Ιούλιος το 1958 -Νοέμβριος του 1998. Μεσολάβησαν σαράντα ακριβώς χρόνια ανάμεσα σ' αυτά τα δύο κρίσιμα «οκτάρια» του πρόσφατα τελειωμένου αγώνα. Θα μπορούσαν ΟΛΑ να συμβούν και γρηγορότερα, όμως τα μοιραία χρονοδιαγράμματα καθορίζουν ερήμην των ηρώων μιας ιστορίας τα παιχνίδια τους. Κι αυτό ακριβώς συνέβη στον κήπο του παλιού αρχοντικού του μακαρίτη Ζάννου Ριζούδη εκ Ρουμανίας, που μύριζε ντομάτα και κάρβουνο. Φαίνεται -μια υπόθεση κάνω- πως όλα ήταν έτοιμα από καιρό και περίμεναν το κατάλληλο πρόσωπο για να ξεκινήσει ο μηχανισμός του δράματος. Έτσι, τον Ιούλιο του 1958, παραμονές της γιορτής του Προφήτη Ηλία, ένας εντεκάχρονος ήρθε να ξυπνήσει πλήθος σκιών και παθών -χωρίς, βέβαια, να' χει καμιά τέτοια πρόθεση. Δεν υπήρχαν προθέσεις γενικώς. Υπήρχε μόνο η μισοσβησμένη φήμη μιας παραγράφου της επίσημης Ιστορίας. Όχι της δικής μου. Αυτής που συστηματικά παραμερίζει τις ευαισθησίες και τη δράση των δευτεραγωνιστών, για να φωτιστούν καλύτερα οι πρώτοι. Τα εντεκάχρονα παιδιά δεν έχουν λόγο να ξέρουν κάτι τέτοιο. Ίσα ίσα που εμπιστεύονται απολύτως την ενήλικη λογική. Τα συνηθισμένα εντεκάχρονα των συνηθισμένων κήπων. Όχι όμως ο δικός μου εντεκάχρονος Ηλίας, ο γιος του κηπουρού.
Ο Γιάννης Ξανθούλης (English: Giannis Xanthoulis) είναι Έλληνας μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη από οικογένεια προσφύγων και σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα, Μεγάλος Θανατικός, κυκλοφόρησε το 1981. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα χρονογραφήματά του στην Ελευθεροτυπία, καθώς και από τα σατιρικά του κείμενα και θεατρικά έργα, πολλά από τα οποία ανέβηκαν σε ελληνικές σκηνές. Έχει επίσης γράψει και εικονογραφήσει παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.
Το λογοτεχνικό σκηνικό τοποθετείται στα 1958. Λίγα χρόνια μετά το ανθελληνικό πογκρόμ του 1955 στην Πόλη και με την Τουρκία να θολώνει το οθωμανικό της κάδρο, διακρίνοντας μια εκσυγχρονιστική(;) ευκαιρία στο κίνημα των Νεότουρκων. Πώς συνδέονται όλα αυτά με ένα αρχοντικό στην Κηφισιά; Μα φυσικά με την ταλαντούχα και ιδιαίτερη πένα του Ξανθούλη, μέσα από μία ιδιάζουσα απόπειρα αξιοποίησης του μαγικού ρεαλισμού στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Ο συγγραφέας παίζει με το χωροχρονικό συνεχές, ανοίγει ένα μαγικό παράθυρο, μια σκουληκότρυπα ανάμεσα σε Κηφισιά και Αδριανούπολη. Στη μία απόληξή της, μια Τουρκάλα που απαρνήθηκε για πάντα το παρελθόν και ενδύθηκε το ελληνικό αριστοκρατικό πέπλο. Στην άλλη, μια Ελληνίδα που καταφεύγει για πάντα σε μια οθωμανική κατασκευασμένη πραγματικότητα.
Όμως δεν είναι το μυστήριο που υφαίνει αυτές τις δανεικές ζωές, ούτε αυτό που τελικά οδηγεί τα γεγονότα. Είναι ο Ηλίας στην Κηφισιά και ο Μεχμέτ στην Τουρκία, ο ένας απείκασμα του άλλου, δύο παιδιά με μεταφυσικές ικανότητες που ξυπνούν το παρελθόν και καταραμένες ψυχές που θέλουν να ποτίσουν τον κήπο με αίμα. Η ενόρασή τους βλέπει αυτό που δε φαίνεται, ότι η Ιστορία δηλαδή θέλει πάντα να μπαλώνει τα κενά που αφήνουν οι άνθρωποι, ξεφτίσματα άλλοτε σημαντικά και άλλοτε δευτερεύοντα. Η πένα του Ξανθούλη αναδεικνύει ιδανικά τα δύο παιδιά του μεσονυχτίου (βλ. Σαλμάν Ρούσντι) και ειδικά τον Ηλία. Στήνει ένα θρίλερ τόσο σφιχτά μπολιασμένο με τη νοσταλγία και σουρεαλισμό, που δεν υπάγεται σε κατηγορίες, είναι άλλωστε μια κατηγορία μόνος του. Μέσα από εύφορες και μυρωδάτες ντοματιές, γλάρους με φονικά ένστικτα, μπαούλα με απαγορευμένες αναμνήσεις, ονειρεμένα σαράγια και χαμάμ, η πραγματικότητα γίνεται φαντασία και η Ιστορία ονειροπόληση.
Ναι, υπάρχουν υπέρ το δέον λεπτομερειακές περιγραφές, ναι η πλοκή δεν πείθει πάντα, αλλά ποιος νοιάζεται; Δεν μπορείς να δεθείς με ένα βιβλίο αν δεν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αν δεν έχει ελαττώματα. Και ευτυχώς στον Ξανθούλη είναι λίγα. Η χρήση της μεταφορικής γλώσσας και ιδιαίτερα οι παρομοιώσεις του, είναι μικρά αριστουργήματα γραπτού λόγου, είτε περιγράφει μια ώριμη τομάτα που πέφτει στο νοτισμένο χώμα, είτε για το ζοφερό και ανάπηρο βηματισμό του Τούρκου στον Κήπο. Όπως σε κάθε μυθιστόρημά του, οι ενήλικες φέρονται σαν παιδιά και τα παιδιά σαν ώριμοι και εμβριθείς ενήλικες.
Το κλείσιμο της πλοκής 40 χρόνια μετά, μπορεί να μην απογειώνει το βιβλίο, αλλά ντύνει την Κωνσταντινούπολη με μια βροχή συμβολισμών, μαγείας και Ιστορίας, που είναι μόνο του ένας φόρος τιμής σε αυτήν, ακόμη και αν ο συγγραφέας δεν της είχε αφιερώσει ολάκερο βιβλίο. Θεωρώ τον Ξανθούλη από τους πιο παραγνωρισμένους Νεοέλληνες πεζογράφους. Δεν είναι μόνο η ιδιότυπη ειρωνεία του, η πικρή νοσταλγία, το χιούμορ που σου τρυπάει το μυαλό. Δεν είναι αυτή πρωτόγνωρη εμμονή στα αρώματα και τις γεύσεις που σου ξυπνούν γνωστές και άγνωστες αισθήσεις. Είναι από τους συγγραφείς που σε όποια ηλικία και αν τον διαβάσεις, σου ξυπνά μια προσωπική και ένοχη παιδικότητα, λες και κάθε του έργο έχει γραφτεί για να διαβάζεται εν μέσω καλοκαιρινής ραστώνης, πλημμυρισμένη από όλες τις στερεότυπες μυρωδιές της ελληνικής υπαίθρου. Ένα από τα δυνατά του (και κακώς όχι από τα πολύ γνωστά του) βιβλία, στο οποίο αξίζει να «χαθείς». Εύστοχο και καλαίσθητο το εξώφυλλο της «Διόπτρας».
3.5/5 Ένα βιβλίο που μπλέκει με μαεστρία το μεταφυσικό μέσα στην πραγματικότητα χωρίς να το κατονομάζει, αφήνοντάς το να αιωρείται μεταξύ των αμφιβολιών. Μέσα από αποσπάσματα, μισόλογα και υπονοούμενα ο αναγνώστης βλέπει, ή πιο σωστά, νιώθει την ιστορία να χτίζεται σιγά σιγά μέχρι το τέλος, την κορύφωση και τη λύτρωση, αντάξια μιας αρχαίας τραγωδίας. Με λίγο αργούς ρυθμούς το πρώτο μισό σχεδόν, με πιο γρήγορους το δεύτερο, το βιβλίο μεταφέρει πρώτα απ’ όλα μια ατμόσφαιρα στον αναγνώστη, πότε βαριά, πότε νοσταλγική, πότε καθημερινή μα πάντοτε μυστηριακή. Το παρελθόν είναι αυτό που καθορίζει τα γεγονότα μέχρι να βρει το δρόμο του και την ολοκλήρωσή του. Πολύ ωραία η γραφή του συγγραφέα και η έκδοση (διόπτρα) προσεγμένη.
Τα βιβλία του Γιάννη Ξανθούλη τα αγαπώ! Ένα προς ένα το καθένα με διαφορετικό τρόπο.Εδώ όμως στον Τούρκο στον κήπο,απλά τον λάτρεψα! Νομίζω ότι ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό το βιβλίο! Ξέρω μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει τόσο αλλά για μένα αξίζει τον κόπο! Οπότε να το διαβάσεις οπωσδήποτε φίλε αναγνώστη εάν: 1) Σου αρέσει το μυστήριο και το υπερφυσικό 2)Μαγεύτηκες με τις ''Μεγάλες Προσδοκίες'' του Ντίκενς 3)Αγαπάς τη νοσταλγία που φέρνουν αρώματα και μυρωδιές και 4) Αν όταν ήσουν παιδί, περπάτησες ξυπόλυτο σε κήπους,αλάνες και αυλές και δημιούργησες κόσμους με τη φαντασία σου. Και όπως σε κάθε βιβλίο..κρατώ μια φράση.. << Κουρασμένος και χορτάτος από αγάπη>> Καλή ανάγνωση
Ίσως ό,τι πλησιέστερο έχουμε δει στην Ελλάδα σε μαγικό ρεαλισμό με το Γιάννη Ξανθούλη να καταπιάνεται με το μεταφυσικό κι ανακατεύοντας ένοχες σχέσεις και μυστικά δεκαετιών. Δείγματα όμορφης γραφής εναλλάσσονται με φλύαρη αφήγηση, εγείροντας ερωτηματικά που τελικά μένουν αναπάντητα. Καθόλου κακό αλλά οπωσδήποτε όχι αλησμόνητο.
Είμαι γνωστή φαν του συγγραφέα. Μου αρέσει το μεταφυσικό στο γράψιμο του, οι παλιές αρχοντικές μονοκατοικίες με τους μυστηριώδεις κήπους, οι διάσπαρτες αναμνήσεις, οι έρωτες, τα πρόσωπα που χάνονται στο παρελθόν ... Εδώ ο έρωτας είναι αιμομικτικός, η μονοκατοικία της Κηφισιάς έχει έναν εφιαλτικό κήπο με ντοματιές αιμάτινες και η ιστορία μετακομίζει στην Ανδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη όπου θα γραφτεί το τέλος της.
H δηλωμενη (εως κι εμμονική) αγάπη του Ξανθούλη για την Κωνσταντινούπολη σαρώνει τα πάντα - χαρακτήρες, πλοκή, σασπενς κλπ. Αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που σκονταφτει πάνω στο ίδιο του το στιλ. Αγαπώ την πληθωρικότητα του Ξανθούλη και τη μεταφυσική στα έργα του, εδώ όμως εξαντλήθηκα.
Είναι το πρώτο βιβλίο του Γ. Ξανθούλη που διαβάζω, και δεν με ενθουσίασε καθόλου. Οπως γράφει ένας φίλος, "η υπόθεση είναι για τα μπάζα." Το μυθιστόρημα πάσχει από κάτι - ας το ονομάσω "το σύνδρομο του Καραγκιοζοπαίχτη". Σαν στις παραστάσεις του θεάτρου σκιών, ο θεατής/αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι πίσω από το πανί υπάρχει ένας άνθρωπος που ενσαρκώνει όλες τις φωνές & κινεί τις φιγούρες. Και εδώ έχουμε μία ιστορία όπου οι χαρακτήρες δεν έχουν την δικιά τους βούληση. Ο συγγραφέας τους πάει εκεί που θέλει αυτός - κάτι που μάλλον έχει αποφασίσει εξ'αρχής, πριν καν μπει στην διαδικασία να πλάθει τους χαρακτήρες. Δεν υπάρχει "φυσική" εξέλιξη στην ζωή των χαρακτήρων, παραμένουν μονοδιάστατες φιγούρες, και όσο προσπαθεί να τις κινεί ο δημιουργός τους, αυτό που μένει στο τέλος δεν είναι η πολύπλοκη ιστορία τις ζωής τους, αλλά μόνο κάποιο αίσθημα άδικου χαμού και μελαγχολίας, σαν να ξεφυλλίζουμε παλιές φωτογραφίες στα παλιατζίδικα - νιώθουμε αμέσως μία νοσταλγία για πρόσωπα που δεν τα ξέρουμε ούτε το όνομα τους ούτε την ιστορία τους. Η ροή των γεγονότων είναι προβλέψιμη, μετά από λίγο ξέρουμε τις προθέσεις του Καραγκιοζοπαίχτη, που το πάει και γιατί. Πρωτ’άρχον σκοπός είναι να μεταφέρει μία ατμόσφαιρα, ένα συναίσθημα, και οι χαρακτήρες δρουν μονοδιάστατα μέσα στα πλαίσια αυτού του στυλιστικού φόντου. Την περισσότερη φορά γίνονται πράγματα που ούτε οι ίδιοι οι χαρακτήρες καταλαβαίνουν. Στην περιγραφή και την εξέλιξη των χαρακτήρων, δεν υπάρχει αιτιώδη συνάφεια. Μόνο ο συγγραφέας και ο αναγνώστης μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν την σημασία των γεγονότων. Σαν μία ιστορία χαρακτήρων δεν πείθει το μυθιστόρημα, αφού λείπει τις περισσότερες φορές η λογική συνέχεια, κάποια αιτία όσον αφορά την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή - πόσο μάλλον τον υπολοίπων χαρακτήρων, που πραγματικά λειτουργούν παρά μόνο σαν "κομπάρσοι" στο έργο (ακριβώς σαν τον κηπουρό πατέρα του Ηλία). 'Ολα γίνονται αποκλειστικά για στυλιστικούς λόγους, παρά αφηγηματικούς, στην προσπάθεια να μεταφέρει ο συγγραφέας μία νοσταλγία και ένα αίσθημα ματαιότητας. Ο αναγνώστης την αισθάνεται από πολύ νωρίς, μέσα από τα μάτια του μικρού Ηλία, όταν βρίσκεται ανάμεσα στις παλιές φωτογραφίες της Ράνας στο σπίτι της Κηφισιάς. Εκεί ο Ηλίας δρα σαν το εργαλείο, τα μάτια του αναγνώστη. Διαβάζοντας βλέπουμε και καταλαβαίνουμε πράγματα που ο ίδιος ο πρωταγωνιστής δεν αφομοιώνει, δεν επηρεάζεται συναισθηματικά, εκείνη την στιγμή. Αργότερα στο τέλος του βιβλίου, επαναλαμβάνεται αυτή η σκηνή με την συλλογή των Οθωμανικών μινιατούρων στο σπίτι-φάντασμα στην Κωνσταντινούπολη. Και στις δύο αυτές σκηνές, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται την σημασία των συμβόλων, ενώ ο πρωταγωνιστής ο ίδιος μάλλον δεν έχει αναγνωρίσει ούτε αισθανθεί αυτά που αντικρίζει (κι ας τον έχει λιποθυμήσει ο συγγραφέας!). Το τί συνέβη στον Ηλία στο διάστημα μεταξύ τις δύο αυτές σκηνές-κλειδιά είναι αφηγηματικά περιττό και φλύαρο.
Ίσως το καλύτερο από τα τέσσερα βιβλία του Ξανθούλη που έχω διαβάσει μέχρι τώρα! Ξεκίνησα το διάβασμα του Πέμπτη βράδυ και ήταν και το μόνο που έκανα μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας καθώς «ο Τούρκος στον κήπο» αποδείχτηκε καθηλωτικό πέραν πάσης προσδοκίας μου, με αφήγηση συναρπαστική καθώς ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το στοιχείο του σασπένς πολύ έξυπνα. ώστε να δημιουργήσει ένα δυνατό θρίλερ με πολλά και έντονα παραψυχολογικά στοιχεία και μια υποβλητική ατμόσφαιρα. Η αφήγηση του Ξανθούλη σουρεαλιστική, υπήρξαν στιγμές που δεν μπορούσα να συνεχίσω το διάβασμα λόγω αχαλίνωτου γέλιου. Η περιγραφή ήταν κινηματογραφική, τόσο ζωντανή και παραστατική, ιδιαίτερα της Κωνσταντινούπολης και των όσων διαδραματίστηκαν εκεί, που νόμιζα πως έβλεπα ταινία! Ο Τοπάλ Γιλντίζ, ένας πρίγκιπας που δολοφονήθηκε, σύμφωνα με το έθιμο της αδελφοκτονίας για την αποφυγή διεκδίκησης του θρόνου, επιστρέφει ως φάντασμα και εκδικείται το θάνατό του σκοτώνοντας τους εναπομείναντες απογόνους των Οθωμανών σουλτάνων. Δυο παιδιά ένα στην Κηφισιά και ένα στην Ανδριανούπολη αναλαμβάνουν το ρόλο του ενδιάμεσου μέντιουμ, η αφήγηση εναλλάσσεται χωρικά, πότε βρισκόμαστε στην Ελλάδα και πότε στην Ανδριανούπολη,πότε βλέπουμε το ένα παιδί και πότε το άλλο. Αυτός όμως που θα επωμιστεί το βάρος να δώσει απαντήσεις και λύσεις είναι ο Ηλίας, το παιδί από την Κηφισιά,ο οποίος μεγαλώνοντας θα έρθει αντιμέτωπος με τους παιδικούς του εφιάλτες, που νόμιζε πως είχε θάψει καλά, σε ένα ταξίδι στη Κωνσταντινούπολη.
Ενδιαφέροντες χαρακτήρες και ενδιαφέρουσα ματιά στο θέμα της ανταλλαγής των πληθυσμών με την έννοια της αλληλεπίδρασης. Νομίζω ότι με ξένισε το μεταφυσικό στοιχείο το οποίο τελικά μένει ανεκπλήρωτο - ποιος ήταν σκοπός του στην αφήγηση;
Το βιβλίο που ξεχωρίζω από το συνολικό έργο του συγγραφέα, μαζί με το Πεθαμένο Λικέρ. Δεν έχει νόημα να αναζητάς το πώς και το γιατί, σε αυτό το αφήγημα, είναι σουρεαλιστικό ούτως ή άλλως κι έτσι πρέπει να διαβαστεί και να κριθεί. Εμένα με έπεισε και με ταξίδεψε.
Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το βιβλίο. Ταξίδεψα στην Κωνσταντινούπολη και αυτό το ταξίδι μου άρεσε τόσο πολύ.Δέθηκα με τον πρωταγωνιστή ως παιδί και αργότερα ως ενήλικα.Οι βρισιες με ξένισαν και οι υπόλοιποι ήρωες με άγγιξαν και αυτοί. Μια σοβαρή προσπάθεια μαγικού ρεαλισμού. Κάποια πράγματα όμως δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Πάλι το θέμα της αιμομιξίας που σε κάνει να νιώθεις άβολα.
Είναι το δεύτερο βιβλίο του Ξανθούλη που μου άρεσε και κατάφερα να ακολουθήσω μέχρι το τέλος, μετά το Πεθαμένο λικέρ. Είναι ένα ταξίδι στο άγνωστο, στο μεταφυσικό, στο υπερφυσικό. Αν μου επιτραπεί η έκφραση, θα έλεγα ότι η υπόθεση είναι για τα μπάζα. Ένα πιαδί-μέντιουμ επικοινωνεί με την αδελφή ψυχή του στην Αδριανούπολη ενώ ένας Τούρκος στον κήπο ξεκληρίζει τους τελευταίους επιγόνους του. Είναι τέτοια η γραφή του Ξανθούλη όμως που σε ταξιδεύει. Ξερεις ότι θα διαβάσεις κάτι υπερβατικό, κάτι ονειρικό, κάτι που θα σε ταξιδέψει κι ευτυχως εν προκειμένω δεν απογοητεύεσαι (μη μου θυμίσει κανείς το Τρένο με τις φράουλες γιατί θα ουρλιάξω). Για να απαντήσω (;) στις απορίες των συν-αναγνωστών μου ίσως το φάντασμα είναι ο κουτσός Τοπάλ Γιλντίζ, που εμφανώς αδικημένος (αν και κουτσός έπρεπε να θανατωθεί, όντας αδελφός του Σουλτάνου) επέστρεψε για να εξολοθρέψει με τη σειρά του τους τελευταίους επιγόνους της αυτοκρατορικής γενιάς των Οσμανλήδων, αφήνοντας τελευταίο τον άδικο χαμό του πρωταγωνιστή Ηλία. Εξαιρετικό το τελευταίο μέρος που περιγράφεται η Κωνσταντινούπολη (πήγα πρόσφατα και ήταν σαν να ήμουν ξανά εκεί, το Σαράι, το Ντολμάμπαχτσε, η ασιατική πλευρά, το Μπεμπέκ, όλα τόσο όμορφα και τόσο μαγικά δοσμένα). Αν εξαιρέσουμε κάποιες άσκοπες φλυαρίες, κάποιους χαζούς εμετούς (μα κόκαλα να ξερνάει ο άλλος; ), αν εξαιρέσουμε ότι γέλασα με τη Βουγιουκλάκη να παίζει ρόλο κομπάρσου στα πρώτα χρόνια της ζωής του Ηλία, κατά τα άλλα το βιβλίο είναι γνήσιος Ξανθούλης, με φαντασματα, με υπερβατικά στοιχεία και με πικρές δόσεις καθημερινότητας. Και φυσικά δεν λείπουν οι ομοφυλοφιλικές και οι αιμομικτικές αναφορές. Ένα καλοδουλεμένο παζλ, με πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Κάτι από αυτά θα κρατήσει τον κάθε αναγνώστη.
Είναι το τρίτο βιβλίο του Ξανθούλη που διαβάζω και μολονότι έχει λογοτεχνικές αρετές, συνειδητοποιώ ότι ο Ξανθούλης παραείναι αστικός για τα γούστα μου. Φλύαρο το κείμενο, άβουλα όντα οι χαρακτήρες του που σύρονται όπου θέλει ο συγγραφέας.Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου αυτό της περιγραφής της Κωσταντινούπολης.