Δεκαοχτώ μικρές καθημερινές ιστορίες ωμού αστικού ρεαλισμού. Ιστορίες που λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, σκιαγραφώντας στιγμιότυπα από τον αθηναϊκό «ιστό».
Ένας μοναχικός αφηγητής αγναντεύει από ψηλά την πόλη και αναπλάθει με τη φαντασία του τις ιστορίες καθημερινής φρίκης που διαδραματίζονται στα ενδότερά της. Ένας άντρας χτυπά τη γυναίκα του υπό το αθώο, ευάλωτο βλέμμα του μικρού τους αγοριού. Μια γυναίκα ψάχνει απεγνωσμένα τον Θεό σε τόπους λατρείας διαφορετικών θρησκειών, ενώ κάποια άλλη κερνάει μια εξάδα μπίρες την παρέα των πιτσιρικάδων που βλέπει έξω από το σπίτι της, νοσταλγώντας τη χαμένη ανεμελιά της δικής της νεότητας.
Η ενδοοικογενειακή βία, οι εργασιακές σχέσεις, η οπαδική τρέλα, η μοναξιά, ο ατομικισμός, η αποξένωση εντός του αστικού τοπίου είναι μερικές από τις θεματικές αυτής της συλλογής διηγημάτων – χαίνουσες πληγές της ζωής στις μεγαλουπόλεις.
Τελικά, όταν αισθάνεσαι ελεύθερος, είναι όμορφη αυτή η πόλη.
Ο Δημήτρης Τζάνογλος γεννήθηκε το 1992 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται. Η συλλογή διηγημάτων "Στον ιστό" (εκδόσεις Κυψέλη, 2020) είναι το πρώτο του βιβλίο. Από τις εκδόσεις Έναστρον κυκλοφορούν οι ποιητικές του συλλογές "Λίθοι προς χρήση" (2024) και "Μαγνητική ρουτίνα" (2025). Ποιήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα.
Κλιπάκια μικρού μήκους, κοφτά κ to the point, ρίχνουν τη ματιά μας στις αθηναϊκές γειτονιές, στη χαμένη αθωότητα του σήμερα , που συνθλίβεται στην σκληρή πραγματικότητα της μεγαλοβλαχουπολης
Ρισπεκτ για εκδόσεις Κυψέλη κ την προσπάθεια των παιδιών
Κάπως έτσι πρέπει να είναι τα ντεμπούτα: Θαραλλέα, βιωματικά, ορμητικά, με διάθεση ρίσκου, χωρίς συντηρητική προδιάθεση αλλά ανοιχτότητα στον πειραματισμό και το θεματικό και υφολογικό εύρος, με σεβασμό και ειλικρίνεια απέναντι στο genre που θέλουν να υπηρετήσουν (εν προκειμένω, urban short-fiction). Αντιστοίχως και τα εκδοτικά πρώτα βήματα: Καλαίσθητα, τολμηρά, με διάθεση να αφήσουν ένα στίγμα μέσα από τις επιμέρους ''φωνές'' του καταλόγου τους.
Τα ντεμπούτα κουβαλούν επίσης τις ατέλειες τους και τις ημιτελείς τους ιδέες, τα ίχνη του πειραματισμού και της δοκιμής, την επιμέρους ανισότητα (ιδίως σε συλλογές διηγημάτων), αλλού τις αμφιβολίες του συγγραφέα και αλλού την υπερβολική του σιγουριά.
Όλα καλά σε αυτή τη συλλογή, τόσο καλά που μόνο καλύτερα μπορούν να γίνουν στο μέλλον.
Το «Στον Ιστό» είναι το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Τζάνογλου που κυκλοφορεί από τις νεοσύστατες εκδόσεις «Κυψέλη». Πρόκειται για σύντομες ιστορίες, που η ανάγνωση τους διαρκεί όσο το κάπνισμα ενός τσιγάρου και είναι παρμένες από το αστικό τοπίο της Αθήνας . Ως εκ τούτου δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που αποκαλούμε «urban fiction» ήδη από τον τίτλο του, που παραπέμπει στον αστικό ιστό της πόλης μας.
Το πρώτο πράγμα που θα παρατηρήσει ο αναγνώστης διαβάζοντας το «Στον Ιστό» είναι το πόσο καλά γνωρίζει ο συγγραφέας την Αθήνα, αφού κάθε ιστορία είναι άρτια τοποθετημένη στο χώρο, επιτρέποντας τον σχηματισμό εικόνων, αλλά και την νοητή επικοινωνία μεταξύ του δημιουργού και του προσώπου που το διαβάζει. Δημιουργείται έτσι ένας σύνδεσμος από κοινά βιώματα και τραύματα και δομείται ένα κοινό έδαφος πάνω στο οποίο εξελίσσονται οι ιστορίες. Παράλληλα, αυτός είναι και ο λόγος που οι ήρωες του Τζάνογλου φαίνονται συχνά τρομαχτικά οικείοι, κάτι που οδηγεί μοιραία στην ταύτιση μαζί τους ή ακόμα και σε αναφορές στον κόσμο γύρω μας.
Ένα ακόμα στοιχείο που συνθέτει την ταυτότητα της συλλογής αυτής διηγημάτων είναι οι ανατροπές στην πλοκή, που «σκάνε» σαν πυροτεχνήματα, τόσο γρήγορα που σου αφήνουν μια αίσθηση ξαφνιάσματος και αιφνίδιας αλλαγής της διάθεσης. Σε αυτό συμβάλλει όχι μόνο η μαεστρία του συγγραφέα να μπορεί, μέσα από την οπτική που υιοθετεί, να κρύβει πληροφορίες τις οποίες παρουσιάζει μετέπειτα προκαλώντας πολλές φορές σοκ στον αναγνώστη, αλλά και ο διάχυτος κυνισμός της γραφής του, η οποία χαρακτηρίζεται άλλοτε από πρόζα κι άλλοτε από μια στυλιζαρισμένη χαλαρότητα, που μου θύμισε σε πολλά σημεία τον Λένο Χρηστίδη, αλλά και τα «Ουγγρικά Ψάρια» του Γιάννη Πλιώτα. Επίσης, από τα διηγήματα του Τζάνογλου δεν λείπει και η αυτοαναφορικότητα, ενώ παράλληλα φαίνεται να περιλαμβάνουν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, αποκτώντας συχνά εξομολογητικό χαρακτήρα.
Επιπλέον, η γραφή του συγγραφέα είναι έντονα ανδρική. Πράγματι, μέσα από την πένα του, αλλά και τις ιδιότυπες ιστορίες που έχει εμπνευστεί αγγίζει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρο το φάσμα της ανδρικής βιωματικότητας, το πώς ο άνδρας αντιλαμβάνεται τη σχέση του με το άλλο φύλο, το γήπεδο, τη μοναξιά, την εφηβεία, την απώλεια, αλλά και τον ανδρικό ερωτισμό με τρόπο ακομπλεξάριστο και ταυτόχρονα άμεσο και ειλικρινή. Παρ’ όλα αυτά, δεν λείπουν οι στιγμές που ο συγγραφέας επιλέγει να «μπει σε γυναικεία παπούτσια», βάζοντας τις ηρωίδες του, να μιλούν σε πρώτο πρόσωπο, κάτι το οποίο με ξάφνιασε, αφού έκανε φανερή τη διάθεση του να «ξεβολευτεί» και να παρουσιάσει μια άλλη οπτική του κόσμου, δημιουργώντας μία αίσθηση ρευστής υποκειμενικότητας.
Τέλος, ένα ακόμα χαρακτηριστικό του ύφους του βιβλίου είναι η θέση που κατέχει το «υπονοούμενο» σε όλες τις ιστορίες του, αφού αυτές φαίνεται να επικοινωνούν η μία με την άλλη με διάφορους τρόπους. Πράγματι, αυτό δε γίνεται φανερό μόνο σε de facto ζητήματα πλοκής, αλλά και ως προς τις θεματικές που ο Τζάνογλος επιλέγει να αγγίξει. Η πανδημία, η μοναξιά, η φτώχεια, ο βιασμός, η θρησκεία, ο μικροαστισμός, η σεξουαλική παρενόχληση και ο σεξισμός, αλλά και το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, στο οποίο αναπτύσσονται οι ανθρώπινες σχέσεις, είναι μόνο οι κεντρικοί άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφονται οι ήρωες του, οι οποίοι μοιάζουν πράγματι εγκλωβισμένοι σε έναν αλλόκοτο ιστό. Έτσι, η έννοια του ιστού αποκτά, εκτός από την κυριολεκτική και την μεταφορική του σημασία, αποτελώντας ταυτόχρονα το «σημαίνον» και το «σημαινόμενο», αποτυπώνοντας μια σχέση περιεχομένου και μορφής.
Όλα τα παραπάνω στοιχειοθετούν την ουσία του «Ιστού» , ο οποίος ξετυλίγεται γρήγορα, όπως οι ρυθμοί της πόλης, μέσα σε μια ατμόσφαιρα που θυμίζει κάτι από την αισθητική των beatniks και τη μουσική των Madrugada. Παράλληλα, η ευαισθησία και η ειλικρίνεια του συγγραφέα είναι στοιχεία που καθιστούν το εν λόγω βιβλίο ένα έργο σύγχρονο και επίκαιρο, αφού φαίνεται να αγγίζει τα περισσότερα από τα κοινωνικά προβλήματα που φωλιάζουν όχι μόνο στα πιο σκοτεινά σημεία της πόλης μας, μα και στις συνειδήσεις και τις καρδιές μας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι ήρωες του Τζάνογλου δεν είναι μόνο άνθρωποι του περιθωρίου, μα και πολλοί από αυτούς που περπατούν δίπλα μας στους δρόμους της Αθήνας, στέκονται μαζί μας στα φανάρια της και κάθονται στη διπλανή θέση του λεωφορείου. Εκεί ακριβώς έγκειται και η μαγεία του βιβλίου του.
Ήθελα να αρχίσω με κάτι πολύ καλό τη χρονια, ξεπερασε κάθε προσδοκία. Ο τζάνογλος είναι ερωτευμένος με τη βρώμικη, άχαρη, κιτς, εμφανώς διπολική αστιλα της Αθήνας και αποτυπώνει αυτόν τον έρωτα μέσα από 18 καρικατούρες, καθημερινους ανθρώπους που ζουν ανάμεσα μας και τη βιώνουν διαφορετικά. Η περιγραφή της πόλης και των συναισθημάτων είναι αντισυμβατικα ποιητική. Με λίγα λόγια, ένα εξαιρετικό ντεμπουτο
Πολύ δύσκολα τόσο μικρά διηγήματα μπορούν να αφήσουν πίσω χαρακτήρες που μπορεί να τους σκέφτεσαι όλη τη μέρα. Και αυτό το βιβλίο το πετυχαίνει στο μεγαλύτερο μέρος του. Επίσης αφήνει πίσω του ένα πικρό side ημερολόγιο του lockdown για να μην ξεχάσουμε τι περάσαμε. Ένα πολύ γλυκόπικρο ανάγνωσμα.
Πάρα πολύ καλή πρώτη προσπάθεια. Συλλογή σύντομων ιστοριών που δεν κρύβει το βιωματικό στοιχείο και αποδίδει στον αναγνώστη αυτό ακριβώς που υπόσχεται. Ωμό αστικό ρεαλισμό. Κάποιες φορές με πιο λεπτό και άλλες φορές με πιο ευθύ και ωμό τρόπο ο Δημήτρης Τζάνογλος μεταφέρει στοιχεία του αστικού ιστού και της παρακμής που τον περιβάλει και τον διαρρηγνύει μέσα από αφηγήσεις μερικώς αλληγορικές, που όμως κατά βάθος λειτουργούν συγκινησιακά λόγω της αντανάκλασης πραγματικών καταστάσεων και βιωμάτων. Η έκταση του είναι μικρή, και ίσως και να "χώραγε" κάτι ακόμα, ίσως και όχι βέβαια.
Αν προσπαθούσα να αποδώσω με έναν χαρακτηρισμό τη συλλογή αυτή διηγημάτων, θα έλεγα πως πρόκειται για ένα λογοτεχνικό σφηνάκι αθηναϊκού ρεαλισμού. Βαθιά ιδεολογικό και πολιτικοποιημένο, το βιβλίο αποτε��εί μια προσωπική ωδή στην πόλη της Αθήνας όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από τα μάτια του Δημήτρη Τζάνογλου. Η αφήγηση είναι άναρχη, καθώς συνδιάζει πρωτοπρόσωπη, δευτεροπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, και δεν υποτάσσεται σε αφηγηματικές συμβάσεις απλώς για τους τύπους, ενώ η γλώσσα είναι εξαιρετικά απλή και κοινή, αντανακλώντας έτσι και αφηγηματικά-γλωσσικά τον ρεαλισμό της πόλης. Η γραφή έχει ειδικά κάποια σημεία που λάμπουν· που βασίζονται σε συνειρμούς, σε γοητευτικές αδιόρατες και φευγαλαίες συχνά εικόνες και στιγμές, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι πώς θα ήταν η εμπειρία του να διαβάζεις ένα μυθιστόρημα από τον συγγραφέα, και να την προσμένεις γοητευμένη.
Τα προσωπικά αγαπημένα μου διηγήματα: "Από ψηλά", "Γκολ", "Άννα και Σάββας" και φυσικά το πολύτιμο και αποχαιρετιστήριο "Στον Ιστό".
Αν και καθηγητής ( ή ίσως ακριβώς λόγω του ότι είμαι καθηγητής) δεν μου αρέσει και δεν μπορώ καθόλου να βάζω βαθμολογίες.
Έτσι ποιος είμαι εγώ για να κρίνω τον Τζανογλο ή τον Ντοστογιέφσκι? Επίσης δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι πρέπει να χρησιμοποιήσω τα ίδια κριτήρια όταν αποφασίσω πόσα αστεράκια θα βάλω στο ένα ή το άλλο βιβλίο. Ε, Στον Ιστό θα βάλω 5 αστεράκια γιατί είναι από τα βιβλία που ένιωσα ότι ο συγγραφέας θα μπορούσε να είναι ο κολλητός μου!!
Εξαιρετικά ελπιδοφόρο,ρεαλιστικό, άμεσο και χωρίς υπερβολές, το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη Τζάνογλου -ελπίζουμε- πως μας προετοιμάζει για τα επόμενά του!!
Ααααααααααααααααααααανεκαθεν μισούσα την Αθήνα. Αλλά δεν μπορούσα να μην βρίσκω ρομαντικά και όμορφα τα Εξάρχεια. Επίσης ένα βιβλίο ρομαντικοποιησης της Αθήνας ίσως δε με χαλαγε. Ίσως με έκανε να τη συμπαθήσω. Όχι, δεν συνέβη αλλά το βιβλίο αυτό ήταν εξαιρετικό. Το διάβασα σε μια ώρα, ήταν πανέμορφο.
Ξεχώρισα το 612, και το Άντρας.
Αυτά τα δύο διηγήματα χαράχτηκαν στην καρδούλα μου. Μου άρεσαν όλα ωστόσο. Εδώ ο συγγραφέας μπαίνει κυριολεκτικά στην ψυχή κάθε πρωταγωνιστή, και ζωγραφίζει μια ζωή έτσι που δε μπορεί, τουλάχιστον με μια ταυτίζεσαι. Γυναίκα, άστεγος, παιδί, έφηβος, μεσήλικας (όλοι καριοληδες εντωμεταξυ οι μεσήλικες μπουμερ και καθόλου τυχαίο)
Κάθε ιστορία είναι όντως μια μέρα στην ζωή κάποιου. Ίσως από τα πιο αληθοφανή βιβλία που έχω διαβάσει, έτσι θα το χαρακτήριζα. Τα 4 αστεράκια don't get me wrong είναι επειδή ήθελα παραπάνω. Ήθελα να διαβασω κι άλλο, κι άλλες πληροφορίες, ίσως σε αυτό φταίω και γω, έτσι κι αλλιώς ήξερα τι διαβάζω.
Η αδερφή μου θα πει σιγά ρε ηρέμησε 100 σελίδες είναι, αλλά ήταν ένα πανέμορφο ανάγνωσμα που σου άφηνε ένα γλυκόπικρο συναίσθημα σε κάθε τέλος.
Δεκαοχτώ εξαιρετικά διηγήματα πόλης. Όσοι ζούμε στην Αθήνα νιώθουμε απόλυτα το κλίμα που μεταφέρει ο συγγραφέας σε αυτές τις σύντομες μα τόσο ουσιαστικές ιστορίες. Αγαπημένα μου είναι τα εξής: ''Πεταλούδα'' (καφκικό αριστούργημα, πραγματικά το top διήγημα για μένα), ''Βιβλίο'', ''Άννα και Σάββας'', ''Εξάδα μπίρες'', ''Ημιυπόγειο'', ''Μόρφωση'', ''612'', ''Αγάπη''. Πολύ δυνατά διηγήματα και δείχνουν την ικανότητα του συγγραφέα στην εναλλαγή ύφους ανάλογα με την ιστορία που επιλέγει να διηγηθεί.
Το πολύ όμορφο εξώφυλλο αντικατοπτρίζει πλήρως το εσωτερικό του βιβλίου, μια πίκρα που διαπερνά διπλανά διαμερίσματα και ακολουθεί τους έρημους δρόμους υφαίνει τον ιστό της Αθήνας. Όμορφο!
Το βιβλίο Στον ιστό του Δημήτρη Τζάνογλου είναι μια συλλογή 18 αστικών διηγημάτων που ξεκινά από την Αθήνα και διαπερνά την καθημερινότητα με ωμό ρεαλισμό, χωρίς να χάνει ποτέ τη λεπτή αίσθηση της ανθρωπιάς. Η γραφή του είναι καθαρή και απέριττη, η αφήγηση παρατηρητική. Βλέπεις ανθρώπους να παλεύουν, να απομονώνονται, να μιλούν μεταξύ τους ή να βυθίζονται στη μοναξιά της πόλης. Τα διηγήματα έχουν τη δύναμη να αγγίζουν, να προβληματίζουν, αλλά και να θυμίζουν ότι πίσω από τη βιτρίνα μιας μεγαλούπολης υπάρχει ένας ιστός συναισθημάτων, ελπίδας και πόνου. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί τόσο για την ωμότητα της πρώτης προσπάθειας, όσο και για την ειλικρίνη ματιά του συγγραφέα.