Στη δουλειά του δεν είπε τίποτε την άλλη μέρα, ούτε κι αλλού πουθενά. Δεν ήθελε κανέναν να απασχολεί με τα ασήμαντα βάσανά του. Άλλοι σαπίζανε στις φυλακές, στην καθημερινή φρίκη και τα βασανιστήρια. Εξάλλου είχε προσέξει πως οι φίλοι του υπάλληλοι φοβόντουσαν κάπως να τον ακούνε, ενώ ορισμένοι πλούσιοι τον κοίταζαν με υποψιάρικο βλέμμα, σαν να επρόκειτο να καταλήξει σε καμιά πρόταση για δανεικά. Γρήγορα διαπίστωσε πως ένα δεματάκι με προσωπικά του ενθύμια δεν είχε πού να το εμπιστευθεί.
Οι νουβέλες που παρατίθενται στη συγκεκριμένη συλλογή δεν ακολουθούν παρά μόνο υποτυπωδώς το σχέδιο μιας πλοκής. Η υποβλητικότητα κυριαρχεί (η θρησκευτική -Επιτάφιος θρήνος, Το τραπέζι της Εκκλησίας- η θολή ατμόσφαιρα και ο ερωτισμός -Η ολική έκλειψη, Τα ποδήλατα της νύχτας), καθώς έντονη και πανταχού παρούσα είναι και η ερωτική διάσταση. Ο Ιωάννου, ο μεταπολεμικός λογοτέχνης που επηρεάστηκε από τις αναζητήσεις της λεγόμενης "Σχολής της Θεσσαλονίκης", γράφει σε πρώτο ενικό, συχνά προσθέτοντας δικές του εμπειρίες στην αφήγηση, ενώ δίνει αρκετή έμφαση στις σκέψεις των ηρώων της κάθε ιστορίας.
Κοινά μοτίβα των πεζογραφημάτων της συλλογής είναι η δύναμη του παρελθόντος (οι καταστάσεις που περιγράφονται είναι αντλημένες από τον τόπο της μνήμης), η γνώση και ενσωμάτωση αυτούσιων χωρίων από τα εκκλησιαστικά κείμενα (στο πρωτότυπο και χωρίς μετάφραση, απόλυτα δεμένα με το υπόλοιπο νεοελληνικό κείμενο), η παιγνιώδης διασταση (η πλοκή φωτίζεται μετά το τέλος της ιστορίας ή και καθόλου).