Από τα σκοτεινά έγκατα της λακωνικής γης ξεπηδούν ανήσυχες παγιδευμένες ψυχές. Βιαιοθάνατοι επιστρέφουν από κολαστήρια, αναζητώντας δικαίωση και επιστήμονες που αφιερώνουν τη ζωή τους στην έρευνα, ανακαλύπτουν την ουτοπία της ψυχομηχανικής στα στενά της Πλάκας.
Η έκλειψη του σκοτεινού ήλιου αποτελεί τη στιγμιαία νίκη του φωτός σε έναν υποχθόνιο κόσμο, ενώ τα μάτια ενός μηχανικού φρουρού ατενίζουν ανέκφραστα την τοξική βροχή που ποτίζει την επιφάνεια του κατεστραμένου μας πλανήτη.
Αόρατα δάχτυλα χαιδεύουν τα πλήκτρα ενός πιάνου συνθέτοντας νυχτερινή μουσική, τα γυάλινα τοιχώματα μιας σφαίρας περικλείουν μια επικίνδυνη παράλληλη διάσταση, ενώ στο λυκόφως μεταξύ ζωής και θανάτου, η αγάπη υπερνικά τα πάντα.
Δώδεκα ιστορίες που εκτείνονται από την αρχαιότητα έως το ζοφερό μέλλον και από την Ελλάδα του παρελθόντος και του παρόντος, σε χιονισμένα τοπία του βορρά, σε μια εσωτερική περιπλάνηση.
Ο Γιώργος Κλάγκος γεννήθηκε στον Πειραιά και έχει σπουδάσει Computer Science και Weight-Personal Training. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων που φέρει τον τίτλο Βιαιοθάνατοι κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις NightRead. Έχει συμμετάσχει στις ανθολογίες: Metal-ικές Ιστορίες Φαντασίας και Τρόμου (Αίολος), Σκιές και Αντανακλάσεις (Ars Nocturna). Τόμος 1ου Διαγωνισμού Πεζογραφίας (Κέφαλος), Διακριθέντα ποιήματα και πεζά (Κοράλλι), Μικρές Επαναστάσεις (Παράξενες Μέρες), Με μια Σχεδία (Παρατηρητής), Η Πτώση των Θεών,Τα Μπλούζ της Πόλης, Αιωνιότητα (Συμπαντικές Διαδρομές).Το 2015 κατέλαβε την δεύτερη θέση στα βραβεία λογοτεχνίας του φανταστικού Larry Niven -στην κατηγορία διηγήματος τρόμου- ενώ το 2017 την πρώτη, στην κατηγορία δοκιμίου επιστημονικής φαντασίας. Έχει αρθρογραφήσει κατά καιρούς σε περιοδικά. Κατοικεί στην πόλη Turku της Φινλανδίας.
Το θετικό είναι πως, πέρα από κάποιες εκφραστικές αστοχίες και λάθη που έχουν ξεφύγει από την επιμέλεια, το βιβλίο αυτό είναι αρκετά σωστά γραμμένο. Δυστυχώς, δεν μπορώ να βρω κάποιο άλλο θετικό, παρότι - με κάθε ειλικρίνεια - το προσπάθησα. Οι ιστορίες είναι κλισέ και το ύφος του συγγραφέα παρωχημένο. Οι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις έχουμε χαρακτήρες ελβετικούς σουγιάδες: κάνουν τα πάντα και συμφέρουν. Π.χ. ο τρομερός μηχανικός που είναι και μυστικιστής και ξέρει και αραβικά και είναι και εφευρέτης και είναι και καθηγητής στο πανεπιστήμιο ή ο τρομερός μηχανικός που είναι και μυστικιστής και ξέρει κι από εκρηκτικά γιατί ήταν στο στρατό. Το κυριότερο, ωστόσο, πρόβλημα που είχα με τους Βιαιοθάνατους ήταν πως όλες ανεξαιρέτως οι ιστορίες είναι γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο και δεν υπάρχει η παραμικρή διαφορά ανάμεσα στους αφηγητές. Κυριολεκτικά, το οκτάχρονο μιλάει σαν το δεκαεξάχρονο, που μιλάει σαν τον αρχαίο Σπαρτιάτη, που μιλάει σαν τον ηγούμενο του μοναστηριού, που μιλάει σαν τον τριαντάρη άνεργο. Όλα μια σούπα, όλα το ίδιο, καμία διάκριση. Στα αρνητικά τοποθετώ και την ακατάσχετη στοχαστική διάθεση του συγγραφέα που αραδιάζει αμπελοφιλοσοφίες ΣΕ ΚΑΘΕ ΜΑ ΚΑΘΕ διήγημα, αλλά και τις αναφορές σε άλλα έργα, που δεν προσδίδουν τίποτα απολύτως στα διηγήματα. Καλύτερη στιγμή του βιβλίου θα έλεγα πως ήταν η "Οργή Θεού" και πιο ενδιαφέρουσα - αν και αναξιοποίητη - ιδέα το Digital Security.
Πιθανόν αξίζει περισσότερα αστέρια. Οι ιδέες είναι κλασσικές ίσως, αλλά φαίνεται πως ο συγγραφέας τις έχει βασανίσει στο μυαλό του, ξέρει τι θέλει να πει. Κι όχι μόνο ξέρει τι θέλει να πει, αλλά ξέρει και γιατί θέλει να το πει, πράγμα που στις μέρες μας σπανίζει. Το όλο πόνημα χάνει πόντους γιατί
α) πολλά από τα διηγήματα αργούν πάρα πολύ να πάρουν μπρος, και πολλές φορές παρεμβάλλεται και μια αληθοφάνεια που δεν βοηθάει σε τίποτε από "σκηνοθετικής" άποψης
β) το στυλ γραφής, μεριές-μεριές είναι κάπως μπαρόκ και προσωπικά δε με καλύπτει.
Ξεχώρισα -και αγάπησα με την ήσυχη αγάπη που απαιτείται από ένα τέτοιο κείμενο- και τα τέσσερα μέρη του διηγήματος του τίτλου. Μου φάνηκαν γραμμένα από καρδιάς και κάτι που είναι γραμμένο από καρδιάς δε μπορεί παρά να συγκινεί. Αντίθετα, το πρώτο διήγημα με τίτλο "Έμβολον" ήταν, πιστεύω, από τα πιο αδύναμα.
Παίρνοντας στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Κλάγκου, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ο τίτλος του και η απορία ήρθε αυτόματα. Τι είναι οι Βιαιοθάνατοι; Βιαιοθάνατοι ονομάζονται όσοι έφυγαν από τη ζωή με βίαιο και άδικο θάνατο. Και πράγματι τελειώνοντας την εν λόγω ανθολογία, μπορώ να πω πως ο τίτλος ταιριάζει γάντι.
[...]
Εν κατακλείδι, οι Βιαιοθάνατοι είναι μια συλλογή διηγημάτων που ο αναγνώστης θα ευχαριστηθεί και θα νιώσει τους χαρακτήρες να μιλάνε μέσα του. Σίγουρα το συγγραφικό ντεμπούτο του Γιώργου Κλάγκου είναι απόλυτα επιτυχημένο και ελπίζουμε σε ανάλογη συνέχεια σε κάτι μεγαλύτερο ίσως, καθώς σε πολλά σημεία φαίνεται πως έχει την ικανότητα αυτή.
Πολύ καλή αφήγηση. Το ομώνυμο διήγημα σε κερδίζει. Το "Έμβολο" είναι ένα tribute στον HPL, με φόντο τη σύγχρονη Αθήνα. Ο Κλάγκος επίσης, στα πιο μικρά διηγήματα που περιλαμβάνει η συλλογή, δείχνει ότι έχει ταλέντο και σε άλλα είδη, όπως το cyberpunk.
Βιαιοθάνατοι και Άλλες Ιστορίες: Μια οικεία γνωριμία με το άδικο
Παίρνοντας στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Κλάγκου, το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν ο τίτλος του και η απορία ήρθε αυτόματα. Τι είναι οι Βιαιοθάνατοι; Βιαιοθάνατοι ονομάζονται όσοι έφυγαν από τη ζωή με βίαιο και άδικο θάνατο. Και πράγματι τελειώνοντας την εν λόγω ανθολογία, μπορώ να πω πως ο τίτλος ταιριάζει γάντι.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Η συλλογή αυτή είναι η πρώτη έκδοση του Γιώργου Κλάγκου, αλλά όχι η πρώτη φορά που εκδίδεται κάποιο κείμενό του.
Η ανθολογία ξεκινάει με ένα σχετικά ογκώδες διήγημα, το Έμβολον, σε σχέση πάντα με τη συνέχεια του βιβλίου. Ένα διήγημα στο οποίο υπάρχει διάχυτη μία Λαβκραφτική ατμόσφαιρα βασισμένη στη σημερινή εποχή και στην Αθήνα. Στη συνέχεια έχουμε το διήγημα που έδωσε στην ανθολογία όνομα. Οι Βιαιοθάνατοι είναι μια ιστορία χωρισμένη σε πέντε μέρη. Πέντε επιμέρους ιστορίες με κοινό παρανομαστή τον άδικο θάνατο από την αρχαιότητα μέχρι το σήμερα, βασισμένες όλες σε υπαρκτές πηγές οι οποίες αναφέρονται και στο τέλος του κάθε μέρους.
Διαβάζοντας το βιβλίο και με βάση τη δομή του, ήταν σα να ακούω ένα δίσκο βινυλίου, και πράγματι με το πέρας των Βιαιοθάνατων θα μπορούσα να πω ότι αλλάζει η πλευρά της ανθολογίας. Στο δεύτερο μέρος, αν και πάντα ο θάνατος είναι διάχυτος στην ατμόσφαιρα, το περιεχόμενο αλλάζει οριακά. Αλλόκοτες ιστορίες στις οποίες τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μη, είναι θολά. Προσωπικό αγαπημένο διήγημα το 14 Φεβρουαρίου, το οποίο είναι βασισμένο σε μία πολύ έξυπνη ιδέα και ολοκληρώνοντάς το είχα ανατριχιάσει.
Κάτι ακόμα που κερδίζει τον αναγνώστη, είναι ο τρόπος γραφής. Αρκετά άμεσος και σε πρώτο πρόσωπο χωρίς όμως να προσπαθεί να πιάσει φίλο τον αναγνώστη, κάτι πάρα πολύ σημαντικό.
Εν κατακλείδι, οι Βιαιοθάνατοι είναι μια συλλογή διηγημάτων που ο αναγνώστης θα ευχαριστηθεί και θα νιώσει τους χαρακτήρες να μιλάνε μέσα του. Σίγουρα το συγγραφικό ντεμπούτο του Γιώργου Κλάγκου είναι απόλυτα επιτυχημένο και ελπίζουμε σε ανάλογη συνέχεια σε κάτι μεγαλύτερο ίσως, καθώς σε πολλά σημεία φαίνεται πως έχει την ικανότητα αυτή.
Διάβασα τους Βιαιοθάνατους του Κλάγκου. Παλιά είχα διαβάσει στη συλλογή για το Metal Invader (RIP) το διήγημά του "Οι άρχοντες του χωροχρόνου" το οποίο ήταν ένα κλικ κάτω από το καλό. Ωστόσο οι Βιαιοθάνατοι είναι μια όμορφη συλλογή διηγημάτων, από έναν Έλληνα συγγραφέα που του αρέσει αυτό που γράφει. Το γουστάρει. Υπάρχουν 12 διηγήματα, εκ των οποίων 5 έχουν τίτλο Βιαιοθάνατοι. Υπάρχουν καλές ιδέες σε άλλοτε άλλη καλή υλοποίηση. Αλλά οι ιδέες υπάρχουν. Ξεκικώντας από τα αρνητικά, προσωπικά πάντα, με χάλασε λίγο το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του όλα είναι μάταια, η καθημερινότητα σε ρουφάει, χάνεις τον εαυτό σου κλπ. Το βιώνουμε που το βιώνουμε. Σε αρκετά λοιπόν διηγήματα υπάρχει στην αρχή το πιο πάνω μοτίβο που ίσως κουράσει. Κάποια ελάχιστα λαθάκια επιμέλειας, εκφράσεις, ασυνέχειες χρόνων υπάρχουν μα είναι σπάνια και περνάνε απαρατήρητα θα έλεγα. Δεν θα χαρακτήριζα κάποιο διήγημα αδύναμο ή ακόμα περισσότερο μέτριο/κακό. Όλα ήταν έξυπνα, κατ' εμέ. Και έρχομαι στο ζουμί. Το Νέμεσις απλά τα σπάει! Επικό διήγημα, αισθάνθηκα σα να ζούσα στην αρχαία Σπάρτη. Όμως το πιο ισχυρό χαρτί του Κλάγκου ακούει στο όνομα Digital Security. Γενικά δεν έχω τρελλή εμπειρία στο sci fi αλλά το συγκεκριμένο διήγημα είναι άψογο. Πλοκή, αγωνία, ανατροπές, ολοκλήρωση. Με συγκίνησε. Σκεφτόμουν πόσο καταπληκτικό θα ήταν, αν ο συγγραφέας το έκανε βιβλίο! Τελειώνοντας, θέλω να εκφράσω τα συγχαρητήριά μου για τους Βιαιοθάνατους. Αξίζει να διαβαστεί από το κοινό στο οποίο απευθύνεται. 3,5 αστεράκια θα ήταν το αντικειμενικό, αλλά λόγω DS 4. Προσωπικά το συνιστώ. (Στην προσωπική μου δεκαεπταβάθμια κλίμακα θα είχε ένα 10/17. όπου 0-11 είναι το πόσο άρεσε σε μένα προσωπικά το βιβλίο, 0-3 η αξία του για την τιμή του (value for money) και τέλος 0-3 η επαναδιαβασιμότητα του βιβλίου, το πως θα το έβλεπε ένας μέσος αναγνώστης και η διαχρονική του αξία. Εδώ είμαι πιο αυστηρός....Αλλά πάντα καλοπροαίρετος)
Το βιβλίο είναι πιο κοντά στο 3.5, αλλά είχα τη χαρά να συναντήσω και να μιλήσω με τον συγγραφέα, πράγμα που μου εξασφάλισε και μια ματιά πίσω από τη λογοετχνική κουρτίνα, γεγονός που αναπόφευκτα επηρέασε και την αντίληψή μου περί των ιστοριών.
Για να βγάλω το ζήτημα από τη μέση, πρέπει να ομολογήσω πως η μόνη ιστορία που δεν μου άρεσε ήταν το "Έμβολον", γεγονός ατυχές διότι είναι η πρώτη του βιβλίου. Κάπου ακροπατάει γύρω από τον Lovecraft, κάπου μου θυμίζει Ravenloft, αλλά παραδόξως η όλη προσέγγιση για μένα δεν τελεσφορεί.
Αντίθετα, οι ιστορίες που εντάσσονται στο, ομώνυμο με τον τίτλο, κομμάτι των Βιαιοθανάτων, είναι προσεκτικά καταστρωμένες, τόσο μεμονωμένα, όσο και σαν σύνολο, ενσωματώνουν στοιχεία λαογραφίας, ιστορίας και γεωγραφίας από τη Σπάρτη και έχουν ένα πολύ νωπό, αναπολογητικό χαρακτήρα εκδίκησης. Νομίζω αγαπημένο μου παραμένει το "Οργή Θεού".
Από τα υπόλοιπα διηγήματα, νομίζω αυτό που μου άρεσε περισσότερο στην εκτέλεση ήταν το "14 Φεβρουαρίου", διότι με σύντομο και λιτό τρόπο παρουσιάζει κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί αρχετυπικό, αλλά προς στιγμήν κάνει τον αναγνώστη να αναρωτιέται αν είναι αυτό που δείχνει.
Σε όλο το βιβλίο υπάρχει διάχυτο το προσωπικό βίωμα του συγγραφέα, μιας αφιλόξενης ξενιτιάς, μιας νοσταλγίας για την πατρίδα και ταυτόχρονα μιας δυσφορίας για την ίδια αυτή πατρίδα - ένα συναίσθημα που, αναμφίβολα, για πολύ κόσμο είναι γνώριμο.