Η Σοφία φεύγει. Φεύγει από το σπίτι της, από τη δουλειά και τις συνήθειές της, φεύγει από τους δικούς της και την πόλη της, καθοδηγούμενη από την ανάγκη της να αλλάξει ζωή. Είναι η κεντρική ηρωίδα του τρίτου βιβλίου της Μαρίας Α. Γεωργοπουλου, το διήγημα «Η πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λυκόφως, στο πλαίσιο της σειράς «Σκοτεινές πόλεις».
Η Σοφία προσπαθεί να ξεπεράσει το επώδυνο διαζύγιό της κάνοντας επανεκκίνηση στη ζωή της. Μία αγγελία εύρεσης εργασίας την οδηγεί σε μία νέα πόλη, ως διαχειρίστρια σε πολυκατοικία, στην πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός. Εκεί την υποδέχεται ένας αινιγματικός ηλικιωμένος, ο οποίος δεν την κατατοπίζει όσο εκείνη θα ήθελε για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της.
Σταδιακά, γνωρίζει τους λιγοστούς ενοίκους, οι οποίοι της αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες. Όλες αποκαλύπτουν εγκλήματα, ακόμα και αποτρόπαιες πράξεις. Η ατμόσφαιρα βαραίνει, και η Σοφία δεν έχει ανέβει ακόμα στον πέμπτο όροφο.
Εκεί όπου την περιμένουν εκπλήξεις.
Πίσω από μία πόρτα την οποία δεν πρέπει να ανοίξει.
Η Γεωργοπούλου Μαρία γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και απέκτησε μεταπτυχιακό στην Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες από το ίδιο πανεπιστήμιο. Το διάβασμα είναι ο βασικός τρόπος να περνάει η ώρα της από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Η συγγραφή ήρθε λίγο αργότερα, όταν συνειδητοποίησε ότι οι ιστορίες που είχε στο μυαλό της, ήταν πάρα πολλές και δεν έπρεπε να ξεχαστούν. Όταν δεν διαβάζει ή γράφει, παρακολουθεί φανατικά ταινίες και σειρές. Βιβλία: "In Aeternum-Στην Αιωνιότητα" (2018) και "Οι Κόρες του Σκότους"(2019) από τις εκδόσεις Λυκόφως. Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί και η συλλογή διηγημάτων "Βρόχος" στην οποία συμμετέχει με ένα συνεργατικό διήγημα.
Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η Μαρία χτίζει. Συναντάμε έναν έναν τους ενοίκους της πολυκατοικίας και μαθαίνουμε τις τραγικές ιστορίες τους. Παράλληλα βλέπουμε ή ακουμε περίεργες καταστάσεις. Στην αρχή νόμιζα πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την πολυκατοικία. Όταν η Σοφία άνοιξε την πρώτη πόρτα της αποθήκης ήμουν σίγουρη πως . Δεν περίμενα με τίποτα πως Πολύ καλή ανατροπή!
Η Σοφία φύγει. Φεύγει από το σπίτι της, από τη δουλειά και τις συνήθειές της, φεύγει από τους δικούς της και την πόλη της, καθοδηγούμενη από την ανάγκη της να αλλάξει ζωή. Είναι η κεντρική ηρωίδα του τρίτου βιβλίου της Μαρίας Α. Γεωργοπούλου, το διήγημα «Η πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λυκόφως, στο πλαίσιο της σειράς «Σκοτεινές πόλεις». Η Σοφία προσπαθεί να ξεπεράσει το επώδυνο διαζύγιό της κάνοντας επανεκκίνηση στη ζωή της. Μία αγγελία εύρεσης εργασίας την οδηγεί σε μία νέα πόλη, ως διαχειρίστρια σε πολυκατοικία, στην πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός. Εκεί την υποδέχεται ένας αινιγματικός ηλικιωμένος, ο οποίος δεν την κατατοπίζει όσο εκείνη θα ήθελε για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της. Σταδιακά, γνωρίζει τους λιγοστούς ενοίκους, οι οποίοι της αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες. Όλες αποκαλύπτουν εγκλήματα, ακόμα και αποτρόπαιες πράξεις. Η ατμόσφαιρα βαραίνει, και η Σοφία δεν έχει ανέβει ακόμα στον πέμπτο όροφο. Εκεί όπου την περιμένουν εκπλήξεις. Πίσω από μία πόρτα την οποία δεν πρέπει να ανοίξει.
Ποιο είναι το μυστικό που κρύβεται σε αυτή την πολυκατοικία? Έφτασε η ώρα να το μάθετε...
Μια ιστορία με φινίρισμα τρόμου μας φέρνει αυτή τη φορά η συγγραφέας Μαρία Α. Γεωργοπούλου, που όμως θα μπορούσε να φαντάζει πολύ οικεία, αν απλά διαβάσει κανείς τη σύνοψη του βιβλίου.
Η Σοφία, μετά από μια προδοσία που δεν περίμενε ποτέ φεύγει από το σπίτι της. Προσπαθεί να ξεπεράσει το επώδυνο διαζύγιό της επιλέγοντας να απαντήσει σε μια αγγελία εύρεσης εργασίας. Θα οδηγηθεί λοιπόν σε μία άλλη πόλη, μακριά από το σπίτι της, την οικογένειά της και τους φίλους της. Θα κάνει μια καινούρια αρχή. Μπορεί το επάγγελμα που θα αποφασίσει να κάνει να μην είναι τόσο συνηθισμένο πια, ή καλύτερα, να μην είναι συνηθισμένο σαν επάγγελμα, αλλά σαν επιπλέον ρόλος κάποιου, αλλά η αγγελία στην οποία απάντησε ζητάει κάποιον να αναλάβει τη διαχείριση μιας πολυκατοικίας. Αυτό λοιπόν θα κάνει και η Σοφία, για όσο καιρό χρειαστεί, μέχρι να σταθεί στα πόδια της ή μέχρι να μην της αρέσει άλλο.
Θα πάρει λοιπόν το αυτοκίνητό της και θα οδηγήσει μέχρι την πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός, όπου ένας ηλικιωμένος άντρας με μαύρη αμφίεση και με λίγα λόγια θα της παραδώσει τα κλειδιά της πολυκατοικίας, θα της εξηγήσει που θα μένει και θα της πει πολύ λιγότερα από όσα θα περίμενε η ίδια, πριν φύγει προς το άγνωστο και χωρίς να αφήσει κάποια στοιχεία επαφής. Η Σοφία δε θα πτοηθεί, αλλά θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στο νέο περιβάλλον και να κάνει τη νέα αρχή που τόσο επιθυμεί. Γνωρίζοντας όμως σιγά σιγά τους ενοίκους της πολυκατοικίας, θα αρχίσει να αναρωτιέται αν πήρε τη σωστή απόφαση, αφού οι ιστορίες που θα της διηγηθούν, θα κρύβουν μέσα τους εγκλήματα και αποτρόπαιες πράξεις.
Η Μαρία Γεωργοπούλου καταφέρνει να αποδώσει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα στο κείμενό της χωρίς να κουραστεί πολύ. Ξεκινάει από κάτι καθημερινό, το οποίο μας είναι γνωστό και αναμενόμενο, όπως είναι μια πόλη το καλοκαίρι, με τα παιδιά που παίζουν στο πάρκο και μπορεί να κάνουν και καμιά ζημιά. Με τη μαμά με το καροτσάκι που κάνει βόλτα το μωρό της. Με την είσοδο μιας πολυκατοικίας που τη δροσίζει το κλιματιστικό. Σιγά σιγά αρχίζει να μας δίνει μια κάποια αίσθηση εγκατάλειψης, με τη βαριά ατμόσφαιρα της κλεισούρας, παρά το κλιματιστικό. Με τα φύλα από τις γλάστρες που πέφτουν και κανείς δε μαζεύει ή κανείς δεν ποτίζει. Με το σκοτάδι που επικρατεί στους πιο ψηλούς ορόφους της πολυκατοικίας, εκεί που έχουν σπάσει ή καεί οι λάμπες στις σκάλες. Κι έπειτα έρχεται η επαφή με τους ενοίκους.
Η πρώτη επαφή ξεκινάει καλά και η ηρωίδα αποδεικνύεται χρήσιμη, πράγμα που την κάνει να νιώθει καλύτερα με τον εαυτό της, της δίνει αυτοπεποίθηση και νιώθει ότι μπορεί να τα καταφέρει και πως ίσως η απόφασή της δεν ήταν και τόσο λάθος τελικά. Όμως προς το τέλος της επίσκεψής της στον πρώτο όροφο, καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με την ένοικο. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται καθώς πηγαίνει από όροφο σε όροφο και οι αμφιβολίες της επανέρχονται και αυξάνονται μέρα με τη μέρα. Παράλληλα ο ύπνος της ταλαιπωρείται από όνειρα που δεν της είναι ξεκάθαρα και που τα σκέφτεται πλέον και στον ξύπνιο της. Και κάπως έτσι, μέρα με τη μέρα η ηρωίδα και μαζί της και ο αναγνώστης αρχίζει να αντιλαμβάνεται τι μπορεί να συμβαίνει. Μέχρι την τελική αποκάλυψη και τη λύτρωση.
Ένα μυστήριο που χτίζεται σιγά σιγά και περνάει μέσα από το σκοτάδι μέχρι να βρει τη λύση του.
Πιο ώριμη από ποτέ και σκοτεινή ως όφειλε, η γραφή της συμπαθέστατης κυρίας Γεωργοπούλου με έκανε να γυρίζω τις σελίδες χωρίς σταματημό. Επειδή εγώ τον τρόμο μου δεν τον θέλω ξερό και επιφανειακό αλλά αποζητώ περισσότερο τα ψυχολογικά θρίλερ με έντονο το στοιχείο του δράματος και τα παιχνίδια του μυαλού, πέρασα πολύ όμορφα στην ιδιόμορφη γειτονιά που πλαισίωνε τη μυστήρια πολυκατοικία! Να είναι καλοτάξιδο!!!
Απ’ όταν η Μαρία Γεωργοπούλου συστήθηκε ως συγγραφέας ακολουθώ με ενδιαφέρον τα σταθερά βήματά της στον λογοτεχνικό κόσμο. Το πρόσφατο πόνημά της τιτλοφορείται ‘’H πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός’’ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λυκόφως, στο πλαίσιο της σειράς ‘’Σκοτεινές πόλεις’’. Κεντρική ηρωίδα η Σοφία που προσπαθεί να ξεπεράσει το επώδυνο διαζύγιό της κάνοντας επανεκκίνηση στη ζωή της. Μία αγγελία εύρεσης εργασίας την οδηγεί σε μία νέα πόλη, ως διαχειρίστρια στην πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός. Σταδιακά, γνωρίζει τους λιγοστούς ενοίκους, οι οποίοι της αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες. Όλες αποκαλύπτουν εγκλήματα, ακόμα και αποτρόπαιες πράξεις. Η ατμόσφαιρα βαραίνει, και η Σοφία δεν έχει ανέβει ακόμα στον πέμπτο όροφο. Εκεί όπου την περιμένουν εκπλήξεις. Πίσω από μία πόρτα την οποία δεν πρέπει να ανοίξει.
Κοινός παρονομαστής των βιβλίων της είναι οι ηρωίδες που αντιπαλεύει μέσα τους ο δυναμισμός με την ευαισθησία. Το όνομα της συγγραφέως είναι συνυφασμένο με τις ιστορίες φαντασίας/ τρόμου, επομένως οι περιγραφές είναι ανατριχιαστικές και πλανάται το μυστήριο πάνω από την πολυκατοικία μέχρι την τελευταία σελίδα. Έχοντας διαβάσει σχεδόν όλη τη βιβλιογραφία της, οφείλω να ομολογήσω πως είναι φανερή η εξέλιξη της γραφής και η ματιά της πιο διεισδυτική από ποτέ. Παρόλο που το βιβλίο είναι μικρό σε όγκο, είναι πλούσιο σε συναισθήματα αποδεικνύοντας πως η ποιότητα μπορεί να κερδίσει την ποσότητα. Η ομοιότητα με ‘’Το μακρύ σοκάκι’’ του Γιώργου Γιώτσα από τη σειρά “Σκοτεινές πόλεις’’ είναι τα κοινωνικά μηνύματα που θίγονται μόλις ο αναγνώστης αποδιώξει το πέπλο του τρόμου. Όμως εάν το καλοσκεφτούμε ο τρόμος μας αναγκάζει να αντικρίσουμε τους ενδότερους φόβους μας, την ενδότερη αλήθεια. Προσωπικά συγκινήθηκα βαθύτατα με την τελική έκβαση της ιστορίας και δύσκολα θα ξεχάσω τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Ολοκληρώνοντας, θέλω να αναφέρω πως η Μαρία δεν γράφει για να αποκτήσει αναγνωστικό κοινό, η Μαρία γράφει για να εξωτερικεύσει την εσωτερική ανάγκη της.
Ιστορία τρόμου από την Μαρία Α. Γεωργοπούλου για να ξεκινήσει καλά η χρονιά!
Η Σοφία χρειάζεται επειγόντως να σταθεί στα πόδια της μετά τον χωρισμό.
Βρίσκει μια δουλειά ως διαχειρίστρια σε πολυκατοικία. Ένα οίκημα με πολλά δωμάτια αλλά μόνο λίγα σπίτια κατοικούνται. Δευτέρα πιάνει δουλειά, μέχρι την Παρασκευή έχει γνωρίσει και τους 4 που μένουν μέσα. Έναν κάθε μέρα ξεκινώντας από την Τρίτη και τους γνωρίζει όντως, ανοίγονται οι άνθρωποι, μοιράζονται την ιστορία τους. Μαζί και με την ιστορία της ίδιας της Σοφίας που μας εξιστορεί την πρώτη μέρα (Δευτέρα) έχουμε 5 ιστορίες. Μετά μένει μόνο ο σκοτεινός τελευταίος, ακατοίκητος, όροφος.
5 ιστορίες “αγάπης” που καταστρέφουν. Γιατί δεν ήταν αγάπη αυτό τελικά. Έτσι ονομάζουν την μάσκα που φοράει η βία. Μου έκανε εντύπωση το πόσο ταυτίστηκα με κάποια άτομα της πολυκατοικίας.
Πιστεύω πως αν η γραφή ήταν σε πρώτο πρόσωπο, θα με είχε σακατέψει για τα καλά. Και θα ήθελα να δω ένα βιβλίο της ίδιας έτσι. Αλλά η τριτοπρόσωπη σε βάζει σε μια απόσταση και βοηθάει να διαχειριστεί κανείς τις ιστορίες.
Διαβάζεται μέσα σε ένα απόγευμα/βράδυ και το μυστήριο είναι τόσο-όσο για να σε κρατήσει! Ναι. Να το διαβάσετε, αξίζει.
Πόσες φορές ολοκληρώνοντας την ανάγνωση ενός βιβλίου έχετε αναφωνήσει με στόμφο ''Τι ήταν τώρα αυτό!''; Εμένα,για να είμαι ειλικρινής,δεν έχει τύχει να μου συμβεί όσες φορές θα το επιθυμούσα,αλλά όταν γίνεται,δεν παύει να είναι μία πολύ ευχάριστη συγκυρία. Συνεχίζοντας αυτό το εναλλακτικό μου σεργιάνι μέσα στις ''Σκοτεινές πόλεις'' σειρά είχε το έργο της συγγραφέως Μαρίας Γεωργοπούλου με τίτλο ''Η πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός". Άν θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω με δύο λέξεις θα ήταν: ''προκλητικά εθιστικό'' καθώς έχει έναν δικό του πειστικό τρόπο να μας πιάνει από το χέρι καί να μας οδηγεί μέσα στον κόσμο των ηρώων καί των ηρωϊδων του καί να μην μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από εκεί,παρά μόνο όταν μπεί καί η τελευταία τελεία.
''Η πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός" όπως προείπα ο τίτλος του καί αμέσως στο μυαλό μου ήρθε η εικόνα πολλών κτιρίων,κυρίως εγκαταλελειμμένων καί αφημένων στο ανελέητο πέρασμα του χρόνου που αφήνει ολοφάνερα τα σημάδια του πάνω τους,τα οποία ακολουθούν διάφορες ιστορίες καί μύθοι σχετικά με το τι συνέβη εκεί μέσα τα προηγούμενα χρόνια καί τα στοιχειώνουν μέχρι καί τις μέρες μας. Πώς μπορεί,άραγε,να σχετίζεται αυτό με την υπόθεση του βιβλίου; Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά,ή,εδώ θα βρούμε κάτι παραπάνω; Η συγγραφέας κατάφερε,λοιπόν,να με δελεάσει καί να κάνει το μυαλό μου να μπει στη διαδικασία να κάνει διάφορους συλλογισμούς.
''Η Σοφία προσπαθεί να ξεπεράσει το επώδυνο διαζύγιό της κάνοντας επανεκκίνηση στη ζωή της. Μία αγγελία εύρεσης εργασίας την οδηγεί σε μία νέα πόλη, ως διαχειρίστρια σε πολυκατοικία, στην πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός. Εκεί την υποδέχεται ένας αινιγματικός ηλικιωμένος, ο οποίος δεν την κατατοπίζει όσο εκείνη θα ήθελε για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της. Σταδιακά, γνωρίζει τους λιγοστούς ενοίκους, οι οποίοι της αφηγούνται τις προσωπικές τους ιστορίες. Όλες αποκαλύπτουν εγκλήματα, ακόμα και αποτρόπαιες πράξεις. Η ατμόσφαιρα βαραίνει, και η Σοφία δεν έχει ανέβει ακόμα στον πέμπτο όροφο. Εκεί όπου την περιμένουν εκπλήξεις. Πίσω από μία πόρτα την οποία δεν πρέπει να ανοίξει." (Περίληψη οπισθοφύλλου)
Το ερεβώδες καί τρομακτικό πέπλο έρχεται καί απλώνει τα δίχτυα του απ΄τις πρώτες,κιόλας,σελίδες του βιβλίου με τρόπο υπόγειο,σχεδόν υποχθόνιο,που όλοι κι όλες θα το αντιληφθούμε όταν πλέον θα είναι αργά καί θα μας έχε περικυκλώσει μην αφήνοντας μία έξοδο κινδύνου... Ο λόγος της συγγραφέως θεωρώ πως έχει βελτιωθεί με αποτέλεσμα να είναι πιο καθηλωτικός καί συναισθηματικά φορτισμένος με την πρέπουσα ένταση που αποτυπώνει πάνω στο χαρτί σκηνές άκρως λεπτομερείς,ρεαλιστικές καί απόκοσμες την ίδια στιγμή,ικανές να μας κόψουν την ανάσα καί να μας φοβίσουν σε μεγάλο βαθμό. Η συγγραφέας μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων καί των ηρωϊδων της θέλει να αναδείξει το πως η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στους άλλους γύρω τους,βασιζόμενη κατά κόρον στην σαπίλα,την κακία καί το σκοτάδι που κρύβουν βαθειά μέσα τους,δύναται να προκαλέσει ανεπανόρθωτο κακό. Όση ώρα διάβαζα το βιβλίο καί τις ιστορίες των πρωταγωνιστών,πέρα από την τραγικότητα που τις διακρίνει,είχα την αίσθηση πως έβλεπα τον τρόμο καί τις μορφές που μπορεί αυτός να λάβει καθημερινά στην κοινωνία. Γιατί,όπως έχω ξαναπεί στο παρελθόν,τα τέρατα μπορούν να πάρουν κι ανθρώπινη μορφή καί μάλιστα να πρόκειται για ανθρώπους υπεράνω υποψίας,φίλους,συγγενείς,συναδέλφους,γείτονες ακόμη κι εμάς τους ίδιους καί τις ίδιες. Επτά μέρες καί πέντε όροφοι χωρίζουν την κύρια πρωταγωνίστρια,τη Σοφία,από το να της αποκαλυφθεί η αλήθεια,ίσως καί να την αποδεχθεί καί συμβιβαστεί μαζί της. Η λύτρωση είναι πιθανή,ή όχι; Φυσικά κι αυτό δεν θα σας το αποκαλύψω! Μόνο που θα σας προ(σ)καλέσω να ανοίξετε κι εσείς με τη σειρά σας την τελευταία πόρτα ''επισκεπτόμενοι/ες'' την πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός... Καλές σας αναγνώσεις!
✍️ Το νέο πόνημα της Μαρίας Γεωργοπούλου είναι κατ' εμέ ένα κοινωνικό δράμα που παντρεύεται άρτια με το μεταφυσικό στοιχείο. Η ιστορία της Σοφίας με ταρακούνησε, κι ακόμα περισσότερο εκείνες που άκουσε από τα χείλη των κατοίκων της πολυκατοικίας στο τέλος της οδού Στυγός!
Όλοι τους κι ο καθένας ξεχωριστά, σε βάζουν σε σκέψεις, σε αφυπνίζουν φέρνοντάς σε ολοένα και πιο κοντά στην σκληρή πραγματικότητα. Οι ιστορίες τους στην αρχή σου προκαλούν συναισθήματα χαράς, αλλά καθώς συνεχίζεται η αφήγηση των γεγονότων που βίωσαν στο πετσί τους, μετατρέπονται σε συναισθήματα λύπης, οργής, μίσους και θυμού. Το φορτίο που λαμβάνει κάθε ημέρα στις πλάτες της η πρωταγωνίστρια με το νέο της ξεκίνημα για ζωή, είναι βαρύ. Το κλίμα που επικρατεί μέσα στην πολυκατοικία είναι μυστηριώδες και ζοφερό, και η Σοφία καλείται να το αντιμετωπίσει στα ίσα.
Η νουβέλα σε γενικές γραμμές είναι καλογραμμένη, η πλοκή της ιστορίας χτίζεται σταδιακά και μας προσφέρει ένα ανατρεπτικό ΦΙΝΑΛΕ! Μαρία, τα θερμά μου συγχαρητήρια για ακόμα μία φορά, και σου εύχομαι ό,τι καλύτερο στα προσωπικά και συγγραφικά σου δρώμενα!!! 😇🙏😊
Και πάλι ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ σου εύχομαι από καρδιάς!!! 💙🙏😇
Μια πολυ ωραία ιστορία μυστηρίου- όσοι τη διαβάσετε και με έχετε διαβάσει θα καταλάβετε γιατί μου άρεσε τόσο πολύ -, που όσο ξεδιπλώνεται δίνει στοιχεία για την τελική αποκάλυψη. Συμβολικη, αλληγορική, με μηνύματα κοινωνικά και ηθικά, κάθε όροφος σε αυτήν την πολυκατοικία έχει να δώσει κάτι.
Δε θα μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες, δε χρειάζεται, όλα ήταν σωστά και είναι μια πολύ θετική εξέλιξη για τη συγγραφέα. Το μόνο που θα ήθελα σε προσωπικό επίπεδο είναι ένα τσικ παραπάνω στο ύφος της γραφής, χρειαζόταν λίγη γλαφυρότητα παραπάνω. Με λυρισμό, θα πετούσα από την χαρά μου για αυτό το βιβλίο. Ίσως βέβαια να έπαιξε ρόλο ο περιορισμός της έκτασης, ώστε να παραμείνει το βιβλίο νουβέλα, και τα πλούσια στοιχεία της πλοκής να μην το επέτρεψαν, αφού χρειάζονται τον χώρο τους. Αλλά λειτουργεί και έτσι, ακόμη και για μένα, που είμαι λίγο αυστηρός :)
Το σίγουρο είναι πως διασκέδασα πολύ και το χάρηκα, ανακαλύ��τοντας πως οι υποψιές μου επιβεβαιώθηκαν στο τέλος και πως η Μαρία έβγαλε μία τόσο ωραία δουλειά.
Τι να πρωτογράψω για αυτή την καταπληκτική νουβέλα! Πραγματικά διαβάστηκε μέσα σε ώρες. Η αγωνία χτίζεται σελίδα με τη σελίδα, το άγχος αυξάνεται σταδιακά, το χτυποκάρδι για το τι περιμένει την πρωταγωνίστρια γίνεται όλο και πιο έντονο. Η συγγραφέας, όπως και στα προηγούμενα βιβλία της χρησιμοποιεί ένα ιδιαίτερο ταλέντο. Αυτό στο οποίο ο αναγνώστης δένεται με το κείμενο, μετατρέπεται σε ένα μικρό κομμάτι του. Πονάει, χαίρεται, αισθάνεται κάθε πτυχή του κειμένου. Γίνεται ένα με τον πρωταγωνιστή/στρια. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Διακατέχεται από ένα σκοτάδι το οποίο αυξάνεται σταδιακά και δεν γίνεται απευθείας αντιληπτό. Μέχρι που ο αναγνώστης βρίσκει τον εαυτό του στην απόλυτη απουσία φωτός. Και εκεί που κάθε ελπίδα έχει χαθεί, μια μικρή, αδύναμη στην αρχή, αλλά όλο και πιο έντονη ακτίνα φωτός τον ανασύρει στην επιφάνεια. Σίγουρα θα χαμογελάσετε μόλις τελειώσετε το βιβλίο και θα αναλογιστείτε ότι ήταν καλό. Ναι, ήταν καλό. Βαθμολογία: 9/11 όσον αφορά το πόσο μου άρεσε προσωπικά. 1/3 το τι προσφέρει στην ελληνική λογοτεχνία, καθώς και η απήχηση στον μέσο αναγνώστη/στρια. 3/3 η αξία έναντι της τιμής. Είναι κάτω από 10 ευρώ, όταν άλλοι εκδοτικοί κοστολογούν βιβλία παρόμοιου μεγέθους σαν νέες κυκλοφορίες στα 12+. Σύνολο 13/17. Μην το χάσετε. Είναι πραγματικά καλό βιβλίο
Παρόλο που το βιβλίο είναι μικρό σε όγκο, είναι πλούσιο σε συναισθήματα αποδεικνύοντας πως η ποιότητα μπορεί να κερδίσει την ποσότητα. Μια αποκάλυψη στον λογοτεχνικό χώρο.
Δεν θέλω να γίνομαι κακός ρε γμτ, νούμερο1 (κάποιες σκέψεις για το ‘’Η πολυκατοικία στο τέλος της οδού Στυγός’’ της Μαρίας Γεωργοπούλου)
Ξέρετε πόσο αγαπώ την ελληνική σκηνή και την εγχώρια λογοτεχνία. Δεν ξέρω αν μπορεί κάποιος να με πει ‘’ένθερμο υποστηρικτή’’, εφόσον δεν αγοράζω ΌΛΑ ΌΣΑ βγαίνουν (δεν δύναμαι παίδες, δεν έχω τόσο μπάτζετ), μα πάντα διαβάζω με ενθουσιασμό και πάθος. Δίχως ατζέντες και δίχως σλουρπ. Προσεγγίζω κάθε βιβλίο όσο πιο ‘’άδειος’’ μπορώ και σαν αναγνώστης θέλω απλά μια καλή ιστορία για να είμαι ούμπερ ικανοποιημένος με την αγορά μου. Και δεν θέλω να γίνομαι κακός, γιατί σαν γραφιάς, ξέρω πόσο πόνο και χρόνο θέλει κάθε βιβλιαράκι…
…ΑΛΛΆ!
Ε, δεν γίνεται να μας αρέσουν όλα ρε παιδιά!
Δυστυχώς, ίσως να περίμενα πολλά από αυτό το βιβλιαράκι από το εξώφυλλο και τον τίτλο. Οι πολυκατοικίες και οι ιστορίες τρόμου είναι από τα αγαπημένα μου πράγματα στον κόσμο! Μπορείς να παίξεις με την αισθητική της εγκατάλειψης και με τις κρυφές ζωές πίσω από κάθε πόρτα με πολύ κρίπι τρόπο. Αλλά, εδώ…
Ας το δούμε αναλυτικά.
Η Σοφία πιάνει δουλειά στην πολυκατοικία την Δευτέρα και καταλαβαίνουμε ότι την προσλάβανε Κυριακή. Περίεργο. Ο πρώην διαχειριστής, αντί για μυστήριος κλισέ γέρος, βγαίνει απλά αγενής και ξιπασμένος. Χαμένη ευκαιρία. Και μετά, ξεκινάνε οι ιστορίες.
Η ιστορία της Τρίτης, με την τρελαμένη μάνα και τον πατέρα που σκότωσε τα δύο παιδιά, ομολογώ, ήταν αρκετά κρίπι. Ο επόμενος ένοικος, ο Λουκάς της Τετάρτης, μου θύμισε αρκετά το ψυχώ. Η Πέμπτη και η ωραία Ελένη… Ενδιαφέρουσα ιστορία πατροκτονίας, αλλά πάλι το πώς ανοίγει και πώς κλείνει είναι κάπως... κόπι-πέηστ με την δύο προηγούμενες ιστορίες. Παρασκευή και Κατερίνα, παρόμοιο με τα στόριζ ένα και δύο. Ε όχι βρε σεις…
Σάββατο. Αρχίζει να είναι πιο έντονη η παράνοια και όμορφη η σκηνή στην αποθηκη… αν δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο με το πιάτο της Μαρίας νωρίτερα. Θα έπρεπε να είναι κρεσέντο –ρε γαμώτο- αλλά ήταν απλά οκέι. Κυριακή… Το ωραιότερο κεφάλαιο αλλά είχε κάπως κλισέ κλείσιμο. Και το ίδιο συμβαίνει και με το γενικότερο κλείσιμο του βιβλίου. Και οκέι, ειλικρινά δεν έχω κανένα θέμα με τα κλισέ. Αλλά είναι πώς θα τα δώσεις, πόσο δικά σου θα τα κάνεις, αν θα τα αλατοπιπερώσεις λιγάκι. Εδώ, δυστυχώς, μου φάνηκαν διαδικαστικά και του στυλ άντε-να-το-κλείνουμε… Και δυστυχώς, υπάρχουν και άλλα αρνητικούλια…
Οι διάλογοι ήταν ψεύτικοι, ρε γαμωτο. Καταλαβαίνω την σχολή της λογοτεχνικότητας, αλλά κανείς δεν μιλάει έτσι ρε σεις, και με πέταγε συνέχεια έξω. Έπειτα, οι νοικάρηδες θα μπορούσαν να της ανοίγονται πιο οργανικά. Όμορφο σαν ιδέα, ευφυές, αλήθεια, αδύναμο όμως σαν εκτέλεση. Τέλος, ίσως αυτό που με εξόργισε περισσότερο από όλα, η δομή του κειμένου σήκωνε οι αφηγήσεις να είναι πιο προσωπικές και μας δόθηκαν πολλές χαμένες ευκαιρίες για πρωτοπρόσωπες!
Ας εξηγηθώ για να μην παρεξηγηθώ όμως: το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως το είχα ρουφήξει από εξώφυλλο ως οπισθόφυλλο και το είχα απολαύσει τρομερά. Γνωρίζοντας τι μανιώδης αναγνώστρια είναι και έχοντας κατά νου ότι αυτό ήταν το τρίτο της βιβλίο, ίσως να είχα βάλει έναν πήχη μέσα μου που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Ίσως να μην το βιάστηκε, αλλά να το ήθελε έτσι, αλλά με στεναχωρεί όταν διαβάζω κάτι εγχώριο και βλέπω ικανότητες αλλά περίεργη εκτέλεση…