Το γραπτό του, γεννημένο ανάμεσα στις καλαμιές, τα ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια, τα χέρσα χωράφια, τους τσιμεντένιους κύβους, τις ξεφτισμένες πινακίδες και τα συρματοπλέγματα της λεωφόρου ΝΑΤΟ, διάστικτο από στοχασμούς για τον έρωτα, τη φθορά, το θάνατο, την απώλεια, είναι ένα έξοχο δείγμα δοκιμιακού λόγου, που ανταποκρίνεται πλήρως στις παρατηρήσεις που διατύπωσε ο Θέοντορ Αντόρνο στο κείμενό του «Το δοκίμιο ως μορφή», του 1958. «Το δοκίμιο», έγραφε, «αποφεύγει την αναγωγή σε μια αρχή, προβάλλοντας το αποσπασματικό, το μερικό μάλλον έναντι του ολικού. Η επιθυμία του (του δοκιμίου) δεν είναι να αναζητεί και να αποστάζει το αιώνιο από το μεταβατικό, αλλά μάλλον να κάνει το μεταβατικό αιώνιο». Κι αυτή η επιδίωξη ίσως να συμπυκνώνεται σ’ ένα μικρό απόσπασμα, μια σκέψη του συγγραφέα γεννημένη από τη θέα μιας ταμπέλας που γράφει «Εξηλασμένη πολυστερίνη»: «Ο ιδιωτικός βίος είναι παραπροϊόν εξελασίας κάποιου είδους, μια βιασμένη επεξεργασία που επιτρέπει στον άνθρωπο να προσαρμόζεται στις θερμοκρασίες του εκάστοτε πολιτισμού του, ή μάλλον να τις υπομένει κρυφίως και κατ’ ιδίαν πάντως ανεπιστρεπτί. Γιατί όπως είπε κάποτε ο φλανέρ κατεδαφησιολόγος Γιάννης Παπαδέλης, μία σανίδα δεν φυτρώνει ακόμη κι αν τη φυτέψεις».