Θα σας πω ειλικρινά τι συμβαίνει με την Γώγου.
Διαβάζω τα ποιήματα της και τα περισσότερα μιλούν για χαφιέδες και πρέζα, με λόγια και ύφος που κακά τα ψέματα φαντάζει ξεπερασμένο.
Σε κάθε της όμως ποιητική συλλογή θα σκοντάψω σε στίχους όπως τον παρακάτω:
Τα όνειρά τους
χιλιάδες χρόνια πέφτανε χωρίς ήχο στο πάτωμα
σε μια χαραμάδα κρυβόντουσαν
γινόντουσαν αράχνες
από εκεί έβγαινε και μεγάλωνε και τρεφόταν
το μόνο πράγμα που τους ένωνε
Τώρα οι άνθρωποι
μόνο στον φόβο ενώνονταν
Τώρα οι άνθρωποι
είχανε άσχημο χρώμα πρασινοκίτρινο
και στο μέρος της καρδιάς
αναβόσβηνε συνεχώς
το κόκκινο φως κινδύνου
Και πάντα ξαναθυμάμαι γιατί την αγαπώ τόσο πολύ. Η Γώγου είδε τον μέσο άνθρωπο, το ανθρωπάκι για την ακρίβεια, κατάματα.
Πήρε όλο το βάρος του μικροαστού στους ώμους της και το απέδωσε με τέτοιον τρόπο που παραμένει πάντα, δυστυχώς ή ευτυχώς, επίκαιρος.
Σε κάθε ποιητική συλλογή της Γώγου θα βρεις ένα κομμάτι του εαυτού σου που είτε θες να ξεχάσεις, είτε να θάψεις.
Πέντε αστέρια, γιατί ξέρει πώς να σε ξεμπροστιάζει.