Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα σ έναν χλωμό νεαρό και σε μια μηχανή που κυκλοφορεί με τον αναβάτη της ακέφαλο; Πώς γίνεται να υποψιάζεται κανείς τον Άι-Βασίλη για τρομικράτη; Και πώς ένας Ρουμάνος μετανάστης γίνεται μοντέλο σε ζωγράφο; Άλήθεια, τι κάνει έναν φτωχό ταβλαδόρο παγκόσμιο παίχτη στην Αμερική, και πώς ένας περίπατος με τη Μαυρούλα καταλήγει σε μια βόλτα στον άλλο κόσμο; Τι συνδέει έναν γάτο στην αγκαλιά ενός ναύτη μ έναν αφρικάνο μάγο στην Αθήνα του 70; Και τέλος, τι είδους γιατρός είναι αυτός που ακούει στ όνομα Χάρος; Για όλα, όσα καθημερινά, μα και παράξενα, οι άνθρωποι διηγούνται μέσα στα κουρεία, θα μας μιλήσει και θα μας ξεναγήσει ο κουρέας, ο Ευριπίδης.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και σπάνια την εγκαταλείπει. Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Δοκίμασε να σπουδάσει θέατρο και πέρασε εξίσου άδοξα, από την δημοσιογραφία. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε γραφεία, δουλειές άσχετες, που του επέτρεψαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Στην διάρκεια της δικτατορίας δικάστηκε από τη Χούντα για το βιβλίο του "Το αρμένισμα"· την ίδια περίοδο έγραψε με άλλους 17 συγγραφείς σ' ένα συλλογικό τόμο με τίτλο "18 κείμενα". Το πρώτο του βιβλίο "Τα μηχανάκια" κυκλοφόρησε το 1962. Θέμα του οι καταπιεσμένοι έφηβοι της εποχής· καταπιεσμένοι και περιθωριακοί είναι σχεδόν όλοι οι ήρωες των βιβλίων του με μόνιμο σκηνικό την Αθήνα. Το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για την πόλη του Βερολίνου. Τιμήθηκε με το πρώτο-μεταχουντικό - Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1975 για το βιβλίο του "Βιοτεχνία υαλικών". Από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο. Διετέλεσε στη δεκαετία του '80 μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ταινίες για τη τηλεόραση και τον κινηματογράφο έγιναν τα βιβλία του: "Κυρία Κούλα", "Τα καημένα", και η "Φανέλα με το 9". Παράλληλα με τα δικά του βιβλία έχει μεταφράσει στα ελληνικά αρκετά λογοτεχνικά έργα, κυρίως αμερικανικής πεζογραφίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες.
Σπονδυλωτό μυθιστόρημα αποτελούμενο από αυτοτελείς ιστορίες υπό μορφή διηγήματος, τις οποίες αφηγούνται οι πελάτες ενός συνοικιακού κουρείου στον Ευρυπίδη, τον κουρέα τους. Το γράψιμο άλλαζε ύφος ανάλογα με τον πελάτη, χρωματίζοντας έτσι την ιστορία του. Πολλές από τις ιστορίες ήταν ενδιαφέρουσες εώς και τραγικά συγκινητικές, ενώ κάποιες άλλες ήταν αρκετά παρατραβηγμένες και ούτε κατάλαβα ακριβώς ποιό ήταν το νόημα τους και που το πήγαιναν. Κάποια μικροπραγματάκια με ξένισαν λίγο. Για παράδειγμα δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι όλοι αυτοί οι πελάτες (κάποιοι απο αυτούς πατούσαν πόδι στο κουρείο για πρώτη φορά) τόλμησαν να εκμυστηρευτούν στον κουρέα τα πιό ένοχα μυστικά τους (δύο απο αυτούς αποδείχτηκε ότι έκαναν βίζιτες, ένας άλλος παραδέχτηκε ότι ψώνιζε αγοράκια απ' τις πλατείες, ένας τέταρτος έκανε την τσατσά σε έναν μαύρο κλπ). Κατά τα άλλα όμως μου άρεσε η σπονδυλωτή δομή του βιβλίου, το γράψιμο ήταν αρκετά καλό και κάποιες από τις ιστορίες μου έκαναν τρομερή εντύπωση.
Συλλογή διηγημάτων που όπως συνήθως συμβαίνει με βιβλία του Μένη διαβάζεται με τρομερό ενδιαφέρον, χάρη στο ασύγκριτο ταλέντο του στην αφήγηση. Σε γενικές γραμμές από τα καλύτερά του. Το ύφος αλλού είναι ελαφρύ και διασκεδαστικό, αλλού δραματικό και αλλού μακάβριο. Οι ιστορίες δεν έχουν ίσως κάποια εμφανή συνοχή από άποψη θέματος, αλλά στις περισσότερες κυριαρχούν ο θάνατος, η παρακμή, το καταστροφικό πάθος. Τα περισσότερα πρόσωπα είναι ουσιαστικά αντιήρωες ή και κάποιες φορές περιθωριακά στοιχεία που όμως η αφήγηση δεν κρίνει με τρόπο απλοικό, αλλά πολλές φορές συμπάσχει μαζί τους.
Il libro si basa sul principio che è più facile raccontare i fatti propri agli estranei, soprattutto se in uno stato di rilassatezza, perciò tutti i clienti si confidano con il barbiere Euripide: alcuni racconti sono più riusciti di altri, ma in tutti è carente secondo me l'ambientazione greca, che è quello che più cercavo. Iniziato durante un viaggio ad Atene, mi ricorderà per sempre il Dramma di Pasqua cominciato mentre lo stavo leggendo (a chi intessa, il numero della polizia in Grecia è 100).
Il titolo è tratto da una poesia di Neruda, Walking around:
Succede che mi stanco di essere uomo Succede che entro nelle sartorie e nei cinema avvizzito, inpenetrabile, come un cigno di feltro che naviga in un’acqua di origine e di cenere.
L’odore dei barbieri mi fa piangere e stridere Voglio solo un riposo di ciottoli o di lana Non voglio più vedere stabilimenti e giardini Mercanzie, occhiali e ascensori.
Succede che mi stanco dei miei piedi e delle mie unghie E dei miei capelli e della mia ombra Succede che mi stanco di essere uomo.
Tuttavia sarebbe delizioso Spaventare un notaio con un giglio reciso O dar morte a una monaca con un colpo d’orecchio. Sarebbe bello andare per le vie con un coltello verde E gettar grida fino a morir di freddo.
Non voglio essere più radice nelle tenebre, barcollante, con brividi di sonno, proteso all’ingiù, nelle fradicie argille della terra assorbendo e pensando, mangiando tutti i giorni.
Non voglio per me tante disgrazie Non voglio essere più radice e tomba Sotterraneo deserto, stiva di morti, intirizzito, morente di pena.
E perciò il lunedì brucia come il petrolio Quando mi vede giungere col mio volto di carcere E urla nel suo corso come ruota ferita E muove passi di sangue caldo verso la notte.
E mi spinge in certi angoli, in certe case umide, in ospedali dove le ossa escono dalla finestra, in certe calzolerie che puzzano d’aceto in strade spaventose come crepe. Vi sono uccelli color zolfo e orribili intestini Appesi alle porte delle case che odio, vi sono dentiere dimenticate in una caffetteria vi sono specchi che avrebbero dovuto piangere di vergogna e spavento, vi sono ombrelli dappertutto e veleni e ombelichi. Io passeggio con calma, con occhi, con scarpe, con furia, con oblio passo attraverso uffici e negozi ortopedici e cortili con panni tesi a un filo metallico: mutande, camicie e asciugamani che piangono lente lacrime sporche.
Λείπει ένα μισό, η αλήθεια είναι, γιατί στην πραγματικότητα θα ήθελα να το βαθμολογήσω με 3,5. Αυτό το βιβλίο έχει κάτι από την παλιά Αθήνα που για μένα το έκανε πολύ ελκυστικό. Οι ιστορίες, ομολογώ, πως δε με ενθουσίασαν όλες. Η εναλλαγή του ύφους σε κάθε διήγηση είχε πολύ ενδιαφέρον και κάποιες από αυτές ήταν άκρως συγκινητικές. Είναι ένα βιβλίο που διάβασα πολύ ευχάριστα και απόλαυσα.
"Εκεί που ξαφνικά συναντάς έναν άνθρωπο και γίνεσαι αχώριστος, η ίδια η ζωή μπαίνει στη μέση και σε χωρίζει"
Το ξετρύπωσα από τη βιβλιοθήκη της θερινής κατοικίας, σε μια προσπάθεια να βγω από το αναγνωστικό τέλμα των τελευταίων μηνών. Ο τίτλος δεν με τράβηξε, το εξώφυλλο δεν μου άρεσε, αλλά Κουμανταρέας, σκέφτηκα, με Κουμανταρέα δεν χάνεις. Ενδιαφέρουσα ιδέα, αν και σε αρκετά σημεία το βιβλίο δεν με έπειθε. Διαβάζεται ευχάριστα και μεταφέρει υπέροχα ένα κλίμα παλιάς Αθήνας, όμως δεν συγκρίνεται με τη Βιοτεχνία υαλικών ή με το Δύο φορές Έλληνας, τα οποία με είχαν καταγοητεύσει.
Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Γιάννης, ένας νεαρός άνδρας από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, ο οποίος εργάζεται ως υπάλληλος σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Η ζωή του Γιάννη διασταυρώνεται με τη ζωή της πλούσιας και κοσμικής κυρίας Δήμητρας. Ο Γιάννης προσπαθεί να ξεφύγει από το περιβάλλον του και να αναρριχηθεί κοινωνικά. Η Δήμητρα, από την πλευρά της, βιώνει τη δική της απομόνωση και ανία μέσα στον κόσμο του πλούτου. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια ερωτική σχέση, η οποία λειτουργεί ως γέφυρα, αλλά και ως πεδίο σύγκρουσης των δύο διαφορετικών κόσμων που εκπροσωπούν. Το μυθιστόρημα εξερευνά τις προσδοκίες, τις ματαιώσεις και τις δυσκολίες της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, καθώς ο Γιάννης προσπαθεί να βρει τη θέση του στον κόσμο, ενώ η Δήμητρα αναζητά το χαμένο νόημα στη ζωή της. Η "μυρωδιά" του τίτλου αναφέρεται μεταφορικά στη σωματική οσμή, αλλά κυρίως στην "οσμή" της κοινωνικής τάξης, της καταγωγής και της μοίρας που ορίζει τους ανθρώπους. Ο Κουμανταρέας τονίζει ότι, παρά τις προσωπικές σχέσεις και τα συναισθήματα, οι κοινωνικές και οικονομικές διαφορές παραμένουν ανυπέρβλητες, οδηγώντας τους ανθρώπους στη μοναξιά και τη ματαίωση. Το βιβλίο θίγει επίσης τα θέματα της εξαπάτησης, της επιφάνειας και της απουσίας αυθεντικότητας στις ανθρώπινες σχέσεις στην αστική ζωή, Περιγράφει με ακρίβεια την ατμόσφαιρα της Αθήνας των αρχών της δεκαετίας του 1970, τα ήθη και τις συμπεριφορές των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και δίνει μεγάλη έμφαση στις εσωτερικές σκέψεις, τους φόβους και τις ελπίδες των χαρακτήρων. Η γλώσσα είναι ρευστή, με χρήση του καθημερινού λόγου, καθιστώντας το κείμενο προσιτό. Η ρεαλιστική απεικόνιση των χαρακτήρων και η ατμόσφαιρα της εποχής θεωρούνται δυνατά σημεία , αλλά ότι η πλοκή είναι αργή . Σύσταση:Αρκετά κοινότυπο, χωρίς εκπλήξεις .
Τελειώνοντας το δεν μαρεσει η αίσθηση που μ έχει μεινει από την ματια του στις περιθωριακές περιπτώσεις ανθρώπων που καταγράφει. Ενοιωσα έναν άνθρωπο σκληρό και με λιγο στεγνη γραφή για τα δικά μου γούστα. Μου έλειψε το βάθος και μ έλειψε και το να εισπράττω ένα νόημα που να μου γεννάει κάτι. Απλά ακραίες ιστορίες και μοίρασμα περιστατικών. Θα ήθελα να ξεκλειδώνει τους χαρακτήρες του και οχι να τους παρατηρεί .
Τα δύο αστεράκια τα έβαλα μόνο και μόνο για το έξυπνο "στήσιμο" της ιστορίας (εξομολογήσεις πελατών σε έναν κουρέα) και για δύο ή τρία πράγματι πρωτότυπα διηγήματα. Τα περισσότερα δυστυχώς, ήταν αδιάφορα ενώ ορισμένα δεν κατάφερα ούτε να τα τελειώσω καθώς τα θέματα τους δεν με άγγιζαν ούτε στο ελάχιστο...
2001. Δανείζω στην τότε κοπέλα μου το εν λόγω βιβλίο, λίγες βδομάδες αργότερα χωρίσαμε οπότε το βιβλίο έμεινε σε αυτήν. Το είχα λατρέψει γ��α το υπέροχο χρώμα και τις υπέροχες ιστορίες που είχε. Μου είχε γίνει έμμονη ιδέα να το ξαναποκτήσω όπως κι έγινε ! 22 χρόνια μετά η γνώμη μου δεν έχει αλλάξει. Εξακολουθεί και είναι υπέροχο !
Ένα βιβλίο μετριάτζα, που ό,τι πωλήσεις έκανε τις έκανε εκμεταλλευόμενη το όνομα του συγγραφέα και τη νοσταλγική ματιά που πουλάει. Κάτι τέτοιες αρπαχτές από αναγνωρισμένους συγγραφείς με κάνουν να κλαίω.