Διήγημα με ήρωες ένα τυπογράφο, έναν οδοντογιατρό, έναν έμπορο ομπρελών και μια νύφη.
“ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΚΥΡΙΕ, θα μου κάνετε την τιμή να μου πείτε τί επιθυμείτε ; “ Το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν ο τυπογράφος ήταν ένας άνδρας απολύτως απρόσωπος, ο πρώτος τυχών μεταξύ των ασήμαντων η των απλοϊκών, κάποιος από τους ανθρώπους εκείνους που δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχουν στον πληθυντικό αριθμό, τόσο πολύ εκφράζουν τον περίγυρο, τη συλλογικότητα, το αδιαίρετο. [...]
Ο Ζερμπιγιόν ήταν ένας δολοφόνος που είχε χάσει τη γαλήνη του. Ο νοών νοείτω. Αφού διέπραξε το έγκλημά του με τον πιο άνανδρο και αχρείο τρόπο, δίχως να νιώσει καμιά ταραχή, σαν κτήνος που ήταν, οι τύψεις άρχισαν να εμφανίζονται με την άφιξη ενός δελταρίου, τυπωμένου με πλατύ μαύρο πλαίσιο, μέσω του οποίου όλη η βαρυπενθούσα οικογένεια τον παρακαλούσε να παρευρεθεί στην κηδεία του θύματός του. Αυτό το αριστούργημα της τυπογραφίας τον είχε τρελάνει, αποδιαρθρώσει, συγχύσει. Ξερίζωσε πολύ γερά δόντια, σφράγισε αδέξια με χρυσό άχρηστα υπολείμματα δοντιών, έπεσε με λύσσα πάνω σε ευαίσθητα ούλα, συγκλόνισε σαγόνια που τα είχε σεβαστεί ο χρόνος, υποβάλλοντας την πελατεία του σε πρωτοφανή μαρτύρια. Στη μοναχική του κλίνη ο οδοντοτεχνίτης μας ονειρευόταν συχνά ζοφερές εφιαλτικές μορφές των οποίων έτριζαν ακόμη και οι οδοντοστοιχίες από κατεργασμένο κόμμι. [...]
Bloy was born in Notre-Dame-de-Sanilhac, in the arondissement of Périgueux, Dordogne. He was the second of six sons of Voltairean freethinker and stern disciplinarian Jean Baptiste Bloy and his wife Anne-Marie Carreau, pious Spanish-Catholic daughter of a Napoleonic soldier. After an agnostic and unhappy youth in which he cultivated an intense hatred for the Roman Catholic Church and its teaching, his father found him a job in Paris, where he went in 1864. In December 1868, he met the aging Catholic author Barbey d'Aurevilly, who lived opposite him in rue Rousselet and became his mentor. Shortly afterwards, he underwent a dramatic religious conversion.
Bloy's works reflect a deepening devotion to the Catholic Church and most generally a tremendous craving for the Absolute. His devotion to religion resulted in a complete dependence on charity; he acquired his nickname ("the ungrateful beggar") as a result of the many letters requesting financial aid from friends, acquaintances, and complete strangers, all the while carrying on with his literary work, in which his eight-volume Diary takes an important place.
Bloy was a friend of the author Joris-Karl Huysmans, the painter Georges Rouault, and the philosopher Jacques Maritain, and was instrumental in reconciling these intellectuals with Roman Catholicism. However, he acquired a reputation for bigotry because of his frequent outbursts of temper; and his first novel, Le Désespéré, a fierce attack on rationalism and those he believed to be in league with it, made him fall out with the literary community of his time and even many of his old friends. Soon, Bloy could count such prestigious authors as Emile Zola, Guy de Maupassant, Ernest Renan, Alphonse Daudet, Joris-Karl Huysmans, Paul Bourget and Anatole France as his enemies.
In addition to his published works, he left a large body of correspondence with public and literary figures. He died in Bourg-la-Reine.
Ο Λεόν Μπλουά [1846-1917] σύμφωνα με το εισαγωγικό σημείωμα του Μπόρχες, είναι συλλέκτης κάθε μίσους (απεχθανόταν τα πάντα και τους πάντες) διεκδικώντας την πατρότητα του "μαύρου χιούμορ". Έζησε σε απόλυτη ένδεια γράφοντας και εξαπολύοντας λιβέλους. Οι σύγχρονοι του τον είχαν στο λογοτεχνικό περιθώριο και μόνο μετά το θάνατο του αναγνωρίστηκε ως δεξιοτέχνης της γαλλικής πρόζας. Αντιγράφω από το βιογραφικό του σημείωμα "στη γραφή του επικρατεί ο λεκτικός πληθωρισμός, ο πυρετώδης αφηγηματικός ρυθμός και, προπάντων, η αιφνιδιαστική εναλλαγή, οι αντιθέσεις : ο αναγνώστης παλινδρομεί από την επιτηδευμένη έκφραση στη χυδαιολογία, από τα υψηλόφρονα συναισθήματα στην άξεστη συμπεριφορά, από τη σιωπηρή εξομολόγηση στην κραυγαλέα κοινοποίηση". Τον οδοντογιατρό που πρωταγωνιστεί στη μικρή αυτή ιστορία τον περνάει γενεές 14 : άνδρας απολύτως απρόσωπος, ο πρώτος τυχών μεταξύ των ασήμαντων ή των απλοϊκών, με φυσιογνωμία που βρίσκεται χύδην στον κόσμο, ανήκε στην κατηγορία των αναρίθμητων μπάσταρδων χοντροκομμένων ... τους οποίους καμία διασταύρωση δε μπορεί να εξευγενίσει ... Η κοφτερή αυτή γλώσσα ίσως σήμερα, σε συνθήκες real life, θα προκαλούσε αντιδράσεις αλλά ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για μυθοπλασία, οπότε οι λίβελοι είναι μέσα στο πρόγραμμα. Μου θύμισε αμυδρά τον Μάριο Βάργας Λιόσα και "Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο" όπου είχα ανακαλύψει ένα σωρό από τις δικές μου "κακές σκέψεις" για καθημερινές καταστάσεις και ανθρώπους :)))
την αίσθηση που σου αφήνει το τέλος του αφηγήματος περιγράφει με λόγια καλύτερα από τα δικά μου ο μπόρχες στον πρόλογο: δεν είναι μόνο τρομοκράτης συγγραφέας· έτσι, ένα από τα παραδοξότερα αφηγήματά του προδιαγράφει τον kafka· η υπόθεση θα μπορούσε να είναι του kafka, αλλά η αγριότητα με την οποία την πραγματεύεται προσιδιάζει αποκλειστικά στον μπλουά.