H Δανάη Σιώζιου γεννήθηκε το 1987. Μεγάλωσε στην Καρλσρούη και στην Καρδίτσα. Σπούδασε αγγλική φιλολογία, ευρωπαϊκή ιστορία και πολιτιστική διαχείριση. Υπήρξε συνεκδότρια και μέλος της ομάδας του περιοδικού Τεφλόν. Ποιήματα, άρθρα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Από τους αντίποδες κυκλοφορεί η συλλογή της «Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια» (2016), για την οποία τιμήθηκε με το Βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων και με το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Τα «Ενδεχόμενα Τοπία» είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.
Αν είναι να περιφέρομαι ας περιφέρομαι άσκοπα αν είναι να ερωτεύομαι ας ερωτεύομαι ταξιδεύοντας κι αφού δεν θα φτάσω στον προορισμό μου ας προτιμήσω να πάρω το πλοίο αν είναι να χάσω την όρεξή μου ας αγοράσω ένα νούμερο μεγαλύτερο αν είναι να μη βρω ποτέ τις λέξεις ας φιληθούμε ξανά αν πρόκειται για περίπτωση απορίας, απώλειας ή εορτασμού ας καλέσω τους φίλους μου σε δείπνο ας τους καλέσω σε κάθε περίπτωση αν η ψυχή γερνάει μαζί με το σώμα ας της ανοίξω την πόρτα αν είναι να απελπίζομαι ας πέφτω από καταπακτή σε καταπακτή ας εμπιστευτώ ένα πράσινο φύλλο ας εμπιστευτώ στο σκοτάδι τα μυστικά και τα δώρα στον έρωτα τους λόγους του και στην αγάπη το έλεός της.
Τραγουδώ, γιατί το τραγούδι είναι ελεύθερο κι ελπίδα είναι ένα κόκαλο που θάβω και ξεθάβω
πιάνομαι από ένα χαμηλό σύννεφο πιάνομαι από ένα χάλκινο καρφί απ' το τυφλό άλογο που με οδηγεί από ένα στήθος που σε δάσος αλλάζει όπως αλλάζει το τραγούδι σε προσευχή μέσα στο δάσος είναι ένα ξέφωτο χρυσό και μες στο ξέφωτο το πρόσωπό μου
τραγουδώ, γιατί το τραγούδι είναι ελεύθερο κι ελπίδα είναι ένα κόκαλο που θάβω και ξεθάβω.
[θα ήθελα να μάθω απέξω κάποια ποιήματα για να μπορώ να τα απαντάω στον εαυτό μου.]
🌻
«και σκέφτομαι πως ίσως θα έπρεπε να φτιάξω έναν κήπο να μετοικήσω σε μια ουδέτερη ζώνη που μπορεί να μην είναι πάντα ουδέτερη και να χρειαστεί τότε να υπερασπιστώ το λαχανόκηπό μου αναρωτιέμαι που έβαλα τα ρούχα μου, τα κλειδιά μου αν το χώμα ενοχλείται από το μάρμαρο αν προλαβαίνω να ετοιμαστώ, αν θα σε ξαναδώ αναρωτιέμαι για το τέλος και την αρχή, για τα βερίκοκα, και δεν είμαι σίγουρη για την εποχή της αγριοφράουλας θα ήθελα κάποιος να καταλάβει κάτι και να μου εξηγήσει οτιδήποτε.»
Μου άρεσε αναμφίβολα. Σε τρία μέρη (Ελληνικό τοπίο, Ανθρωπογεωγραφία, Τροπικότητες) είναι συναρπαστική η ακρίβεια και η αυτονομία κάθε ξεχωριστού στίχου. Μοιάζει καθένας σαν «στοιχείο ταυτότητας» ή σαν μονοπάτι μιας συνολικής αναζήτησης που, αν και αφήνει ανοικτούς λογαριασμούς (“Είμαστε σιωπηλοί σαν το μέλλον” κλείνει το ποίημα «Ελληνικό τοπίο»), έχει ήδη στέρεη βάση και συγκεκριμένες αναφορές (π.χ «Μια χώρα σε κρίση»: “κι αν πιστεύω στα σύνορα τότε/ πώς μπορώ να πιστέψω στη θάλασσα”). Πλάι όμως στα επίμονα και επίπονα ταυτοτικά η μαστοριά του στίχου επιτρέπει να βγει στην επιφάνεια και αβίαστο χιούμορ: το «Ποίημα για τα γενέθλιά μου» και το «Ποίημα για τις παντόφλες σου» παραπέμπουν ευθέως στο «απολαύστε υπεύθυνα» των αλκοολούχων διαφημίσεων.
Αν και δηλώνω πιο μεγάλη φαν του πρώτου της βιβλίου, εδώ τα ποιήματα φαίνονται να έχουν μια δουλεμένη απλότητα, μια ματιά πιο μαθημένη. Χαμηλόφωνα ποιήματα και μικροί, φευγαλέοι συλλογισμοί για τα ενδεχόμενα τοπία που μπορεί να φανερωθούν σε κάποιον αν σκύψει και δει κάτω απο την κοιλιά του ξερού φύλλου ή στον ρηχό πάτο απ' το ασήμαντο ρυάκι που θα βρει στον δρόμο του για την εξοχή.
Όσο και να προσπάθησα, η ποίηση δεν κατάφερε ποτέ να με κερδίσει. Ως αναγνώστη εννοώ. Που και που πέφτει μία συλλογή στα χέρια μου και λέω ας δοκιμάσω. Τα "Ενδεχόμενα τοπία" είναι μία συλλογή που αν μη τι άλλο δε σε αφήνει αδιάφορο. Διαβάζετε απνευστί, είναι μοντέρνα και ναι μου άρεσε, μου άρεσε πολύ. Μπράβο Δανάη
και αν πιστεύω στα σύνορα τότε πώς μπορώ να πιστέψω στη θάλασσα [...] και σκέφτομαι πως ίσως θα έπρεπε να φτιάξω έναν κήπο να μετοικήσω σε μια ουδέτερη ζώνη που μπορεί να μην είναι για πάντα ουδέτερη και να χρειαστεί να υπερασπιστώ το λαχανόκηπό μου
σ. 48
•
είμαι ερωτευμένη σαν ένα κοχύλι που ένα μέρος της ψυχής του είναι η ηχώ μιας άλλης
Στην αλλαγή της βάρδιας παρατηρώ τον υπάλληλο καθώς κόβει ένα ένα τα εισιτήρια. Προσπαθώ να θυμηθώ την εποχή που ήμουν στη θέση του. Θυμάμαι ότι καθάριζα τα τζάμια ώσπου οι αναμνήσεις μου να αρχίσουν να μπερδεύονται μεταξύ τους. Τα χέρια μου σαν τα χέρια του συνέχιζαν από μέρα σε μέρα. Υπάρχει μία ομορφιά στη συνήθεια στον τρόπο που καταναλώνει το χρόνο. Ακόμα και το σώμα μετά από λίγο ξεχνάει και επαναλαμβάνει. Είτε είσαι κάποιος που παρατηρεί τις αναμνήσεις του, τον κόσμο, τους ανθρώπους γύρω του και σηκώνει που και που το κεφάλι, είτε όχι έχεις ένα σώμα που στηρίζει ένα φως πάνω του ακόμα κι αν δεν το βλέπει, ακόμα κι αν ξαφνικά θυμάται και γυρίζει πίσω αλλά δεν βρίσκει τίποτα. *** ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ (...) Αν φτάσεις θα είσαι μόνος σου αν φτάσεις μείνε εκεί.
Δεν είναι πολύ αργά κι αυτό δεν είναι πια το όνειρο για το οποίο έδωσες τη ζωή σου είναι ένα όνειρο που το κουβαλάς στο βουνό εκεί όπου ξαναγίνεσαι ο κανένας.
Επιστρέφοντας είσαι πίσω στο χωριό σου εκεί όπου προσευχήθηκες να ήσουν κάποιος. Επιστρέφοντας είμαι πίσω στο αυτοκίνητο εκεί όπου προσευχήθηκα να ήμουν γιος σου.
Η φωνή σου παύει να γεμίζει το αυτοκίνητο σαν παλιό ανοιξιάτικο χιόνι.
O κόσμος έχει τις πανοπλίες του/ και το σώμα το τραγούδι του
***
Μια χώρα σε κρίση
Αναρωτιέμαι αν μια χώρα σε κρίση αντέχει τις καθημερινές εκφράσεις αν ακούει τον ήχο κάθε πόρτας που κλείνει αν την απασχολούν τα χωράφια της αν θέλει να αναστήσει τους νεκρούς της αναρωτιέμαι αν πιστεύω στα σύνορα και αν πιστεύω στα σύνορα τότε πώς μπορώ να πιστέψω στη θάλασσα. Σε πλήρη αντίθεση με τη χώρα μου και αγαπώντας τον ανοιχτό ορίζοντα εξίσου με την πιθανότητα του ναυαγίου μπορώ να αναρωτιέμαι για τις λεπτομέρειες και σκέφτομαι πως ίσως θα έπρεπενα φτιάξω έναν κήπο, να μετοικήσω σε μια ουδέτερη ζώνη που μπορεί να μην είναι για πάντα ουδέτερη και να χρειαστεί τότε να υπερασπιστώ το λαχανόκηπό μου αναρωτιέμαι πού έβαλα τα ρούχα μου, τα κλειδιά μου αν το χώμα ενοχλείται από το μάρμαρο αν προλαβαίνω να ετοιμαστώ, αν θα σε ξαναδώ αναρωτιέμαι για το τέλος και την αρχή, για τα βερίκοκα, και δεν είμαι σίγουρη για την εποχή της αγριοφράουλας θα ήθελα κάποιος να καταλάβει κάτι και να μου εξηγήσει οτιδήποτε.
Όσα βιβλία των εκδόσεων έχω διαβάσει, δεν μ' έχουν απογοητεύσει. Ποιοτικές εκδόσεις. Απλώς με την ποίηση εγώ "δεν το έχω" πολύ, χωρίς να θελω να μειώσω το έργο/πόνημα.
Επισυνάπτω μερικά στιχάκια που -μιαμ- τα έφαγα λαίμαργα: • «Υπάρχει μια πόλη με λινή σαν καθρέφτη, όπου επιστρέφεις για να βρεις όλα όσα εγκατέλειψες, όσα δεν ήταν αρκετά»
«Εσύ σωπαίνεις όπως ένα μυστικό που κουλουριάζεται στον εαυτό του.» • «(...) το κλάμα μιας πολύ προσωπικής ιτιάς.»
«ο ουρανός μακραίνει τα μαλλιά μου.» • «Υπάρχει μια ομορφιά στη συνήθεια στον τρόπο που καταναλώνει το χρόνο, Ακόμα και το σώμα μετά από λίγο ξεχνάει και επαναλαμβάνει» • «Όταν έχω γενέθλια, ξαφνικά θυμάμαι πως θέλω να ζήσω για πάντα και χαλάω το πάρτυ.» • «(...)σαν μαύρο κρίνο η αγωνία μας δεν μπορούμε να την απλώσουμε στον ήλιο» • «Αναρωτιέμαι αν πιστεύω στα σύνορα και αν πιστεύω στα σύνορα τότε πως μπορώ να πιστέψω στην θάλασσα.» • «Προσπαθώ να αφουγκραστώ το ακατανόητο βουητό που εκπέμπω» ///
να τι νομίζω, πάντα βρίσκεις κομμάτια του εαυτού σε σε ό,τι διαβάζεις,, οι σημειώσεις πάνω στα βιβλία αποκτούν ημερολογιακό χαρακτήρα και όταν πάλι, στο μέλλον, ανατρέξεις σε αυτά, βλέπεις όχι μόνο τον/την συγγραφέα με αλλά μάτια αλλά και τον ίδιο σου τον εαυτό.
Με αυτήν την συλλογή, ένιωσα πως διάβαζα τα ποιήματα της καλύτερης μου φίλης, πως λέγαμε μεταξύ μας μυστικά και επικοινωνούσαμε με κρυφούς κώδικες,, κάποιες φορές έχανα το νόημα ή τις λέξεις,,, αλλά έτσι κι αλλιώς, τα ποιήματα, δεν υπάρχουν απαραίτητα για να τα «καταλαβαίνεις» αλλά για να χαμογελάς, να συνοφρυώνεσαι και να αναστενάζεις.
ααα και για να τα στέλνεις φωτογραφίες στους πολύ προσωπικούς σου ανθρώπους που συναντάς μέσα σε αυτά///
Φωτογραφική πένα, εικόνες που ξεπηδάνε σαν ρυάκια από τη μνήμη, μια γλώσσα μεστή, απλή, τρυφερή, ζωντανή, της εποχής της. Τι να πρωτοπεί κανείς για αυτό το πλάσμα, τι να πει για την ποίησή της; Ό,τι κι αν πω, είναι λίγο. Υπέροχη Δανάη Σιώζιου, σε ευχαριστώ.