Ο Χρήστος Κολτσίδας γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1991. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Η πρώτη του ποιητική συλλογή Τα ορεινά τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2016.
Από τον Wittgenstein στον Robert Frost ένα λαγκάδι δρόμος. "Χωράς να κινηθείς απ' τη μιαν άκρη στην άλλη". Αλλά τι γυρεύει ένας φιλόσοφος στα ορεινά της ποίησης; Αυτός γνωρίζει καλύτερα. Εμείς τον βλέπουμε να οριοθετεί πρώτα το τοπίο (του): Εδώ έχει κίνηση και γέννηση και θάνατο Πλατάγιασμα της πέτρας στο μαύρο πανί του ποταμού.
Ανάμεσα στις δύο κορυφαίες στιγμές της φύσης και της ζωής, εικονίζονται εντελώς λιτά κι απογυμνωμένα όλα τα στοιχεία του συγκεκριμένου κόσμου, ποιητικού και σωματικού. Ένας μαντρότοιχος, το ξύλινο πάτωμα, η μούχλα του τοίχου, η καπνισμένη πρόσοψη της εκκλησίας. Και αέρας, ομίχλη, σκοτάδι, παγωνιά, σάπιοι φράχτες, δαγκωματιές απ' τις ρόδες, το κυπαρίσσι, κουφάρια σκύλων. Δεν είναι απλώς μια υγρή και ανήλιαγη επαρχιακή ζωή. Μια ακοίμητη φύση κανοναρχεί, αργόσυρτη σαν το κοπάδι που συνάζει γύρω από το πεύκο ο βοσκός, αφήνοντας την κάπα στο πλάι.
Κι εσύ, ποιητή, τι γύρευες στην Καρδίτσα; Προσόψεις κτιρίων και η πλατεία, το βαρελάδικο. Οι παντόφλες που βγάζεις, η γυναίκα που αναστενάζει, η γριά στο παλιό της σπίτι. Άνθρωποι σκυφτοί, σώματα που γερνάνε, ο θάνατος στο ντιβάνι: "Νομίζω ότι βυθίζομαι και ότι/ δεν υπάρχω".
Έτσι, χωρίς να παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας, τελειώνει κι η ζωή, έγκλειστη στον τόπο της. Ορεινή βλάστηση είναι στην καρδιά του τοπίου κι όλα ορθώνονται με σύνεση κι εγκράτεια τριγύρω. Ανάμεσα σε όλα και τα ποιήματα του Χρήστου Κολτσίδα.
[Μια βόλτα στο βουνό και ένα Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα] "Τα ορεινά" είναι ολιγοσέλιδα, δεν συνίσταται, ωστόσο, η απνευστί ανάγνωσή τους –διαβάζονται αργά, όπως προχωρά κανείς όταν επιστρέφει, μετά από καιρό, στο χωριό του· διαβάζονται στο φρέσκο χιόνι αλλά και στου χιονιού τη θύμηση, δίπλα σε ανοιχτό ή σε κλειστό παράθυρο. Συνοδεύονται με τσίπουρο ή τσάι του βουνού –ανάλογα την ώρα, τη διάθεση. Με δοξαριές, "ρυθμό μουσικής εμπνευσμένης από την υφή των άστρων", ήχους καρδιτσιώτικους, αλλά και με Χαΐνηδες, γιατί όχι; "Τα ορεινά" δεν είναι διόλου μονοδιάστατα: Στις σελίδες τους ο χορός είναι πένθιμος, ο θρήνος ανθίζει, το χαμόγελο τρομάζει, το γέλιο έχει λυγμό. Δεν έχουν τίποτα το σοβαροφανές, το βαρύγδουπο ή το επιτηδευμένο. Δεν λένε μεγάλα λόγια, δεν προτίθενται να μας αλλάξουν τη ζωή· μας ταξιδεύουν, ωστόσο, και τα ταξίδια μπορούν να αλλάξουν μια ζωή. Μας βάζουν σε σκέψεις, μας στρέφουν μέσα μας –κι ύστερα πάλι έξω μας. Είναι βγαλμένα απ’ τη ζωή –πάει να πει: από την εμπειρία και την παρατήρηση. Δεν σταματούν όμως στον θάνατο –δεν ξέρω καν αν τον φοβούνται. Ο Κολτσίδας προτείνει μια βόλτα στο βουνό, οι προεκτάσεις της οποίας αποκαλύπτονται σταδιακά. Δεν έχει σημασία αν έχουμε πατήσει προηγουμένως το πόδι μας σε βουνό: Μας δείχνει τον δρόμο, μας αφήνει να παρατηρήσουμε, μας γνωρίζει με τους οικείους του· δεν χρειάζεται να είναι ζωντανοί, αρκεί να τους θυμάται. Μπαίνουμε, έτσι, στη διαδικασία να σκεφτούμε την ιστορία μας –την προσωπική του ο καθένας, θέλω να πω. Παρότι οι ομοιότητες με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι συμπτωματικές και απορρέουν ακριβώς από την πραγματικότητα, πλανάται κάτι απόκοσμο στα Ορεινά. Τα ζώα μάς πλησιάζουν, μας ζεσταίνουν, πατάμε το χιόνι, το λερώνουμε, βλέπουμε το μικρό σπίτι στο βουνό, μπαίνουμε, ανοίγουμε το παράθυρο και ξαφνικά βρισκόμαστε πάλι έξω. Το σπίτι ζωντανεύει. Κι εμείς αφομοιωνόμαστε. Γινόμαστε πλάσματα ορεινά.
Ο Κολτσίδας ήδη από το αρχικό ποίημα "οριοθέτηση του τοπίου" μιλά για την ροή στον χώρο, την κίνηση που είναι ζωή και ενέχει την άρνηση της, τον θάνατο. Ο τόπος που σου δίνεται να ζήσεις είναι όμορφος. Κυνηγάς και εργάζεσαι μαζεύοντας το μέλι, δηλαδή ο,τι όμορφο σου δίνεται, όπως οι μελισσοκόμοι.
Στο "ορχηστρικό" η προσπάθεια του αφηγητή να περιδιαβει το τοπίο. Όπως στο πρώτο ποίημα δίνεται η εικόνα του "σκοτεινού πανιού του ποταμού" έτσι κι εδώ έχουμε "προσόψεις κτιρίων σκοτεινές/ κι οι άνθρωποι σκυφτοί". Ο Κ. αναγνωρίζει στο τοπίο/ κοινωνικό περιβάλλον ένα αρνητικό πρόσημο, κάτι δυσάρεστο και υποταγμένο. Η μουσική που συνοδεύει τη ανθρώπινη προσπάθεια και την σκοτεινιά είναι "δοξαριες/ μικρές κι απότομες". Υπάρχει μια βία στους στίχους αυτούς, βία του σύντομου, του ελάχιστου της χαράς ή της ανάπαυλας, αλλά και βία μουσικής ως πυροβολισμός. Η βλάστηση είναι ορεινή, είναι ανηφορική.
Αν το "ορχηστρικό" μας εισάγει, όπως στις ταινίες, στο τοπίο , ο "χορός", όπως στις αρχαίες τραγωδίες μπαίνει να πάρει θέση στα πράγματα. Κι εδώ μιλάει ο Κ. για πένθος. Εδώ η συμμετοχή όλων των ηλικιών παρέχεται από μια θαυμάσια λεπτή παράθεση παραδοσιακού χορού, σαν πανηγύρι, ωστόσο περνάει άμεσα στο αρχαίο δράμα, σε κάτι που κάνει τα παιδιά να κρυφτούν στα ελατια.
Στο "ο καιρός στην επαρχία" φέρει με πολύ ακρίβεια το χιονισμένο τοπίο, το ορεινό, που υπάρχουν οι άνθρωποι και ζουν και διαβιούν κι εργάζονται στο κρύο. Έντονη εδώ η αίσθηση πως χρόνος=θάνατος.
Η σιωπή και η ματαίωση είναι που φανερώνουν τον άνθρωπο μέσα στο τοπίο. Τον αποδεικνύουν.
Συνεχίζει περιγράφοντας τον κόσμο που επιμελείται στη γραφή του ως "τρύπα που μέσα της ακινητοποιείται η σκόνη" και προκαλούν αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης του αφηγητή.
Τους μικρούς και απότομους μουσικούς ήχους διαδέχεται ο ήχος της καθημερινότητας. Είναι εκείνες οι στιγμές πριν τον ύπνο, μια προσέγγιση ενός ανθρώπινου ζεύγους, μια σχεσιακη κατάσταση. Ωστόσο οι ήχοι είναι βάναυσοι, δεν αντέχεται αυτή η σχέση των ανθρώπων , ρητά σηκώνεται μια καταστροφή και υπάρχει ακινησία στα μάτια. Είναι μια ψυχολογική ακινησία , μια νεκρική κατάσταση άνευ συγκίνησης και παρασέρνει μαζί και τον ήχο της καθημερινότητας που κάθεται.
Ο Κ. Επιμένει στο κρύο και γίνεται πιο δεικτικος μιλωντας με τους ανθρώπους που "είμαστε άβουλα ακίνητα πλάσματα". Όλο και πιο πολύ γίνεται αντιθετικό το τοπίο από την "οριοθέτηση του τοπίου" όπου αντί ομορφιάς υπάρχει έντονο κρύο και αντί κίνησης η ανθρώπινη ακινησία και αβουλία. Ο άνεμος ως κίνηση έχει παρουσία , όμως φέρνει μαζί του μόνο κρύο και υπογραμμίζει την έλλειψη ανθρώπινης δράσης.
Έπειτα ο Κ. περνά στις αντιθέσεις και τις αρνήσεις , ο ήλιος φέρνει σκοτάδι και απειλή και η θέληση για ζωή αγαπά την ανθρώπινη ακινησία. Η ακινησία όμως είναι συγγενής του θανατου. Η χαρά αναζητείται στην άρνηση του θανάτου.
Στους "ενοίκους" του εισάγει τη λέξη άρρωστια μέσα στο σπιτικό. Η νύχτα παραμονεύει ως σκυλί, ενώ μας ξεναγεί στη διακόσμηση ενός σπιτιού και στο άγχος και την ευθύνη της γυναίκας που μεγαλώνει ένα παιδί. Ο Κ. βάζει την αντίφαση ενός χαμόγελου που τρομάζει.
Πιο κάτω το σκοτάδι είναι μέσα στην ίδια την καρδιά και διοχετεύει στο τοπίο πόνο.
Το ποίημα "Ο θάνατος της Ευαγγελίας" είναι ένα επίτευγμα. Εκφραστικά σε αρμονία με την υπόλοιπη σύνθεση, το ποίημα συμπυκνώνει την αισθητική και υπαρξιακή πρόθεση του Κ. Είναι ο χρόνος ως φόβος και η ζωή με την εργασία ως γνώση και σοφία. Είναι αυτή η αντιμετώπιση του επικειμενου θανάτου και η έλευση του.
Κρατάμε τον σημαντικό στίχο του Κ. " Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά". Συμβαίνει και στο βιβλίο αυτό, όμως με την έννοια της καθαρότητας και της απλότητας του νερού. Οι στίχοι του Κ. Είναι ανοιχτοί σαν το τοπίο που περιγράφει.
Νομίζω όλο το βιβλίο, όπως το λέει και ο ίδιος ο Κ. "Ορθώνεται με σύνεση / κι εγκράτεια τριγύρω" 10 και το σέβεσαι για την εγκράτεια του, όπως και η επιτροπή των κρατικών βραβείων το αναγνώρισε και το τίμησε.
Μένει ανοιχτό στα νοήματα, μες στη γυμνοτητα των λέξεων και στην λακωνική απλότητα του. Ολο το βιβλίο είναι μια σύνθεση που επιμένει στην αξιοπρέπεια μιας γυμνής πέτρας, ενός γυμνού κρύου τοπίου και της ζωής όπως αναιρείται μέσα στο αντιξοο και πετάει τον χρόνο, τον καταναλώνει συνεχώς.
Το βιβλίο έχει πολύ χώρο στο ανείπωτο. Είναι ωστόσο ένα πολύ βαρύ βιβλίο. Καλογραμμένο και ατμοσφαιρικά τραχύ όπως το κρύο που προσεγγιζει. Σέβομαι αυτή την ποίηση, όσο και αν είμαι οπαδός μιας άλλης ποίησης που δεν στοχάζεται τόσο για τον χρόνο και τον θάνατο, οσο για την αξιοποίηση του τώρα, την κίνηση του καθημερινού, την ανακάλυψη του εαυτού και της σχέσης του με την κοινωνία και την ιστορία, αλλα και μια ποίηση που αμφισβητεί και αναιρεί τον ρόλο που καλείται να παίξει ως εργαζόμενος, ως επιτελεστης του κοινωνικού του φύλου, ως παιδί γονιών κτλ.