση.
Η συγκεκριμένη συλλογή μου άρεσε αρκετά. Οι παλιές αγάπες δεν αφορούν όλες ερωτικές ιστορίες, αλλά περισσότερο είναι συνδυασμός ανθρωποπαρατήρησης, εθίμων, ψυχολογικής σκιαγράφησης και αταβιστικών στοιχείων που αναδίδουν την ομοιογένεια του ανθρώπου με το βασίλειο της φύσης και των ζώων γύρω του.
Αλλού υπάρχει το στοιχείο του χιούμορ και του ευτράπελου κι αλλού αυτή η βαρβαρότητα που δε γίνεται αντιληπτή ως τέτοια, αλλά περισσότερο ως δραματικό στοιχείο, γιατί ανάγει το πρόβλημα της συμπεριφοράς προς τους άλλους, με την αγαρμπιά και την αψηφισιά με την οποία αντιμετωπίζεται η γυναίκα, ή το σύνολο, σε αυστηρά ατομικό ζήτημα, που μπορεί να ενισχύεται απ’ τους παλιούς τρόπους αναγνώρισης της θέσης των άλλων, πάντα όμως υπάρχει από κάτω ο ίδιος ο άνθρωπος, που είτε τους αναγνωρίζει ως ανθρώπους και άρα ισάξιους, είτε μένει ανυποχώρητος σε μια διαστρεβλωμένη φιλαυτία που κι αυτή ενισχύεται απ’ τις αντιλήψεις για τη ρώμη και την ικανότητα μιας άλλης εποχής.
Η σκιά του Τούρκου κοινή συνισταμένη των περισσοτέρων ιστοριών, λιγότερο ως μπαμπούλας και περισσότερο ως ένα στενό όριο που δεν επιτρέπει την έξοδο απ’ τη σκηνή και άρα όλοι οι χαρακτήρες μένουν εγκλωβισμένοι στις ίδιες σκηνές, ώσπου να αλλάξει κάτι στους ίδιους. Κι έτσι φωτίζονται γεγονότα σε ένα μικρόκοσμο, που τίποτα δεν τον διαχωρίζει από κάθε άλλον, με τα μικροσυμφέροντα και τις κρυφές βλέψεις και την ασυδοσία πάνω στα δικαιώματα των άλλων, είτε πρόκειται για τη γυναίκα, τα παιδιά, τη γη, την πατρίδα.
Η πατρίδα είναι ο αφανής ίσκιος πάνω απ’ τον Τούρκο που ουσιαστικά περιμένει να ανατείλει το φιντάνι που θα σταθεί στις μύτες των ποδιών του και θα κοιτάξει τον ‘’εχθρό’’ στα μάτια και θα τον ξεπεράσει. Κι αυτός ο εχθρός δεν είναι ποτέ ο Τούρκος, αλλά ο εαυτός.
O ήλιος τινάζει τις αχτίνες του ζωοπάροχες στην πλάση κι ὁ ουρανός χρυσογάλαζος απλώνεται με στοργή απεριόριστη. Και κείθε περ' από το ρέμα, μέσα στο χωριό, γέλια και χαρές ακούγονται παντού, παιδιά γυμνοπόδαρα τρέχουν στα νερά και λυγερές χεροπιασµένες χορεύουν στις αυλές και στις ταβέρνες, τα παλληκάρια τραγουδούν τη ζωή και τα νιάτα τους ασυλλόγιστα.
Ὁ Χάρος τα είδε όλα και χαμογέλασε.
Κινηματογραφική σκηνή. Χαμόγελο του Al Pacino, στροφή της γλώσσας στα χείλη, στο Devil’s Advocate.
Ω αγία αφέλεια. Η άγνοια, η χαρούμενη γαλήνη, η νηνεμία πριν την απόλυτη καταστροφή.
Οι ήρωες του Καρκαβίτσα είναι απλοί, τυπικοί ή γραφικοί άνθρωποι της ελληνικής επαρχίας που η περιορισμένη μικρή ζωή και δράση τους βρίσκεται κάτω από την σκιά κάτι μεγαλύτερου. Του πολέμου, της πατρίδας, της φύσης, της μοίρας, θεού, του θανάτου. Ιδίως αυτού. Του Χάρου.
Και όταν ακόμη έχουν την αντίληψη αυτού του «μεγαλύτερου» οι άνθρωποι το αντιπαλεύουν με μόνα εφόδια την άγνοια, αμάθεια, την δεισιδαιμονία, την θρησκοληψία, την πρόληψη. Και κάποια άλλοι την πονηριά. Την διαβολιά!
Παλιές Αγάπες. Συλλογή διηγημάτων. Δεν έχει κάποιο ομότιτλο. Ούτε τα διηγήματα έχουν να κάνουν με αγάπες. Εκδόθηκαν το 1900. Είναι δεκαπέντε διηγημάτων ηθογραφικού και ιστορικού περιεχομένου της περιόδου 1885-1897. Κάποια, 2 ή 3, ομοιάζουν με παραμύθια.
Στην γλώσσα που χειρίζεται λαμπρά: την δημοτική. Που βοηθάει αφάνταστα τον σημερινό αναγνώστη.
Το σημαντικό όμως είναι ότι στα δεκαπέντε αυτά διηγήματα βρίσκουμε πρωτότυπες ιστορίες. Δεν καταγράφει ηθογραφικά ο Καρκαβίτσας. Αλλά επινοεί ιστορίες, τις σχεδιάζει με λογοτεχνική μαεστρία, τις μπολιάζει με λεξιλόγιο και λόγο ταιριαστό.
Και είναι και τολμηρός. Θαρραλέος στα θέματα αλλά και στις ιδέες.
-Τι είσαι λοιπόν εσύ; Δεν είσαι πλάσμα του Θεού! - Πλάσμα του θεού; όχι. Είμαι πλάσμα ανώτερο. Είμαι το μεγαλύτερο και το πιο ευεργετικό μέσα στη Φύση. Εγώ την τρέφω και την ξανανιώνω και τη συντηρώ. Όλες οι γνωστές και άγνωστες υπάρξεις: πράματα, θάματα, ιδέες, κόσμοι, όσα κρατεί στους κόρφους της, από το άσβηστο καμίνι του στήθους μου περνούν, κ ενώ ρίχνονται γέρικες κι αφανισμένες, βγαίνουν άλκιμες και νεανικές, όπως ο γέροντας βασιλιάς από το μαγεμένο λεβέτι των θυγατέρων του. Τι μου τσαμπουνάς το Θεό σου ;. Και κείνος μέσ' από τα στέρνα μου θα περάσει μια μέρα, όπως περάσανε και τόσοι άλλοι θεοί, και τόσοι άλλοι ..