Η Ρωμιοσύνη (γραμμένη το 1945-47 και τυπωμένη πρώτη φορά το 1954 μέσα στην ευρύτερη συλλογή Αγρύπνια που περιέχει το έργο του ποιητή από το 1941 ως το 1953) είναι μια μεγάλη ποιητική σύνθεση χωρισμένη σε επτά μέρη-ενότητες. Στη σύνθεση αυτή ο ποιητής, συνδέοντας με τρόπο προσωπικό διάφορα στοιχεία της ιστορικής παράδοσης και ποικίλους εκφραστικούς τρόπους, μας δίνει ανάγλυφη τη μορφή της Ελλάδας και των ανθρώπων της στον αδιάκοπο αγώνα τους για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρωπιά.
Το ποίημα αποτελείται από επτά ενότητες: Η ενότητα Ι αναδεικνύει την αντιστοιχία, τη συνάρτηση του ήθους τοπίου και ανθρώπων και την εμμονή της αντίστασής τους. Ο χώρος και οι άνθρωποι πολιορκούνται από στεριά και θάλασσα, αλλά η πολιορκία αυτή αναιρείται από ένα θαύμα που εξακοντίζεται στον ορίζοντα. Η ενότητα ΙΙ αποδίδει εικόνες της Ρωμιοσύνης στην καθημερινότητά τους αλλά και στη διαχρονική τους σύνθεση. Εδώ το τοπίο καταυγάζεται από την αρχετυπική παρουσία της γυναίκας, την Παναγία "με τ’ αργυρά ματόκλαδα", που συνυπάρχει πολύ ανθρώπινα με την κόρη του πεταλωτή αλλά και την ορφική μητέρα, τη Λήδα, "που κλωσά τ’ αυγά του κεραυνού", τη Νιόβη, με τα "επτά σφαγμένα παλικάρια" της, τη Σολωμική ελευθερία, "που θα πάρει πάλι τ’ άρματα" και την Περσεφόνη που μοιράζει σπορά και γονιμότητα. Όλες αυτές οι γυναικείες μορφές συγκλίνουν στη μορφή της μητέρας Ελλάδας. Η ενότητα ΙΙΙ τονίζει ιδιαίτερα τη διαχρονικότητα της ρωμαίικης ζωής και τη διαρκή αγωνιστική ετοιμότητά της. Εδώ η ιστορία υφαίνεται μ’ ένα όνομα από τρεις χιλιάδες χρόνια μ’ έναν άγιο, με μια κόκκινη γοργόνα, αλλά και με την μυθική παρουσία του Προμηθέα σ’ ένα ανακυκλούμενο αιώνιο γίγνεσθαι. Η ενότητα ΙV περιγράφει την αγωνιστική πορεία, "δέντρο το δέντρο, πέτρα την πέτρα, πέρασαν τον κόσμο", και την άδοξη κατάληξή της, "και τούτοι μεσ’ τα σίδερα και κείνοι μεσ’ το χώμα", αλλά και την πεποίθηση για την τελική απολύτρωση. Η ενότητα V σκιαγραφεί το αίσθημα της καταστροφής και της ερήμωσης του μαρτυρικού τόπου αλλά και την προσδοκία της παλιννόστησης της ζωής. Τότε, "θα διαβάσουμε όλη την καρδιά τους" (των μαρτύρων της ελευθερίας)"σαν να διαβάζουμε από την αρχή την ιστορία του κόσμου". Η ενότητα VI αποδίδει παραστατικότερα την εφιαλτική πραγματικότητα του εμφύλιου σπαραγμού και του θανάτου αλλά και την επιμονή στη συνέχιση της ζωής και του αγώνα. Μόνο "για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος". Τέλος η VII ενότητα προβάλλει και πάλι την ταυτότητα του τόπου και των ανθρώπων, που μέσα από τη γνώση του θανάτου προχωρούν με περισσότερη σιγουριά προς τη ζωή και την αγάπη, πέρα από τους διαχωρισμούς του πολέμου.
Yiannis Ritsos (Greek: Γιάννης Ρίτσος) is considered to be one of the five great Greek poets of the twentieth century, together with Konstantinos Kavafis, Kostas Kariotakis, Giorgos Seferis, and Odysseus Elytis. The French poet Louis Aragon once said that Ritsos was "the greatest poet of our age."
Yannis Ritsos was born in Monemvassia (Greece), on May 1st, 1909 as cadet of a noble family of landowners. Born to a well-to-do landowning family in Monemvasia, Ritsos suffered great losses as a child. The early deaths of his mother and his eldest brother from tuberculosis, the commitment of his father who suffered with mental disease and the economic ruin of losing his family marked Ritsos and affected his poetry. Ritsos, himself, was confined in a sanatorium for tuberculosis from 1927–1931.
These tragic events mark him and obsess his œuvre. In 1931, Ritsos joined the Communist Party of Greece (KKE). During the Axis occupation of Greece (1941–1945) he became a member of the EAM (National Liberation Front), and authored several poems for the Greek Resistance. These include a booklet of poems dedicated to the resistance leader Ares Velouchiotis, written immediately upon the latter's death on 16 June 1945. Ritsos also supported the left in the subsequent Civil War (1946-1949); in 1948 he was arrested and spent four years in prison camps.
"Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. O δρόμος χάνεται στο φως κι o ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον άσβεστη του ήλιου. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα. Το μουλάρι κι o βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.
Η Ρωμιοσύνη είναι ένα από τα δύο έργα κλασικής, νεολληνικής λογοτεχνίας που καλούμαι να μελετήσω αυτό το εξάμηνο. Είναι από αυτά τα ποιήματα για το οποίο έχεις ακούσει πολλά, έχεις τραγουδήσει τους στίχους του σε μία σχολική γιορτή, αλλά θα πρέπει να φτάσεις στην ενήλικη ζωή για να εκτιμήσεις το διαχρονικό του μήνυμα. Ανεξαρτήτως από την προσωπική μου ερευνητική πορεία, δεν μπορώ παρά να θαυμάσω τη γλώσσα και το λυρισμό του συγγραφέα, ο οποίος μέσα από υπερρεαλιστικές εικόνες αποτυπώνει τον πόνο του πολέμου. Μολονότι, γράφτηκε και αναφέρεται στην τραγική δεκαετία του 1940, μπορεί να ταξιδέψει στο χρόνο και να περιγράψει επαρκώς τις επιπτώσεις μίας εμπόλεμης κατάστασης.
«Και την ώρα πού το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια στεναχώρια, τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ τα κάγκελα του μπαλκονιού, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του, μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων και των αδελφών.»
Ποιός θα σοῦ φέρει τώρα τὸ ζεστὸ καρβέλι μές στὴ νύχτα νὰ ταΐσεις τὰ ὄνειρα;
Ο Γιάννης Ρίτσος συνθέτει το ποίημα αυτό αμέσως μετά την τραγική εμπειρία της γερμανικής κατοχής και επιχειρεί να αποδώσει τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του ελληνικού λαού. Ο ασίγαστος πόθος των Ελλήνων για ελευθερία, οι συνεχείς μόχθοι του ελληνικού λαού, ο πόνος που έχει γίνει πια ένα με την ψυχή τους, αλλά και ο ακατάλυτος δεσμός τους με τον τόπο που κατοικούν αδιάκοπα για χιλιάδες χρόνια, είναι μερικές από τις θεματικές του ποιήματος.
The soul of Greece and of the struggles of the Greek people. I can' t imagine any Greek not having listened to the poems of Romiosini accompanied by the sounds of M. Theodorakis music!
Η ποιητική συλλογή 'Ρωμιοσύνη' του Γιάννη Ρίτσου, γραμμένη την διετία 1945-1947, τροφοδοτείται από το περιβάλλον της χρονικής περιόδου στην οποία τοποθετείται και γράφεται, συναρθρώνοντας την 'θυσία' που έχει προηγηθεί την περίοδο της Ναζιστικής κατοχής της χώρας με την παρουσία στα πεδία των μαχών των μαχητών του 'Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος' (ΔΣΕ). Άρα, μπορούμε να αναφέρουμε ό,τι η 'Ρωμιοσύνη' εξελίσσεται στον ιστορικό χρόνο, με τον ποιητή να χρησιμοποιεί μοτίβα παράδοσης (κάτι που απαντάται και στον 'Επιτάφιο') για να προσδιορίσει το κλίμα της περιόδου, όσο και για να νοηματοδοτήσει εμπρόθετα και 'φορτισμένα' τον διττό άξονα του 'θανάτου' ('θυσίας') και της 'ελευθερίας,' συγκροτώντας πρόσωπα τραχιά και 'άγρια' όπως (παρομοίωση) το τοπίο, πρόσωπα των οποίων η 'αλήθεια' εγγράφεται στο τουφέκι που έχουν μαζί τους. Εάν στους 'Ελεύθερους Πολιορκημένους' ('Άκρα του τάφου Σιωπή') του Διονυσίου Σολωμού το τουφέκι του Σουλιώτη καθίσταται σταδιακά 'βαρύ,' δηλαδή 'άχρηστο,' λόγω της πείνας, τότε, στην ποιητική της 'Ρωμιοσύνης,' η χρήση και περαιτέρω η ουσιαστική και όχι απλά εμπράγματη σχέση που αποκτά με τον αντάρτη, προσιδιάζει σε ένα πλαίσιο μάχης που μπορεί να δοθεί ανά πάσα στιγμή, με σημειολογικούς άξονες το τουφέκι και την πίστη. Και ένα από τα πλέον ιδιαίτερα σημεία του ποιήματος, καθίσταται αυτό όπου αναδεικνύεται η δυνατότητα της 'Ανάστασης νεκρών' (που έχουν σκοτωθεί/'σταυρωθεί'), ως όρος πραγματικής 'απολύτρωσης' και δικαίωσης, σε μία σαφή υπόμνηση, ποιητικά αλλά και πολιτικά, της, κατά τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, 'χριστολογίας.'
Ότι ωραιότερο έχω διαβάσει. Ο ρυθμός που οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη είναι μουσικός και μέσα σε αυτή τη δίνη χορεύουμε μυρίζουμε ακούμε και γευόμαστε αυτό το ποίημα.
مجموعةٌ صغيرة من القصائد التي يغلب عليها الطابع الوطني مشمولاً بنفحةٍ أسطوريةٍ من ماضٍ يونانيّ. كنتُ أرغبُ في القراءة لـ ريتسوس، ولعلَّ هذا لم يكن المدخل الرئيس، لكن يظلُّ شرفةً ملائمة.