Οι ψίθυροι στους δρόμους της πόλης μιλάνε για ένα πλάσμα που κυνηγά τη νύχτα. Έναν θηρευτή που έχει βάλει στόχο ανθρώπους των κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Ο Ανίς με τον Τανβίρ είναι παράνομοι μετανάστες που προσπαθούν να επιβιώσουν καθαρίζοντας παρμπρίζ αυτοκινήτων. Υφίστανται καθημερινά κακουχίες και ταπεινώσεις, αλλά σκύβουν το κεφάλι και συνεχίζουν τον αγώνα για το μεροκάματο. Νομίζουν ότι τα έχουν δει όλα. Τίποτα όμως δεν μπορεί να τους προετοιμάσει γι’ αυτό που έρχεται.
Όταν πέσει η νύχτα, θα είναι οι επόμενοι. Το σκοτάδι έρχεται. Η ενσωμάτωση ξεκινά.
"Ποτέ ξανά η κάθοδος στη σάπια καρδιά μιας πόλης δεν ήταν πιο συναρπαστική." Γρηγόρης Δημακόπουλος, συγγραφέας
Μια νουβέλα καθαρόαιμου τρόμου, από έναν δημιουργό που θεωρώ πραγματικά αξιόλογο στην εγχώρια λογοτεχνία τρόμου.
Είχα την τιμή να διαβάσω το βιβλίο σε πρώιμη μορφή το καλοκαίρι, προτού οι εκδόσεις Bookstagram Store του καλού μου φίλου Γιώργου Δάμτσιου αναλάβουν την έκδοσή του.
Αν και ήμουν αποφασισμένος να περάσω το κείμενο μέσα από την ίδια την κόλαση (τραγική ειρωνεία, σημειώστε το, αν σκεφτεί κανείς όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο) για να εξαφανίσω όσα σφάλματα θα εντόπιζα, ομολογώ πως δεν έκανα και την καλύτερη δουλειά, σε αντίθεση με τον Μιχάλη που παρέδωσε ένα άρτιο κείμενο. Για ακόμα μια φορά σε δική του ιστορία ένιωσα να με παρασέρνει η διήγηση. Ένιωσα να βυθίζομαι, όπως και οι πρωταγωνιστές, στα βάθη μιας αβύσσου από την οποία δεν υπάρχει επιστροφή. Στο τέλος μόνο θυμήθηκα τον ρόλο που είχα αναλάβει (εντάξει, έπεσαν κάνα δυο τρεις βουρδουλιες, να λέμε κ την πάσα αλήθεια 😅 ).
"Ποτέ ξανά η κάθοδος στη σάπια καρδιά μιας πόλης δεν ήταν πιο συναρπαστική", λοιπόν.
Είμαι σίγουρος πως όταν θα ολοκληρώσετε την ανάγνωση της ιστορίας θα συμφωνήσετε μαζί μου. 🙂
Πρώτη επαφή με βιβλίο από τον συγκεκριμένο συγγραφέα και οι εντυπώσεις μου είναι πολύ καλές. Περιεκτικότατο σαν ιστορία, με ωραία εξέλιξη των σκηνών και λίγο ιδιαίτερες παρομοιάσεις που σου ζωγραφίζουν ακριβώς αυτό που σκέφτηκε ο συγγραφέας. Το προτείνω ανεπιφύλακτα!
Παρά το μικρό του μέγεθος, είναι ένα πολύ έντονο βιβλίο. Ο συγγραφέας δίνει τις σκηνές μία προς μία με κινηματογραφική ακρίβεια, με αποτέλεσμα να χάνεσαι στην πλοκή και το σκηνικό που έχει δημιουργήσει.
Εξαιρετική νουβέλα με τρομερή, κλειστοφοβικη ατμόσφαιρα. Ο Μιχάλης αποδεικνύει ακόμα μια φορά πως ξέρει να γράφει τρόμο. Η δράση ήταν ασταμάτητη, πραγματικά μιλάμε για ξέφρενο ρυθμό, η πλοκή ενδιαφέρουσα και τουλάχιστον εγώ προσωπικά, ένιωσα ένα δέσιμο με τους χαρακτήρες. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στα 4 ή 5 αστεράκια, αλλά η τελευταία πρόταση, όπως και η επιθυμία του συγγραφέα να υπάρχει μια άτυπη ίσως συνέχεια, όπως αυτή εκδηλώνεται στον επίλογο, με έκανε να αποφασίσω τη μέγιστη βαθμολογία. Συγχαρητήρια και πάλι, Μιχάλη. Μακάρι να ξαναδούμε τους ιδιαίτερους κακούς σου
Για ακόμα μια φορά ο Μιχάλης στήνει μια εξαιρετική ιστορία γεμάτη εικόνες, συναισθήματα και, στη προκειμένη περίπτωση, καθαρό τρόμο. Γρήγορο, ζωντανό, διασκεδαστικό (για εμάς που ο τρόμος λειτουργεί κάπως διαφορετικά), αγχωτικό και εθιστικό! Το λάτρεψα!
Τι να πρωτοπώ γι’ αυτή τη νουβέλα! Πρώτ’ απ’ όλα είναι από τα πιο καλογραμμένα βιβλία τρόμου που έχω διαβάσει από Έλληνα συγγραφέα. Καθώς βυθίζεσαι στις σελίδες του κατανοείς τον μόχθο του Δαγκλή να χρησιμοποιήσει πρωτότυπες και εύηχες λέξεις, αποφεύγοντας τις επαναλήψεις. Σημειώστε τον Πρόλογο και το Κεφάλαιο 8 και θα με θυμηθείτε. Στον Πρόλογο, έλεγα μέσα μου: «δεν μπορεί να είναι τόσο καλοδουλεμένη αυτή η σκηνή!» Οι αντιδράσεις των χαρακτήρων και τα υπονοούμενα που χρησιμοποίησε εκεί ο συγγραφέας ξεμυτίζουν από τις αράδες και στήνονται μπροστά σου σαν ταινία. Στο Κεφάλαιο 8 οι περιγραφές, πέρα από συγκλονιστικά εφιαλτικές, επιβεβαιώνουν το είδος του βιβλίου: καθαρόαιμος τρόμος. Κακά τα ψέματα, όταν πρόκειται για ρεαλιστικό τρόμο (βλέπε serial killers) τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα. Το μόνο που χρειάζεται για να τρομάξεις τον αναγνώστη είναι η πειστική περιγραφή της σκηνής και των συναισθημάτων των ηρώων. Όταν όμως μιλάμε για παραφυσικό τρόμο, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν αρκετά γιατί υπεισέρχεται ο φανταστικός παράγοντας. Τότε, το όριο ανάμεσα στη γελοιότητα και την πειστικότητα είναι αχνό και είναι πολύ εύκολο για τον συγγραφέα να περάσει από την μια περιοχή στην άλλη. Ο παραφυσικός τρόμος χρειάζεται μεγάλη μαεστρία, κι ομολογώ ότι είναι από τις σπάνιες φορές που τρόμαξα τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια από το συγκεκριμένο είδος. Ήταν ένα ταξίδι στη βιολογία της κόλασης και παράλληλα μια αλληγορία για την έννοια της ανθρωποκτόνας πόλης (μια θεματολογία που με γοητεύει προσωπικά και άλλωστε, είναι το βασικό θέμα του τελευταίου μου μυθιστορήματος). Το βιβλίο θίγει επίσης το ευαίσθητο θέμα των μεταναστών, και αυτό είναι προς τιμήν του Δαγκλή, καθώς ενσωματώνει στην αλληγορία της πόλης την έννοια της αδυσώπητης και ξενοφοβικής κοινωνίας. Αυτά τα ολίγα από μένα. Αν γουστάρετε ένα πραγματικό διαμαντάκι τρόμου μέσα στην κάψα (με την προϋπόθεση ότι το αντέχει ο οργανισμός σας) προτιμήστε την Αστυφαγία. Κι αν ξαφνικά νιώσετε μια πρωτόφαντη φαγούρα στην πλάτη καθώς διαβάζετε το βιβλίο, απλώς αγνοήστε την και πασαλειφτείτε με μπόλικο αντηλιακό, μέρες που είναι…