Έπρεπε να μείνω συγκεντρωμένη στον στόχο μου, να επιβιώσω, να βγω στην επιφάνεια, να αντιμετωπίσω αυτούς που μ’ έριξαν στους Λαβυρίνθους, να πάρω την εκδίκησή μου. Τώρα είμαι στην τελευταία αίθουσα της υπόγειας πολιτείας. Από μακριά, βλέπω μια μικροσκοπική ρωγμή στους βραχώδεις τοίχους. Μια σχισμή που αφήνει να διεισδύσει μια ασθενική υποψία φωτός. Δεν είναι το συνηθισμένο φως των πόλεων, είναι το σκληρό φως της ερήμου, το φως που σε τυφλώνει. Δεν μπορείς να δεις τα πράγματα καθαρά, βλέπεις μόνο το περίγραμμά τους, μακρινές σκιές με ακαθόριστο σχήμα. Όταν ανέβω στην επιφάνεια, δεν θα έχω καθόλου χρόνο να σκεφτώ, πρέπει να είμαι προετοιμασμένη να εκτελέσω την αποστολή μου. Κρατάω πύρινη ρομφαία και θα πρέπει να πέσει αμείλικτη στα κεφάλια των ασεβών, να βυθιστεί στο αίμα, που θα τους πνίξει.
24 Σεπτέμβρη 2014. Σ’ ένα απομονωμένο αγρόκτημα έξω από τον Μαραθώνα, η αστυνομία ανακαλύπτει τα πέντε πτώματα της οικογένειας Μαυρονικόλα. Παντού γύρω αίμα... Πολύ αίμα. Το σκηνικό της αποτρόπαιης δολοφονίας παραπέμπει σε συμβόλαιο θανάτου από επαγγελματίες εκτελεστές. Για ποιο λόγο όμως κάποιος να πληρώσει ένα τέτοιο συμβόλαιο για μια συνηθισμένη οικογένεια; Η αστυνόμος Τρύπη και η πρώτη ομάδα ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής αποδύονται σ’ έναν απεγνωσμένο αγώνα για να εξιχνιάσουν το σκοτεινό, μυστηριώδες έγκλημα. Κι από τη στιγμή που διαπιστώνουν ότι η θυγατέρα του Μαυρονικόλα είναι ακόμη ζωντανή, συνειδητοποιούν ότι πρέπει να εντοπίσουν το ταχύτερο δυνατό ποιος κρύβεται πίσω από την εφιαλτική ομαδική δολοφονία. Σ’ ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο περιβάλλον, όπου διεφθαρμένοι επιχειρηματίες με απόλυτα νόμιμες επιχειρήσεις, μπράβοι, ενδιάμεσοι και επαγγελματίες εκτελεστές κινούνται στο σκοτάδι, ακολουθώντας πιστά τους σκληρούς νόμους της νύχτας, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται και το έδαφος μοιάζει με κινούμενη άμμο...
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΛΣΑΛ (Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας). ''Το μοτίβο του δολοφόνου'' (Γαβριηλίδης, 2015) είναι το τρίτο του αστυνομικό μυθιστόρημα. Έχουν προηγηθεί τα βιβλία ''Παλιοί λογαριασμοί'' (Γαβριηλίδης, 2012) και ''Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου'' (Γαβριηλίδης, 2013).
Τα πτώματα μιας πενταμελούς εύπορης οικογένειας βρίσκονται στον κήπο του σπιτιού τους, έξω από το Μαραθώνα. Η σκηνή παραπέμπει σε επαγγελματίες εκτελεστές.
Η αστυνόμος Τρύπη και ο ομάδα της καλούνται να λύσουν το μυστήριο και σύντομα ανακαλύπτουν πως ένα μέλος της οικογένειας είναι ακόμα ζωντανό. Θα μπορέσει η Σοφία Μαυρονικόλα να διαφωτίσει την υπόθεση της οικογένειάς της ή θα δημιουργήσει περισσότερα ερωτηματικά;
Ένα βιβλίο για το οποίο έτρεφα μεγάλες προσδοκίες, αλλά τελικά δεν κατάφερε να με κερδίσει.
Ο “Σκοτεινός Λαβύρινθος” είναι ένα νουάρ αστυνομικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Πρόκειται για το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο του Γρηγόρη Αζαριάδη και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Το Σεπτέμβρη του 2014, μια απάνθρωπη πενταπλή δολοφονία λαμβάνει χώρα σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα έξω από το Μαραθώνα. Και τα πέντε θύματα, είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, χωρίς φανερούς εχθρούς και λόγους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιον σε ένα τέτοιο έγκλημα.
Η αστυνόμος Τρύπη και η ομάδα της αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν το μυστήριο και να φέρουν ενώπιον της δικαιοσύνης αυτόν ή αυτούς που είναι υπεύθυνοι για το αποτρόπαιο έγκλημα. Παράλληλα πρέπει να προστατεύσουν το έκτο μέλος της οικογένειας που παραμένει στη ζωή και να φροντίσουν για τη συνεργασία του. Η Σοφία, που ζει χρόνια στο εξωτερικό προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το χαμό της οικογένειάς της. Το μόνο που ζητάει είναι να τιμωρηθούν οι ένοχοι.
Αν και δεν έχω διαβάσει προηγούμενα βιβλία του κυρίου Αζαριάδη, καταλαβαίνω πως η ομάδα της Αστυνόμου Τρύπη δεν είναι νεοσύστατη και πως έχει βρεθεί πολλές φορές μέχρι τώρα αντιμέτωπη με παρόμοια εγκλήματα κατά ζωής. Παράλληλα, δεν φαίνεται να λείπει κάτι που να με εμποδίζει να καταλάβω πως λειτουργεί η ομάδα ή ποια είναι η ιεραρχία. Είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται για μια αρκετά ικανή και δεμένη ομάδα που δρα σύμφωνα με αυτά που πιστεύει και με γνώμονα τη δικαιοσύνη.
Ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής, είναι ένας από τους λόγους που με τράβηξαν στο βιβλίο. Ο συγγραφέας έχει το δικό του στυλ και το δικό του τρόπο αφήγησης, που δεν σου θυμίζει κάποιον άλλο συγγραφέα, αλλά δεν σε αποθαρρύνει κιόλας, ούτε χρειάζεται προσπάθεια για να τον παρακολουθήσεις. Η ενδελεχής έρευνα που έχει κάνει για το χώρο της νύχτας, τα κυκλώματα εμπορίας ναρκωτικών, αυτά των μπράβων, τα συμβόλαια θανάτου και τα συναφή είναι πρόδηλη, καθώς δίνει τα στοιχεία που χρειάζονται για να μπει ο αναγνώστης μέσα στην ατμόσφαιρα της νύχτας και της όλης ιστορίας, με λεπτομέρειες στο βάθος που είναι απαραίτητο για την πλοκή και την κατανόηση της ιστορίας, χωρίς να αναλώνεται σε ανούσια και ανυπόστατα στοιχεία.
Οι χαρακτήρες του είναι πολύ καλά δομημένοι και εξυπηρετούν το σκοπό της ιστορίας. Η αστυνόμος και η ομάδα της έχουν το βάθος που τους αναλογεί και είναι αρκετό για τον αναγνώστη ώστε να καταλάβει την ψυχολογία και την προσωπικότητα του καθενός. Τα δυνατά τους στοιχεία και οι αδυναμίες της Ελληνικής Αστυνομίας είναι που παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην έρευνα. Πρέπει πάντα να ακολουθούν το γράμμα του νόμου και την ίδια στιγμή, να προσπαθούν να μη βάζουν τη ζωή τι δική τους, αλλά και κανενός άλλου σε κίνδυνο. Οι περιορισμοί αυτοί είναι που μερικές φορές τους δένουν τα χέρια και τους φέρνουν κάποια βήματα πιο πίσω από κάποιον άλλο που δεν έχει τίποτα να χάσει.
Η προσωπικότητα της Σοφίας από την άλλη, δίνεται λίγο λίγο, βοηθώντας στην εξέλιξη και δίνοντας στοιχεία στον αναγνώστη με φειδώ, ώστε να δει τι κρύβεται πίσω από την κουρτίνα. Η ανάγκη της για εκδίκηση είναι μεγάλη και οι ικανότητές της, που ξεδιπλώνονται σιγά σιγά, εξηγούνται με τα λίγα αυτά στοιχεία. Το δίκιο ή άδικο που έχει είναι ένας ακόμη προβληματισμός για τον αναγνώστη. Οι σκέψεις περιπλέκονται γύρω από το κατά πόσο έχει δίκιο η κοπέλα και κάνει τις σωστές κινήσεις και κατά πόσο θα έπρεπε να αφήσει την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της.
Με τα υπέροχα αυτά στοιχεία, αλλά και με κάποια ακόμα, ο συγγραφέας Γρηγόρης Αζαριάδης συνθέτει ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα που δεν θα θέλετε να αφήσετε από τα χέρια σας! Διαβάστε το και δεν θα χάσετε!
Τον κ. Γρηγόρη Αζαριάδη δεν τον γνώριζα ούτε ως άνθρωπο ούτε ως συγγραφέα, προτού το Μεταίχμιο μάς... "βομβαρδίσει" με ενημερώσεις και ποστ σχετικά με την κυκλοφορία του "Σκοτεινού λαβύρινθου". Κι ενώ πάντα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου να τον διαβάσω κάποια στιγμή, μόλις πριν λίγες μέρες έπεσε στα χέρια μου.
Πρόκειται για ένα κλασικό ελληνικό αστυνομικό νουάρ, στις σελίδες του οποίου ο αναγνώστης θα βρει όλα τα χαρακτηριστικά που το κατατάσσουν στις κορυφές του εν λόγω είδους. Οι αναγνώστες που αγαπούν να διαβάζουν για περιπέτειες της αθάνατης ΕΛΑΣ, για στερεοτυπικές μορφές Ελλήνων εκπροσώπων του νόμου παντός είδους (καλοί, κακοί, πεισματάρηδες, γκαφατζήδες, πουλημένοι, γραφικοί κτλ.), υποθέσεις με πορνεία, διακίνηση ναρκωτικών, ξέπλυμα χρήματος, σκάνδαλα, συμβόλαια θανάτου, δολοφονίες, μίζες κτλ. θα το αγαπήσουν. Θα αναγνωρίσουν στις σελίδες και στους χαρακτήρες ανθρώπους που έχουν κάπου δει ή συναντήσει, ανθρώπους για τους οποίους διαβάζουν στις εφημερίδες ή ακούνε στις ειδήσεις. Ο Γρηγόρης Αζαριάδης έχει πιάσει τον παλμό της ελληνικής κοινωνίας, με τα καλά και τα κακά της, τα στραβά και τα αξιέπαινά της, και έτσι τα παραθέτει στο βιβλίο του, με ρεαλισμό και ειρωνικό χιούμορ όπου χρειάζεται. Είναι προφανές πως η συγκεκριμένη αστυνομική ομάδα έχει κάποιο παρελθόν και όσοι το γνωρίζουν από παλαιότερα βιβλία θα νιώσουν σίγουρα πολύ πιο οικεία με ετούτο εδώ. Οι υπόλοιποι, θέλουμε λίγο τον χρόνο μας. Η αλήθεια είναι πως υπάρχει ένα ευρύ φάσμα χαρακτήρων, έτσι ώστε ο καθένας να ταυτιστεί ή να ξεχωρίσει έναν ή περισσότερους. Όσο για την υπόθεση, περιλαμβάνει σχεδόν όσα ανέφερα παραπάνω. Αποτυπώνει ρεαλιστικά ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, ντυμένο πάντα με την απαραίτητη εσάνς αστυνομικού μυστηρίου, που οδηγεί κλιμακωτά μέσα από πολλές εξελίξεις στην αποκάλυψη. Το αν αυτή θα σοκάρει, θα συγκλονίσει, θα φέρει την κάθαρση ή ένα απλό κούνημα του κεφαλιού, αυτό πια επαφίεται στον κάθε αναγνώστη προσωπικά.
Αυτά γενικά για το βιβλίο...
Σε ό,τι έχει να κάνει με εμένα προσωπικά, η αλήθεια είναι πως το διάβασα μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα και είμαι χαρούμενη που το τελείωσα. Τα μικρά κεφάλαια και ο τρόπος γραφής, αλλά και οι συνεχείς εξελίξεις που ποτέ δεν σταματούν, βοηθούν πολύ σε αυτό. Αν μου άρεσε; Ενώ παραδέχομαι πως το βιβλίο είναι καλό ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ και πιθανότατα ανταποκρίνεται πλήρως στις προσδοκίες του ελληνικού αναγνωστικού κοινού που αγαπά τα αστυνομικά, εμένα δεν με κέρδισε ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ.
Δίνω τα εύσημα στον συγγραφέα σχετικά με την επιμελέστατη έρευνά του σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες της ΕΛΑΣ και τα διάφορα τμήματα, καθώς και τις περιγραφές που αφορούν αστυνομικές επιχειρήσεις, ιατροδικαστικές αναφορές κτλ. Φαίνεται πως το έχει ερευνήσει το θέμα και αυτό κάνει την ιστορία του πιο αληθοφανή.
Από την ομάδα της Τρύπη, δεν μπορώ να πω πως συμπάθησα κανέναν. Ίσως να ξεχώρισα λίγο τον αρχιφύλακα Μπρίνη, αλλά μάλλον γιατί μου φάνηκε ως η περισσότερο ηγετική προσωπικότητα εκεί μέσα και όχι για οτιδήποτε άλλο. Η αστυνόμος Τρύπη -που είναι και η επικεφαλής της ομάδας- ως χαρακτήρας δεν μου έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη. Ως επικεφαλής, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Το μόνο που έκανε ήταν απλά να συντονίζει την ομάδα από το γραφείο της, να στέλνει τους δόλιους υφισταμένους από δω κι από κει και να βγάζει συμπεράσματα που τα βγάζει άνετα και πρωτοετής φοιτητής της Εγκληματολογίας. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω. Η ψήφος μου πάει στα φιλότιμα αρσενικά της ομάδας της, που ξεροσταλιάζουν στο ξεροβόρι, στη βροχή και στα κ@λόμπαρα της κακιάς ώρας για χάρη της έρμης της έρευνας και του μεροκάματου.
Δεν μου άρεσε το πώς αποτυπώνονται οι γυναίκες στο βιβλίο. Δεν μου άρεσε αυτό που διάβασα. Η χαρά του στερεότυπου. Οι έφηβες ντύνονται στα μαύρα και είναι μέσα στην παραξενιά (η κόρη της αστυνόμου Τρύπη). Όσες είναι νεαρές και αδύνατες περπατάνε πάντα κουνιστές και λυγιστές, φοράνε στενά ρούχα με προκλητικά ντεκολτέ, πετάνε έξω τα βυζιά και τους κ@λους τους, είναι σερβιτόρες με προοπτικές μετά το πέρας της βάρδιας ή βίζιτες από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ ή αθώες κορασίδες, που όμως ξυπνάνε το λάγνο τέρας στα αρσενικά που συναντούν στον δρόμο τους. Αν είναι κοντά στα πενήντα, είναι ξερακιανές, ξινομούρες, safe γραμματείς που έχουν φάει τα ψωμιά τους, χοντρές αλλά πλούσιες σύζυγοι με άντρες που τις φλομώνουν στο κέρατο (με βίζιτες), με σώμα που έχει πάρει τον κατήφορο και δεν αξίζουν ούτε δεύτερη ματιά. Τα δε αρσενικά, ΑΠΑΝΤΕΣ ΛΙΓΟΥΡΙΑ. Αξιοσέβαστοι επιχειρηματίες, πουλημένοι και μη δικηγόροι, αρραβωνιασμένοι μπάτσοι, νονοί της νύχτας, μπράβοι, εκτελεστές, ακόμα και ο περιπτεράς της γειτονιάς, ΟΛΟΙ βλέπουν τις γυναίκες με τους δύο παραπάνω τρόπους. Δεν γίνεται να περάσει... ζουμερό θηλυκό και να μην προκαλέσει έστω ένα κύμα αμαρτωλών σκέψεων, τουλάχιστον. Δηλαδή, κάπου μπάστα!
Δεν ξέρω αν φταίει το ότι έχω διαβάσει υπερβολικά πολλά αστυνομικά σ' αυτή τη ζωή (το λέω και το χαίρομαι) ή αν ο συγγραφέας άφηνε εξαρχής πίσω του ψίχουλα αποκάλυψης σαν άλλος Κοντορεβυθούλης, όμως τον δολοφόνο τον μάντεψα άμα τη εμφανίσει του. Και το πώς θα εξελισσόταν η σχέση του με την κοπέλα. Και τον λόγο ακόμα που πιθανότατα έγινε ό,τι έγινε (ήδη από την αρχή δίνεται ένα δυνατό στοιχείο). Αρκετά νωρίς ανακάλυψα και την πιθανή ταυτότητα του ψηλού άντρα στο κρεβάτι, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου - αν και κάπου το "ψηλός" με μπέρδεψε, τελικά επαληθεύτηκα. Οφείλω όμως να δώσω τα εύσημα στον συγγραφέα γιατί στο τέλος την έκανε την ανατροπή -σε ό,τι αφορά εμένα- σχετικά με το ποιος ήταν τελικά ο υπαίτιος για ό,τι συνέβη τότε. Αυτό δεν το περίμενα, όχι. Και μου άρεσε και το ότι συνέβη και το πώς συνέβη. Αν και πάλι επαληθεύτηκαν σχεδόν όλα τα κλισέ . Θέλω να πω, διάβαζα ένα βιβλίο στο οποίο ήδη κάπως την ψυλλιαζόμουν τη δουλειά, οπότε εν μέρει το διάβασμα ήταν και διαδικαστικό, απλά για να δω τι θα γίνει μέχρι να καταλήξει στη "μεγάλη αποκάλυψη", που όμως εγώ ήδη γνώριζα. Φαντάζομαι πως δεν ήμουν η μόνη.
Γενικά, δεν μου αρέσουν οι πολλές βωμολοχίες σε ένα βιβλίο. Αντιλαμβάνομαι όμως πως σε ένα ελληνικό μυθιστόρημα αστυνομικής λογοτεχνίας αυτές είναι αναπόσπαστο κομμάτι του. Έτσι μιλάει η πλειοψηφία στην καθημερινότητά της, αυτό είναι το λεξιλόγιο των "μπάτσων", της "πιάτσας" και του υποκόσμου, αυτοί είναι οι χαρακτήρες που κινούνται σε τέτοια βιβλία. Γι' αυτό και το δικαιολογώ. Έχω όμως και το δικαίωμα να πω πως δεν μου αρέσει εμένα. Κι αυτός είναι ένας από τους σοβαρούς λόγους που αποφεύγω να διαβάζω και πολλά ελληνικά αστυνομικά. #sorry_not_sorry
ΠΟΛΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ βρε παιδιά, ΠΟΛΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ. Πολλοί άνθρωποι περαστικοί, της μιας σειράς και της μιας σελίδας, με όνομα κι επώνυμο και όλα τα συμπαρομαρτούντα, τόσο που έτοιμη ήμουν να πιάσω μπλοκάκι και να σημειώνω. Για τις οδούς και τους δρόμους και τις διαδρομές, δεν θα μιλήσω καν. Νομίζω πως είναι το μοναδικό βιβλίο που έχω διαβάσει με τόσες λεπτομέρειες για το πού έστριψε ο ένας και πού πέρασε με κόκκινο ο άλλος. Αυτό δεν ήταν βιβλίο, λογοτεχνικό GPS ήταν! Τι να πω, κάτι λίγα κατέχω από Αθήνα, αλλά και πάλι χιλιομπερδεύτηκα. Ούτε που έδινα και πολλή σημασία στη διαδρομή κάθε φορά, για να είμαι ειλικρινής (αυτό βέβαια το κάνω και στο real life ως συνοδηγός). Ήμουν σε φάση "ναι, ναι, προχώρα να δούμε τι θα γίνει...". Θεωρώ πάντως πως κάπου ήταν περιττό μπλα μπλα όλο αυτό. Πολλοί θα το θεωρήσουν κατατοπιστικότατο και αληθοφανές για το στόρυ. Δεκτό και σεβαστό.
Επίσης, συμπεραίνω πως το ύφος του κ. Αζαριάδη είναι το συγκεκριμένο, το πολλές φορές έντονα λυρικό και περιγραφικό και μεταφορικό. Αλλά και αυτό ήταν ένα σημείο που με ξένισε, για τρεις κυρίως λόγους: πρώτον, γιατί ήμουν υποχρεωμένη σε πολλά σημεία να σταματήσω την ανάγνωση και να ξαναδιαβάσω τον λυρισμό του συγγραφέα, για να καταλάβω τι εννοεί. Δεύτερον, κάπου το έχανα το ζουμί μέσα στην τόση περιγραφικότητα. Και τρίτον, θεωρώ πως εν μέρει ίσως έγινε και χάριν εντυπωσιασμού. Δεν ξέρω. Σε κάποια σημεία μου άρεσε, αναρωτιόμουν "ωωωω τι έγραψε τώρα! πώς το σκέφτηκε αυτό, τι ωραίο!" κτλ. και σε άλλα ήθελα να στριφογυρίσω τα μάτια, τύπου "καλά...". Και πάλι όμως, δέχομαι πως αυτό είναι πιθανότατα το ύφος του, έτσι γουστάρει να γράφει, καλά κάνει. Δεν θα με ρωτήσει κιόλας. Αλλά θα βγάλω κι εγώ απ' όλο αυτό τα συμπεράσματά μου για τη μελλοντική μας σχέση...
Θα δώσω μια ευκαιρία στο δεύτερο βιβλίο του, το οποίο θα πιάσω στο καπάκι μιας και είμαι... ζεστή τώρα και μιας και το έχω κι αυτό στην ατελείωτη λίστα με τα αδιάβαστα. Ελπίζω να έχω πάρει πια το κολάι ή να με τραβήξει περισσότερο το στόρυ, ώστε να δω αν θα αλλάξω γνώμη για ορισμένα απ' όσα ανέφερα παραπάνω. Θα δείξει η... νεκροψία (για να είμαστε και στο κλίμα)!
«Όχι. Όχι… δεν είναι τούνελ. Είναι λαβύρινθος. Ένα πλέγμα Σκοτεινών Λαβυρίνθων. Μια αχανής πολιτεία βυθισμένη στα έγκατα της Γης. Τεράστιες αίθουσες που επικοινωνούν με στενούς, χαμηλούς, παγωμένους διαδρόμους, βυθισμένους σε αδιαπέραστο σκοτάδι… Έχασα πολλά κομμάτια από τον εαυτό μου χωρίς να το συνειδητοποιήσω, έχασα όμως κι άλλα με πλήρη επίγνωση. Έσκισα τις σάρκες μου για να τα ξεφορτωθώ. Πόνεσα, πληγώθηκα, δεν είχα τον χρόνο να μετανιώσω, να θρηνήσω. Τα παράτησα λάφυρα, πίσω μου, για όποιον επίμονο εχθρό με ακολουθήσει. Ακόμα κι αν είναι ο ίδιος μου ο εαυτός, σε δεύτερη βελτιωμένη έκδοση. Οι τύψεις, οι ενοχές. Η φυγή δεν είναι λύση. Όσο μακριά κι αν διακτινιστείς, δεν θα βρεις καμία λύτρωση, απλά θα κρύψεις τον σκελετό στην ντουλάπα και κάθε φορά που την ανοίγεις θα τον αντικρίζεις να σου χαμογελάει σαδιστικά…»
Τέταρτο βιβλίο για τον Γρηγόρη Αζαριάδη ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» και οφείλω να ομολογήσω ότι το ευχαριστήθηκα περισσότερο από τα προηγούμενα. Όχι ότι τα υπόλοιπα βιβλία ωχριούν μπροστά του αλλά πως να το κάνουμε… ο πήχης σε κάθε του συγγραφική δουλειά ανεβαίνει ακόμα περισσότερο. Δεν θα αναφερθώ ξανά στο πως γνώρισα τον ίδιο και τα βιβλία του γιατί θα καταντήσω γραφική. Θα ασχοληθώ αποκλειστικά με το βιβλίο και τα συναισθήματα που μου δημιούργησε διαβάζοντας το. Ο συγγραφέας στα δύο πρώτα του βιβλία έκανε λόγο στο neo polar δίνοντας πολιτικές προεκτάσεις στη γραφή του. Στο τρίτο ασχολήθηκε με το police procedural δημιουργώντας ένα βιβλίο με λεπτομέρειες στις έρευνες της αστυνομίας για τον εντοπισμό ενός serial killer για να φτάσει στο τέταρτο βιβλίο του και πραγματικά να απογειώσει και τον τρόπο γραφής του αλλά τον τρόπο που επεξεργάζεται την πλοκή του.
Σεπτέμβρης 2014… Δύο ζευγάρια κάθονται στην αυλή τους στο αγρόκτημα τους στο Μαραθώνα και απολαμβάνουν το πρωινό τους όταν ξαφνικά δύο άγνωστοι εισβάλουν στην ιδιοκτησία τους και κυριολεκτικά τους γαζώνουν με τα όπλα τους. Η οικογένεια Μαυρονικόλα ξεκληρίζεται στην κυριολεξία. Η αστυνόμος Τρύπη και η ομάδα της καλούνται να ανακαλύψουν ποιος κρύβεται πίσω από αυτή την τόσο αποτρόπαιη δολοφονία. Στην πορεία των ερευνών θα τους γίνει γνωστό ότι υπάρχει εν ζωή η κόρη της οικογένειας η οποία είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς πριν μερικά χρόνια. Τι ήταν αυτό που έστρεψε τη Σοφία Μαυρονικόλα στη φυγή; Ποιο μυστικό κρύβεται μέσα στους σκοτεινούς λαβύρινθους του μυαλού της; Ποιος υπέγραψε το συμβόλαιο θανάτου της οικογένειας της; Η επιστροφή της κοπέλας στην Ελλάδα θα στρέψει την ομάδα ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής σε έναν αγωνιώδη αγώνα για να εξιχνιάσουν αυτό το τόσο μυστηριώδες έγκλημα. Οι άγραφοι νόμοι της νύχτας όμως είναι σκληροί και αδυσώπητοι…
«Κρυμμένη στο σκοτάδι μπορώ να φανταστώ τον ιδρώτα να αυλακώνει το πρόσωπο του. Τα δάχτυλα του, ιδρωμένα κι αυτά, να παίζουν νευρικά με το όπλο. Μπορώ να δω τον φόβο του, κι αυτό με πλημμυρίζει με μια άγρια ηδονή. Εγώ έχω τον έλεγχο, εγώ σκηνοθετώ την ταινία, το τέλος είναι αυτό που εγώ έχω γράψει… Το επόμενο δευτερόλεπτο νιώθω ένα πιστόλι στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου… Μια φωτεινή άλως φωσφορίζει μέσα στο σκοτάδι σαν στρογγυλός ιπτάμενος δίσκος που ετοιμάζεται να προσγειωθεί πάνω στους σιωπηλούς τάφους… Η απειλή ζωγραφίζεται τόσο έντονη στα μάτια του, που αν απλώσω το χέρι μου θα μπορούσα να την αγγίξω… Οι πυροβολισμοί ηχούν εκκωφαντικοί. Σκοτάδι, σκοτάδι και αίμα, πολύ αίμα…»
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης κάνει στροφή 180 μοιρών και χαρίζει στους αναγνώστες ένα αστυνομικό θρίλερ με αρκετά noir στοιχεία στη γραφή του πλέκοντας μια πολύ καλά δομημένη ιστορία η οποία αναφέρεται στη δράση του υποκόσμου, των πληρωμένων δολοφόνων και της προσωπικής εκδίκησης. Σε αυτό το βιβλίο οι συστάσεις των μελών της αστυνομικής ομάδας περιορίζονται σε κομμάτια της καθημερινότητας τους χωρίς να γίνεται ιδιαίτερη εμβάθυν��η στους χαρακτήρες τους. Ο συγγραφέας επιλέγει να εστιάσει περισσότερο στην προσωπικότητα της Σοφίας Μαυρονικόλα παρουσιάζοντας τις σκέψεις της μέσω πλάγιας γραφής αποστασιοποιώντας τη κατά κάποιο τρόπο από την υπόλοιπη ιστορία. Παρ’ όλα αυτά όσο προχωράει η πλοκή διεισδύουμε περισσότερο σε αυτές τις σκέψεις οι οποίες μας παρασύρουν μέσα στους λαβύρινθους του μυαλού της καταφέρνοντας να στήσουμε το παζλ των απαντήσεων που ψάχνουμε. Ο Αζαριάδης δημιούργησε μια εξαιρετικά μυστηριώδη ηρωίδα τοποθετώντας τη στην πρώτη γραμμή του πυρός θα λέγαμε δίνοντας της έναν ισχυρό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας που έπλασε στο μυαλό του αφήνοντας κάπως σε δεύτερη μοίρα την αστυνόμο Τρύπη και την ομάδα της.
Διατηρεί όμως σε έναν μικρό βαθμό την έννοια του police procedural που είχε υιοθετήσει στο προηγούμενο βιβλίο του βυθίζοντας μας μέσα στις λεπτομερείς έρευνες των αστυνομικών για να φτάσουν στη λύση των δολοφονιών και στη σύλληψη των δραστών. Περιγραφικός στην αφήγηση του ο συγγραφέας μας ταξιδεύει για άλλη μια φορά στους δρόμους της Αθήνας αλλά και σε διάφορα μέρη της Ελλάδας κάνοντας μας συνοδοιπόρους των ηρώων του. Τα πάντα κινούνται σε ρεαλιστικούς χρόνους δίνοντας μας τη δυνατότητα να κατανοήσουμε και την αληθοφάνεια στις κινήσεις των χαρακτήρων που έχει πλάσει χωρίς να τους μετατρέπει σε κάτι το εντελώς εξωπραγματικό αλλά και το χρονικό περιθώριο που χρειάζεται προκειμένου να διαλευκανθεί μια υπόθεση δολοφονίας. Η επιλογή του να ασχοληθεί με τα συμβόλαια θανάτου που στήνονται στα σκοτάδια του υποκόσμου μας βυθίζει μέσα σε έναν ανελέητο και σκληρό κόσμο όπου τα συναισθήματα παγώνουν και επικρατεί μονάχα ο ψυχρός επαγγελματισμός. Βάζοντας στο παιχνίδι της πλοκής και την προσωπική εκδίκηση δημιουργεί διλήμματα στους αναγνώστες για το αν οι ένοχοι θα πρέπει να κριθούν ενώπιον της δικαιοσύνης ή μέσω μια αυτοδίκαιης τιμωρίας. Για άλλη μια φορά η κάθαρση επέρχεται κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και οι αποκαλύψεις καταφθάνουν σαρωτικές ισοπεδώνοντας τα πάντα γύρω τους.
«Να δίνεις όλο σου τον εαυτό, να προσφέρεις χωρίς όρια. Από τη μια μεριά για να εξιλεωθείς από τους κρυφούς σου δαίμονες γι’ αυτά που έζησες δίχως να νιώσεις ότι άλλοι προσφέρουν πράγματα σ’ εσένα. Κι όταν αποφασίζεις να επιστρέψεις στην Ιθάκη σου βλέπεις ότι κάποιοι την έχουν ισοπεδώσει… Συνειδητοποιούσα με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η αδρεναλίνη αποτελούσε πια το βασικό μου καύσιμο… Ένα πραγματικό ναρκωτικό που μπορεί στο παρελθόν να είχε ρημάξει τη ζωή μου, αλά τώρα ήταν ο μοναδικός λόγος που με κρατούσε ζωντανή…»
Εν κατακλείδι ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» αποτελεί ένα αστυνομικό θρίλερ που θα μας ταξιδέψει μέσα από τους δαιδαλώδεις λαβύρινθους του μυαλού μας και θα μας κάνει να δούμε μια άλλη όψη του υποκόσμου που κρύβεται στις σκιές αλλά και κάτω από τις μάσκες αθώων φαινομενικά ανθρώπων. Άραγε θα καταφέρουμε να βρούμε τη λυτρωτική έξοδο ή θα χαθούμε μέσα στα σκοτάδια των διαδρόμων του;
Πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο συγγραφέα και πραγματικά με εντυπωσίασε. Γρήγορη πλοκή που σε συνεπάρει και δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ένα πραγματικά εξαιρετικό αστυνομικό μυθιστόρημα που λάτρεψα από τα πρώτα μέχρι τα τελευταία του κεφάλαια. Ο τρόπος γραφής του εθιστικός.
Ο "Σκοτεινός λαβύρινθος" για να 'μαι ειλικρινής, δεν μπορώ να πω ότι δεν με ενθουσίασε. Εκτός από την πλοκή της ιστορίας και το φινάλε, μου άρεσε πολύ η γλαφυρή περιγραφή του συγγραφέα γύρω από τις έρευνες για την εξιχνίαση της υπόθεσης, όσο και το ανθρωποκυνηγητό με τις "stakeout" σκηνές. 🤘🚔😜🚔🤘 Αυτό που ειλικρινά με κούρασε στην ανάγνωση, και μεταξύ μας τις θεώρησα περιττές, είναι οι διάφοροι οδοί που έχει αναφέρει μέσα ο συγγραφέας. Η αλήθεια είναι ότι το 'χω συναντήσει κι αλλού, και λίγο περισσότερο στα βιβλία μερικών συγγραφέων του εξωτερικού. Κατά την άποψή μου, δεν νομίζω ότι προσφέρουν τίποτα περισσότερο απ' το να γεμίσουν λίγο παραπάνω τις σελίδες. 😏😏 Θα μπορούσαν τουλάχιστον να μην τις συναντάμε τόσο συχνά! 😜 Όσον για την αστυνόμο Τρύπη; Την συμπάθησα ως χαρακτήρα, αλλά για να την γνωρίσω καλύτερα, θα φροντίσω μια συνάντηση μαζί της στο: "Το μοτίβο του δολοφόνου". 🚔😁🚔
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης είναι ίσως από τους καλύτερους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας και θεωρώ πως η "μεταγραφή" του στο Μεταίχμιο είναι απόλυτα δίκαιη. Κάθε βιβλίο του έχει διαφορετικό αέρα, όμως το ύφος του συνεχώς εξελίσσεται και δίνει κάτι καινούργιο. Από τους άκρως πολιτικούς νεοπολάρ "Παλιούς Λογαριασμούς", στην μεσογειακή νεονουάρ "Τελευταία Παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου" και στο καθαρόαιμο αστυνομικό "Μοτίβο του Δολοφόνου", πάντα βλέπουμε και κάτι καινούργιο από τον συγγραφέα μας. Τί έχει να μας πει το νέο του βήμα, λοιπόν; Για αρχή, δεν θα σταθώ πολύ στην πλοκή: μια οικογένεια σφαγιάζεται από εκτελεστές, η αστυνόμος Τρύπη και η ομάδα της αναλαμβάνουν την έρευνα αλλά, ταυτόχρονα, εμφανίζεται και το μοναδικό ζωντανό μέλος της οικογένειας με βλέψεις για εκδίκηση. Το μετά στις σελίδες μιας ιστορίας γεμάτης δράση και ανατροπές, οι οποίες διαβάζονται με ευκολία και χωρίς καθυστερήσεις. Μπορώ να πω πως αυτό είναι το πιο γεμάτο βιβλίο του συγγραφέα μας. Μπορεί ένα σημαντικό μέρος της πλοκής να γίνεται αναμενόμενο από κάποια στιγμή και ύστερα, όμως όλα δένουν ωραία αφηγηματικά, στο τέλος. Οι ιστορίες των ηρώων των υπολοίπων βιβλίων του Αζαριάδη ζουν πάλι εδώ, όμως δεν αναπτύσσονται και πολύ σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία. Αυτό δεν συμβαίνει γιατί είναι επίπεδοι οι ήρωες, αλλά γιατί για πρώτη φορά στην σειρά παρακολουθούμε και την ιστορία της επιζήσας κόρης και αδερφής των θυμάτων, η οποία είναι αρκετά πολυσύνθετη και τραγική που σαν μια άλλη Ηλέκτρα προετοιμάζεται να βυθιστεί στην εκδίκηση, με κάθε κόστος. Όμως άλλο είναι το στοιχείο που πρέπει κανείς να επαινέσει: την υπέροχη έρευνα που έχει γίνει προς αποτύπωση του ελληνικού υποκόσμου. Για πρώτη φορά βλέπουμε πως απλώνεται το δίκτυο των εκτελεστών στον ελλαδικό χώρο, με τους διαμεσολαβητές και τους εντολείς, τους ίδιους τους εκτελεστές αλλά και όσους παίζουν τον παραμικρό σημαντικό ρόλο στο καρουζέλ του θανάτου. Είναι ένας ρεαλιστικός κόσμος που αναπνέει και συχνά σε απωθεί να τον αγγίξεις, καθώς ξέρεις πως είναι πραγματικός. Στο τέλος, όμως, τί είναι ο "Σκοτεινός Λαβύρινθος"; Νεοπολάρ; Μεσογειακό Νουάρ; Αστυνομικό; Ή Ιστορία εκδίκησης; Λίγο απ' όλα, όμως περισσότερο το βιβλίο τείνει στο Ευρωπαϊκό Θρίλερ. Σε έναν χώρο όπου μεσουρανούν συγκεκριμένοι Γάλλοι (όπως ο Καρύλ Φερέυ) και αρκετοί Σκανδιναβοί (όπως ο Άρνε Νταλ), ο Αζαριάδης επιλέγει να τα κρατήσει τα στοιχεία που αγαπά περισσότερο από τον κάθε σχολή, αλλά και να τιμήσει τα σημεία αναφοράς του (Μανσέτ, Σγιεβάλ-Βαλλέ). Το προϊόν είναι κάτι ελληνικό, πλέον, ίσως και πιο φιλόδοξο από ποτέ και δείχνει τον δρόμο όσους άλλους θέλουν να γράψουν ένα γερό αστυνομικό. Σίγουρα, κάποιοι θα βρουν πράγματα που δεν τους αρέσουν: 1)περιγραφές ωραίων γυναικών και όσους ξερογλύφονται, 2) επαναλήψεις στις συνήθειες των χαρακτήρων και 3) λιγότερη Τρύπη. Τα δύο πρώτα δεν με ενόχλησαν, αντίθετα: 1) πως αντιλαμβάνεται ο κάθε χαρακτήρας τον χώρο γύρω του, μεταξύ των άλλων και τις γυναίκες, αλλά και πόσο διαφορετικός είναι ο καθένας (διαφορετικά θα αντικρύσει ένας μεσήλικας δικηγόρος την εμφανίσιμη Τρύπη και διαφορετικά ο γενικά γόης συνάδελφος της, Μπρίνης, που την σέβεται πραγματικά και δεν την βλέπει σαν κομμάτι κρέας), 2) κάθε μικρολεπτομέρεια για το πως ο κάθε χαρακτήρας ξεσπά την νευρικότητά του (είτε το τικ ενός ταξίαρχου να φλερτάρει με το ξερίζωμα του μουστακιού του) είναι αρκετή για να τους δώσει χαρακτήρα χωρίς φανφάρες για το πως νιώθουν (show, don't tell), αλλά 3) όντως, η Τρύπη μου έλειψε αρκετά σε αυτό το βιβλίο, θα την ήθελα στο επόμενο περισσότερο κεντρική ηρωίδα απ' ό,τι τώρα. Στο δια ταύτα, όμως, ο "Σκοτεινός Λαβύρινθος" είναι ένα εξαιρετικό δείγμα αστυνομικής λογοτεχνίας που δεν πρέπει να χάσετε. Δεν θα σας κουράσει, θα σας κάνει να περάσετε ωραία και να δείτε τον ελληνικό υπόκοσμο με άλλο μάτι. Πάνω απ' όλα, όμως, θα βυθιστείτε στα μυστικά του και δεν θα θέλετε να βρείτε γρήγορα την έξοδο.
Η αστυνόμος Τρύπη του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής και Προσωπικής Ιδιοκτησίας αναλαμβάνει την υπόθεση της εκτέλεσης της οικογένειας των Μαυρονικόλα. Είναι εντολή δολοφονίας ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών; Γιατί; Τι συνέβη στα κυκλώματα της νύχτας που οδήγησε στη δολοφονία τεσσάρων ενηλίκων κι ενός πεντάχρονου παιδιού; Ταυτόχρονα, η Σοφία Μαυρονικόλα, που γλύτωσε λόγω απουσίας στην Αιθιοπία, επιστρέφει για να κηδέψει τους αγαπημένους της κι ορκίζεται εκδίκηση. Έτσι ξεκινάει ένα αδυσώπητο κυνήγι όχι μόνο ενάντια στον χρόνο αλλά και μεταξύ των δύο γυναικών για το ποιος θα βγάλει πιο γρήγορα άκρη σε αυτό τον σκοτεινό λαβύρινθο. Ποιος θα κερδίσει τελικά; Η εκδίκηση ή η δικαιοσύνη;
Η τέταρτη υπόθεση της αστυνόμου Τρύπη, που διαδραματίζεται τρία χρόνια μετά το προηγούμενο βιβλίο, το «Μοτίβο του δολοφόνου», είναι άλλο ένα ταξίδι στους σκοτεινούς δρόμους της Αθήνας και ταυτόχρονα ένα κείμενο πλούσιο σε κινηματογραφικές εικόνες, απρόσμενες παρομοιώσεις και αδιάκοπες σκηνές έντασης και δράσης. Είναι ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, με εκτελεστές, εντολείς, δολοφόνους, νονούς της νύχτας, μπράβους, βαποράκια, προστάτες και πόρνες, που καταφέρνει μια κατά βάσιν μονοδιάστατη ιστορία να τη γεμίσει με πληροφορίες που ζωντανεύουν ανάγλυφα έναν κόσμο που είναι καλύτερα να μη γνωρίσεις. Η καταγραφή της ώρας, η αποτύπωση των διαδρομών που χαράζουν οι ήρωες, με τις λεωφόρους, τους δρόμους και τα σοκάκια να περνάνε μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη με υψηλή ταχύτητα, η διαρκής εναλλαγή πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης, ο ευρηματικός τρόπος κάλυψης των κενών από γεγονότα περιόδων με τη χρήση μέλλοντα είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός συγγραφέα που ξέρει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και να ντύνει με σημαντικές λεπτομέρειες και την παραμικρή τυπική διαδικασία. Κοφτές, μικρές προτάσεις εναλλάσσονται με μεγαλύτερες και περιγραφικές, καλολογικά στοιχεία και αναπάντεχες παρομοιώσεις συμβιώνουν με λουτρό αίματος και τη σκοτεινή πλευρά του υποκόσμου κι όλα αυτά συνθέτουν ένα ιδιότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα που δεν ξεφεύγει από το στυλ των προηγούμενων, δεν παύει όμως να είναι εξίσου ενδιαφέρον.
Σε τριτοπρόσωπη αφήγηση εξιστορείται το κυρίως κείμενο, σε πρώτο πρόσωπο εκφράζει η Σοφία Μαυρονικόλα τον τρόπο σκέψης της, τα αρνητικά και τα θετικά συναισθήματά της, την πάλη της ανάμεσα στο ένστικτο και στη λογική και σε όσα άλλα συνθέτουν την προσωπικότητά της και αιτιολογούν κάθε της αντίδραση. Πρώτη φορά μάλιστα συναντώ σε μυθιστόρημα τη χρήση μέλλοντα, που καλύπτει με ευρηματικό τρόπο όσα γεγονότα δεν έχουν σημασία ή επαναλαμβάνονται στο κείμενο, όπως: «Το βράδυ της 15ης Γενάρη 2015, στο βιβλίο συμβάντων της ομάδας του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής θα καταγραφούν τα ακόλουθα γεγονότα» (σελ. 230) και κατά τον αυτό τρόπο θα μάθουμε για τις διακοπές των Χριστουγέννων: «Ο Σταυρίδης με τη σύζυγο και τη μικρή Λένια θα εκδράμει στα γραφικά Τρίκαλα… Ο Βεργίνης μετά της συζύγου θα εγκατασταθεί στην οικία του παιδικού του φίλου…» κλπ. (σελ. 183). Αυτά τα χωρία πάντως δεν παρατίθενται στεγνά, σα να διαβάζεις αστυνομική αναφορά, αλλά διαδραματίζονται πολλά μικρά και μεγάλα γεγονότα σε αυτές τις γραμμές, υπάρχει αναφορά στο παρελθόν και στο παρόν και διάφορα άλλα μικρά σημεία που δημιουργούν ένα νανο-σύμπαν μέσα στο κυρίως σύμπαν!
Το ύφος του κυρίου Αζαριάδη ακροβατεί και σε αυτό το μυθιστόρημα ανάμεσα στη στυγνή καταγραφή των γεγονότων και την εις βάθος διείσδυση στην ψυχολογία πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών. Η ειρωνική του ματιά απέναντι στα κακώς κείμενα της σημερινής εποχής δεν κρύβεται, δημιουργώντας αναπάντεχες περιγραφές μα πάνω απ’ όλα πρωτότυπες παρομοιώσεις και μεταφορές: «Ο νομικός σύμβουλος θυμίζει πλάτανο σε πλατεία απομακρυσμένου χωριού του Πηλίου. Επιβλητικός. Πανύψηλος. Λίαν ευτραφής» (σελ. 96). Προσέξτε εδώ με τι τρόπο μετατρέπονται σε ανθρωπομορφικά τα στοιχεία της φύσης: «Σε κάποια κοντινή παραλία, κάποιος Αγαμέμνων θυσιάζει κάποια μικρή Ιφιγένεια κι ένα ανεπαίσθητο ούριο αεράκι σηκώνεται νωχελικά κι αρχίζει να σπρώχνει αργά το καθηλωμένο πλοίο της έρευνας» (σελ. 200). Και φυσικά υπάρχει και η αγαπημένη μου υφέρπουσα ειρωνεία: «Κύρια καθήκοντά τους η εξασφάλιση προστασίας κι η διακίνηση ναρκωτικών. Επιπροσθέτως, όταν απαιτηθεί, καβαλάνε τα αυτοκίνητα, μαζί με κάμποσα άλλα παιδιά, και πηγαίνουν να παραδώσουν Μαθήματα Επαναφοράς στην Ορθή Συμπεριφορά σε όσους δεν κατανοούν πλήρως τους όρους του παιχνιδιού» (σελ. 102).
Μου άρεσε πολύ το γεγονός πως κάποιος, κι ειδικά μια γυναίκα, θέλει να πάρει εκδίκηση για την οικογένειά της κι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να αναλογιστούμε, χάρη και στα παραδείγματα του κυρίου Αζαριάδη και στα αποτελέσματα των πράξεων, πόσο λεπτά όρια υπάρχουν ανάμεσα στην αυτοδικία και την ηθική. Θες να πάρεις εκδίκηση, μισείς, είσαι γεμάτος θυμό, τη σκανδάλη όμως θα την πατήσεις; Είσαι έτοιμος δηλαδή να γίνεις ένας δολοφόνος; Τα αντικρουόμενα αυτά στάδια δίνονται με υπέροχο, ανάγλυφο θα έλεγα τρόπο και προς επίρρωση έρχεται η αρχαία κλασική γραμματεία, με παράδειγμα από την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, που θέλει ν’ αποκατασταθεί η δικαιοσύνη και να ξεπλυθεί η προσβολή από τη δολοφονία του πατέρα της, Αγαμέμνονα: «πότερα δικαστήν ή δικηφόρον λέγεις;», δηλαδή: «Τι προτιμάς, έναν δικαστή ή έναν τιμωρό;» ρωτάει τον χορό που αποζητάει κάποιον να επιφέρει τη δικαιοσύνη.
Η αστυνόμος Τρύπη έχει ένα πολύ καλά στελεχωμένο τμήμα και άξιους συνεργάτες, από τους οποίους ο καθένας εργάζεται στην κατάλληλη θέση. Δεν είναι όμως πιόνια της αρχηγού τους ούτε τη μισούν ή αντιδρούν αρνητικά απέναντί της. Η Τρύπη ξέρει να τους ανταμείβει, να χειρίζεται σωστά τις εντάσεις και να κατανοεί τα ανθρώπινα λάθη στα οποία ίσως υποπίπτουν. Μπρίνης, Μαντάς, Μπελούση, Φούκουρας και Μόραλης, ο αστυνομικός διευθυντής Σταυρίδης, ο ιατροδικαστής Κουρούτσος και άλλοι είναι συνεργάτες και αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με τις υποθέσεις που τους ανατίθενται, ακριβώς όπως και στο «Μοτίβο του δολοφόνου». Κανείς δεν έχει υπερβολικές απαιτήσεις ή μεγαλομανία ούτε εποφθαλμιά κάποια άλλη θέση. Χωρίς να μαθαίνουμε αναλυτικά το παρελθόν των χαρακτήρων, τους βλέπουμε να εργάζονται με τον τρόπο του ο καθένας και να ολοκληρώνουν ό,τι τους ανατίθεται. Εδώ μάλιστα έχουμε και μια ξεκάθαρη δήλωση: «Σίγουρα χρειάζεται ο ηγέτης αλλά πάνω απ’ όλα είναι η ομάδα» (σελ. 435). Και είναι τόσο όμορφο να διαβάζω βιβλία με ομαδική δουλειά και όχι με τον κεντρικό ήρωα-ντετέκτιβ να τα κάνει όλα μόνος του!
Η υπόθεση ξετυλίγεται με τέτοιο τρόπο που ένιωθα πως βρίσκομαι στα κεντρικά γραφεία της υπηρεσίας, στους τόπους των εγκλημάτων, στο νεκροτομείο, στα καταγώγια και στα σκυλάδικα της εθνικής, στα βρώμικα της Μαβίλη και στα μισοσκότεινα δρομάκια στο πλάι της λεωφόρου Αθηνών ενώ περνούσαν από μπροστά μου οι άνθρωποι που διερευνούν την υπόθεση. Μαζί με την Τρύπη και τους υπαξιωματικούς σήκωνα τα τηλέφωνα, έκανα τις έρευνες, ζούσα την ένταση και την απελπισία του αδιέξοδου.
Τέλος, παρ’ όλο που έχουμε να ξετυλίξουμε ένα κουβάρι ακολουθώντας συγκεκριμένα βήματα (εντολέας μεσάζων δολοφόνος), ακόμη και η πραγματική ταυτότητα του εντολέα ήταν έκπληξη, γιατί ως το σημείο της ανατροπής ο συγγραφέας είχε ρίξει εσκεμμένα το φως του αλλού, παρασύροντάς με σ’ ένα παιχνίδι γάτας και ποντικιού ώσπου να μου αποκαλύψει τι και ποιος κρύβεται πίσω από την εκτέλεση. Σύμφωνα με τον κόσμο της νύχτας και για λόγους ασφαλείας κανείς δεν ξέρει άλλον από τον ανώτερό του στην περίεργη αυτήν αλυσίδα, οπότε και σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά να μην εξαρθρωθεί όλο το κύκλωμα. Έτσι κι εδώ, αυτά τα πρόσωπα αναζητούνται από την ομάδα της Τρύπη και τη Σοφία, μόνο που «άλλα συγγραφεύς κελεύει» κι έτσι κάποιες αλλαγές οδηγούν την υπόθεση αλλού, μπλέκοντάς την και ταυτόχρονα κάνοντάς την πιο συναρπαστική. Φυσικά, εφόσον έχουμε να κάνουμε με τον κύριο Αζαριάδη, δεν περίμενα πως όλα θα είχαν ευτυχή και αναμενόμενη κατάληξη, η αλήθεια απέχει παρασάγγας απ’ όσα δείχνει η αρχή του μυθιστορήματος.
Ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» είναι άλλο ένα διαφορετικό αστυνομικό μυθιστόρημα, γεμάτο ένταση, ανατροπές, κοφτούς διαλόγους, ρεαλιστικές σκηνές και ταυτόχρονα λιτό και στεγνό περιγραφικά ενώ κάποια λογοτεχνικά γνωρίσματα που το διανθίζουν έρχονται την κατάλληλη στιγμή για να ξεκουράσουν τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας ξέρει πολύ καλά το αντικείμενό του και το στυλ γραφής του και η επιλογή των σκηνών, των διαλόγων και του λεξιλογίου δίνουν ένταση και αληθοφάνεια. Προκλητικό, διαφορετικό, παίζει με το μυαλό του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος και χαρίζει πολλές σελίδες έντασης και σασπένς!
Το βιβλίο ξεκινάει με την άγρια δολοφονία μιας οικογένειας στο Μαραθώνα, μιας δολοφονίας πλημμυρισμένη στο αίμα. Μοιάζει με συμβόλαιο θανάτου από επαγγελματίες δολοφόνους. Ποιός και γιατί θα ήθελε όμως το ξεκλήρισμα μιας ολόκληρης οικογένειας; Η αστυνομία ξεκινάει έναν αληθινό αγώνα δρόμου για να ανακαλύψει τα ίχνη των δολοφόνων και να ανακαλύψει τα αίτια που τους οδήγησαν σε αυτήν την αποτρόπαια πράξη. Μια ιστορία με έντονη πλοκή και κινηματογραφική ροή, με συνεχόμενες ανατροπές και έντονη δράση. Μια ιστορία που σε τυλίγει μες τον ιστό της, νιώθεις να ζεις και να κινείσαι μαζί με τους ήρωες, μπαίνεις σε ένα λαβύρινθο που στην διαδρομή του μέχρι να βγεις στο φως συναντάς εκτελεστές, μπράβους της νύχτας, όπλα, βία, διλήμματα και διαφθορά μέσα στους διαφορετικούς νόμους της νύχτας, μυστικά και λάθη που κρύβονται καλά μες το σκοτάδι...... Ένα αστυνομικό θρίλερ γεμάτο μυστήριο, λεπτομερείς περιγραφές όσον αφορά τις έρευνες των αστυνομικών για να φτά��ουν στην σύλληψη των δραστών αυτού του μακελειού, περιγραφές των τόπων και τοπίων που βρίσκονται οι ήρωες του βιβλίου, γινόμαστε συνοδοιπόροι τους και προσπαθούμε να μπούμε στο μυαλό τους για να καταλάβουμε τους λόγους που τους οδήγησαν στην κάθε πράξη τους, ταξιδεύουμε μες στον λαβύρινθο της σκέψης του μυαλού του κάθε ήρωα μέχρι αυτό να βγει στο φως της αλήθειας ή να χαθεί για πάντα μες τα σκοτάδια του.....
Το τέταρτο βιβλίο του κυρίου Αζαριάδη που διαβάζω και δεν έχω αποφασίσει αν ξεπέρασε το Μοτίβο του δολοφόνου ή όχι. Μπορεί να μάντεψα τον ένοχο σχετικά γρήγορα αλλά η γρήγορη πλοκή δε με άφησε να βαρεθώ. Οι ίδιοι χαρακτήρες και κάποιοι καινούριοι μαθαίνουμε πως προχωράει η ζωή τους. Βέβαια όχι τόσο όσο στα προηγούμενα βιβλία γιατί εδώ βλέπουμε και τον ψυχισμό της Σοφίας. Τη κόρη των θυμάτων. Ζούμε τον πόνο της, την αγωνία της, το αίσθημα της εκδίκησης σε κάθε αναπνοή της. Η ιδιαίτερη γραφή με έβαλε για ακόμα μια φορά μέσα στην ατμόσφαιρα του βιβλίου και τα κομμάτια που δίνονται σιγά σιγά βοηθούν στο να εξελιχθεί η πλοκή κάνοντάς με να προσπαθώ να ολοκληρώσω το παζλ. Στις ευχαριστίες ο συγγραφέας μας λέει οτι χρειάστηκαν δυο χρόνια έρευνας και αυτό φαίνεται. Περιμένω το πέμπτο βιβλίο του
3,5 αστεράκια για το πρώτο βιβλία του Αζαριάδη που διαβάζω. Καθαρόαιμο νουάρ με πολύ αναπάντεχη επιλογή να είναι γυναίκα το σημαίνον πρόσωπο κυνηγού και κυνηγημένου. Ήταν πολύ ενδιαφέρον στο ότι μου παρουσίασε πολύ πειστικά το υπογάστριο μιας πόλης στην οποία ζω και το οποίο γνωρίζω από την τηλεόραση και τις ειδήσεις αλλά που για τον πολύ κόσμο είναι μυθιστορηματικό. Το μείον στο βιβλίο που του κοστίχει το μισό αστεράκι είναι ότι θα μπορούσε να είναι μικρότερο μιας και οι αρχικές αναζητήσεις ατόμων κράτησαν υπερβολικά πολύ και δεν προωθούσαν την πλοκή. Αλλο ένα μείον οι πάρα πολλοί χαρακτήρες, τόσοι που στο τέλος έχανες λίγο την μπάλα. Σε κάθε περίπτωση χαίρομαι που κυκλοφορούν ΚΑΙ τέτοια βιβλία στα ελληνικά από έλληνες συγγραφείς.
Μια καλή ιστορία η οποία ασχολείται με την δράση του υπόκοσμου, των κυκλωμάτων της νύχτας και των πληρωμένων δολοφόνων. Ίσως λίγο τραβηγμένη για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά δεν παύει να είναι καλή. Κουραστική η τόσο συχνή περιγραφή των διαδρομών με τα ονόματα των οδών και χωρίς να προσφέρει τίποτα, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που δεν είναι εξοικειωμένοι με τις περιοχές που περιγράφονται. Ο συγγραφέας έχει μία κάποια εμμονή με το …διποικιλιακό κρασί. Επίσης καλό είναι όταν θέλεις να αναφερθείς σε συγκεκριμένη μάρκα ουϊσκι να φροντίζεις να γράφεται το όνομα σωστά. Λεπτομέρεια μεν, αλλά οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν την διαφορά.
ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ Ο “Σκοτεινός Λαβύρινθος” του Γρηγόρη Αζαριάδη είναι η νουάρ οπτική της τραγικής ανατροπής των ανθρωπίνων και η απόδειξη ότι μια καλή αστυνομική ιστορία μπορεί να αποτυπώσει κριτικά την κοινωνική πραγματικότητα. Η παθογένεια στη δημόσια σφαίρα, η κρίση, το ρευστό περιβάλλον αποτελούν το εξαιρετικό υπόστρωμα για την πλοκή της νέας υπόθεσης που καλείται να επιλύσει η ηρωίδα του, αστυνόμος Τρύπη από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής.
Με όχημα την άγρια δολοφονία μιας πενταμελούς οικογένειας σε αγροικία του Μαραθώνα ο συγγραφέας μιλά επίσης και για το ατομικό: για το τυφλό πάθος της εκδίκησης, τη βαρβαρότητα, το χάος μεταξύ λογικής και επιθυμίας.
Με την απαιτούμενη εστίαση, την ανάλυση, και το λογοτεχνικό του ιδιόλεκτο, από το απομονωμένο κτήμα του Μαραθώνα ο Γρηγόρης Αζαριάδης μας οδηγεί στον κόσμο όπου τα συμβόλαια θανάτου εκτελούνται κατά γράμμα, ακυρώνοντας βασικά κοινωνικά προαπαιτούμενα, τον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής, την απόδοση δικαιοσύνης.
Πάνω σε αυτή τη διαπίστωση επικάθεται ο δεύτερος παράλληλος άξονας που θέτει ο συγγραφέας, η εκδίκηση: η προσπάθεια δηλαδή του ατομικού να διορθώσει αυτό που στο φαντασιακό του( ή και πραγματικά) είναι η αδυναμία του κοινωνικού. Η μοναδική επιζήσασα της οικογενειακής τραγωδίας του Μαραθώνα, η Σοφία Μαυρονικόλα, θέλει να πάρει το νόμο στα χέρια της.
Η συνάντηση και η απόκλιση των ηρώων από την έννομη ή ηθική τάξη και η δικαιοσύνη ως έννοια ή στόχευση ανεβάζουν ψηλά το επίπεδο της αναλυτικής έντασης του κειμένου, κλείνοντας όλα τα εν δυνάμει νοητικά κενά.
Ο πλούτος των σκέψεων και της προβληματικής του κειμένου καθιστούν τον “Σκοτεινό Λαβύρινθο” ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που καταφέρνει και ισορροπεί ανάμεσα στην αστυνομική, αφηγηματική του φόρμα και στο κοινωνικό. Ο Γρηγόρης Αζαριάδης διαθέτει και χρησιμοποιεί τα εργαλεία ιεράρχησης της πληροφορίας κλιμακούμενα έως το τέλος -μάλλον και μετά απ’ αυτό.
Η ιστορία υπάρχει και μετά την τελευταία σελίδα γιατί έχει αφήσει πίσω της την επίγευση μιας κοινωνίας που παραμένει σκληρή και χρειάζεται ν’ αλλάξει.
Το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη “Σκοτεινός Λαβύρινθος”, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
www.vivliakaioneira.blogspot.com Οι πολλές λεπτομέρειες στην αρχή και ο ιδιότυπος και περίτεχνος τρόπος γραφής με κούρασαν ξεκινώντας το βιβλίο. Καθώς γυρνούσαν όμως οι σελίδες και εξελισσόταν η πλοκή γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρον. Οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονταν σιγά σιγά και κατέληξα, να μην τα πολυλογώ, να μην θέλω να το αφήσω από τα χέρια μου. Η αγωνία και οι κινηματογραφικές σκηνές στο τέλος έκλεψαν την παράσταση και οι ανατροπές έκλεισαν το βιβλίο με τον καλύτερο τρόπο!
Ήθελα να διαβάσω πολυ αυτό το βιβλίο. Και η ανάγνωση του ήταν ένα δώρο για μένα. Μια σφιχτοδεμενη αστυνομική ιστορία, γεμάτη ανατροπές, αγωνία και πολυ καλή γνώση των αναλύσεων και των ερευνών. Ο Γρηγόρης Αζαριάδης ξέρει να γράφει αστυνομικό μυθιστόρημα και πραγματικά δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τους ξένους συγγραφείς. Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΛΑΒΥΡΙΘΟΣ είναι ακριβώς αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης. Ένα σκοτεινό μυθιστόρημα, γεμάτο από βαριά τσιγάρα, σκληρά ποτα και θανάσιμες σφαίρες. Το βιβλίο θυμίζει πολυ ταινιες Νουάρ με σκληροτραχηλους ντετέκτιβ που προσπαθουν μέσα σε βρώμικα στενακια και κλασικά μπαράκια με άρωμα χασίς να ανακακυψουν την αλήθεια. Και όλη αυτή η ατμόσφαιρα φέρνει αντιμέτωπους την ομάδα ερευνών του τμήματος Εγκλημάτων κατά ζωής μπροστά στην άβυσσο της διαφθοράς που μοιάζει με βαρέλι χωρίς πατο. Με τον υπόκοσμο στην κορυφή και τους αστυνομους να λαχανιαζουν να τους φτάσουν ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ μοιάζει με μια μαυρη τρυπα του διαστήματος. Μπαίνεις μέσα και χάνεσαι για πάντα.
Λάθη μικρά μεν υπαρκτά δε... - Σελ. 266. "Ανεβαίνει στη Honda (Varadero)... βάζει μπρος, ρίχνει μια τελευταία ματιά πίσω και... κολλάει το πόδι στο γκάζι." Ή ο άνθρωπος είναι κασκαντέρ και πατάει γκάζι με το πόδι στη μηχανή ή η μηχανή είναι από το μέλλον ή απορω αυτες οι κυρίες που κάνανε επιμελεια εκδοσης και τυπογραφικες διορθώσεις, τί κοιτούσαν... - Μόνιμο λάθος το ουίσκι Lagavulin. Το εκτέλεσε πολλάκις ονομάζοντας το Langavulin. Λίγο αναζήτηση στο Google δεν βλάπτει. Κατά τα άλλα ωραία πλοκή δε λέω, με κράτησε, αλλά προσωπικά κατάλαβα τον δολοφόνο εξαρχής. Οι πολλές βαρυγδουπες εκφράσεις με κούρασαν λίγο. Επίσης η αναφορά και η εξέλιξη του σκηνικού στην Καβαλα με απογοήτευσε. Όχι για κάνενα σοβαρό λόγο, απλά κατάγομαι από τη Δράμα και με την Καβάλα είμαστε ορκισμένοι εχθροί!!!!😂😂😂😂 Θα το αγόραζες; με ρωτάς... Μάλλον όχι γιατί γενικά δεν τα πάω καλά με τους Έλληνες συγγραφείς Αστυνομικών μυθιστορηματων. Το δανείστηκα από την βιβλιοθήκη και σε γενικές γραμμές δεν το μετάνιωσα...
ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα του 2018 Αυτή τη φορά η αστυνόμος Τρύπη καλείται να εξιχνιάσει την άγρια δολοφονία πέντε μελών της ίδιας οικογένειας. Δράση, επικαιρότητα, πληρωμένοι δ��λοφόνοι, αλλά και έρωτας ξεχειλίζουν από κάθε σελίδα του βιβλίου…
4,5⭐️ Ένα συναρπαστικό, ατμοσφαιρικό, νουάρ αστυνομικό μυθιστόρημα με υπέροχη γραφή που δεν θες να αφήσεις από τα χέρια σου! Ανθρώποι της νύχτας, της διαφθοράς, του υποκόσμου, των πληρωμένων συμβολαίων εκτέλεση και τις παράνομες δουλειές μεγάλων επιχειρηματιών μπλέκονται σε ένα "Σκοτεινό Λαβύρινθο" με την ομάδα της αστυνόμου Τρύπη και την Σοφία που μαζί με τον "ψηλό" προσπαθούν να βρούνε τον δολοφόνο όλης της οικογένειας της. Διαβάστε το! Αξίζει!
Πολύ προβλέψιμη σαν ιστορία. Μόλις εμφανίστηκε ο δολοφόνος αμέσως κατάλαβα οτι ήταν αυτός. Μάλλον διαβάζω πολλά αστυνομικά. Το βιβλίο είχε δύο στοιχεία που δεν μου άρεσαν. Το πρώτο οτι είχε πολλά ονόματα. Αυτό με μπέρδεψε πολύ με αποτέλεσμα να μη ξέρω ποιος είναι αστυνομικός ή ποιος ανήκε στον υπόκοσμο. Το δεύτερο οι εκτενείς περιγραφές για τον εκάστοτε χαρακτήρα και τη διαδρομή που ακολουθεί. Ο συγγραφέας παραθέτει διάφορες οδούς που νομίζω δεν πρόσφεραν τίποτα στην ιστορία. Μόνο γέμισαν σελίδες. Κάποιος που δεν είναι απ'την Αθήνα δεν έχει ιδέα για ποιες οδούς πρόκειται ή για ποια περιοχή της Αθήνας. Αυτές οι περιγραφές δε θα μ'ενοχλούσαν πιστεύω αν ήταν μία ή δύο. Το πρόβλημα ήταν οτι ήταν πολλές και κατά συνέπεια κουραστικές. Αν ψάχνετε για καλό αστυνομικό σίγουρα υπάρχουν καλύτερα. Μέχρι στιγμής δεν έχω διαβάσει καλό αστυνομικό απο έλληνα/ελληνίδα συγγραφέα.
Λοιπόν έχουμε και λέμε. Είχα καιρό να διαβάσω αστυνομικό βιβλίο από Έλληνα συγγραφέα. Η γλώσσα του κειμένου αρκετά εύκολη να διαβαστεί. Εκτός από τις γλαφυρες περιγραφές των γυναικείων υπαρξεων και την θεωρία ότι όλοι οι άντρες κοιτάνε μόνο τα προσόντα των γυναικών και όσο πιο μεγάλα τόσο πιο καλά, η υπόθεση δεν είναι φοβερή, πλατιαζει λίγο παραπάνω στις περιγραφές. Αν έλειπαν 100 με 150 σελίδες θα ήταν καλύτερα. Δεν είδα κανένα νουάρ στοιχείο στην ιστορία και δεν κατάλαβα που το βλέπουν ολοι οι άλλοι. Pas mal που λένε και οι Γάλλοι αλλά θα έλεγα ότι μοιάζει με το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα και όχι έναν έμπειρο συγγραφέα.
Σκοτεινός Λαβύρινθος» το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του κυρίου Αζαριάδη και από την πρώτη σελίδα ο αναγνώστης διεισδύει στους σκοτεινούς λαβύρινθους του μυαλού, της ψυχής των πρωταγωνιστών και του υποκόσμου της Αθήνας. Ομολογώ ότι είναι η πρώτη φορά που διαβάζω βιβλίο του κυρίου Αζαριάδη και με το που έκλεισα το βιβλίο αναζήτησα και τα άλλα βιβλία του… Αναλυτικά η άποψή μου ... http://aisthisis.gr/vivlioaisthiseis/...
Πραγματικά, είναι λυπηρό ότι οι ο καθένας μπορεί να βγάλει ένα βιβλίο σήμερα, πληρώνοντας αδρά... Διάβασα το βιβλίο μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί για πολλοστή φορά η τραγικότατη γνώμη που έχω για τον "συγγραφέα". Αλλά δεν περίμενα ποτέ τίποτα περισσότερο απο έναν άνθρωπο που κάνει μοντάζ στις φωτογραφίες του από άδειες παρουσιάσεις, κάνοντας άθλιο κολλάζ(!!!) με κοινό ώστε να φανεί ότι υπάρχει κόσμος. Ντροπή πραγματικά.
Γρηγορη δραση, αγωνια με λυρικες περιγραφες ατμοσφαιρας και τοπιων. Η ελλειψη ψυχογραφισης των ηρωων αλλα και η στςρεοτυπικη απεικονιση των γυναικων αφαιρουν ποντους απο ρη συνολικη εικονα του βιβλιου.
Ροβολώντας στις πλαγιές του Πηλίου με μια μαύρη Honda Varadero... Ο Γρηγόρης Αζαριάδης έχει στήσει με περισσή μαεστρία την ιστορία του. Πρωτότυπο θέμα, έξυπνη πλοκή, δεν κάνει πουθενά κοιλιά, σικάτο χιούμορ και...το 10' πάει στην χρήση της γλώσσας μας. Ήταν στιγμές που νόμιζα ότι διάβαζα λόγιο κείμενο και συγχρόνως τόσο σημερινό!! Αρκετά νωρίς "μάντεψα" τον ένοχο και μετά με μια τρίπλα με μπέρδεψε, νευρίασα και στο τέλος γέλασα όταν τον είδα να μου κλείνει πονηρά το μάτι κι εκεί παραδέχτηκα το μεγαλείο του συγγραφέα...!!
Απαράδεκτο βιβλίο. Πολύπλοκο χωρίς λόγο, συγγραφικός λόγος τουλάχιστον μέτριος, βαρετό και με την κεντρική ιστορία απίστευτα προβλέψιμη. Δεν το προτείνω σε κανένα αναγνώστη που σέβεται τον εαυτό του. Λες και έβλεπα σαπουνόπερα, τύπου Φώσκολος, από εκείνες τις αποτύχημένες της δεκαετίας του 90 (μακριά, να μην ξαναρθουν ποτέ). Όχι άλλο κάρβουνο!!!!
Στο σύνολο διάβασα ένα βιβλίο που το ευχαριστήθηκα. Είχε στιγμές έντασης και ρυθμό. Αν ήταν αστυνομική σειρά, θα την έβλεπα σε binge watching. Βρήκα ψεγάδια και μια λεπτομέρεια που δεν δένει με την πλοκή (μακριά από εμάς τα spoiler), αλλά μού κράτησε το ενδιαφέρον και περίμενα να δω πού θα καταλήξει ο μίτος.
Μια μαζική δολοφονία στον Μαραθώνα και η Τάνια Τρύπη στο κυνήγι. Ωραία περιπέτεια από έναν έμπειρο πλέον συγγραφέα. Γνωρίζει καλά τις διαδικασίες ενός αστυνομικού τμήματος και καταγέρνει να γράψει ένα νουάρ με πολύ καλό ρυθμό. Είναι όμως ένα βιβλίο με πολλά στερεότυπα και για τις γυναίκες και για τους άντρες.
Πολύ προβλέψιμο, γιατί να μη δω απλά ένα ακόμη επεισόδιο csi, άλλωστε κακή αντιγραφή τέτοιου αποτελεί και το βιβλίο. Ο συγγραφέας γράφει γράφει γράφει, χωρίς κανένα νόημα, απλά για να γεμίζει σελίδες, σαν ερασιτέχνης, κάτι που δε συγχωρείται στην περασμένη ηλικία του...