Ο Κώστας Καρυωτάκης είναι ένας από τους σημαντικούς ποιητές μας. Ανήκει στη μεταρομαντική εποχή και είναι ένας από τους τελευταίους ποιητές που εκφράστηκαν αποκλειστικά με έμμετρο λόγο. Στάθηκε συχνά απέναντι στο κατεστημένο, χλεύασε με λεπτό χιούμορ την καθημερινότητα, μετέφερε την υπαρξιακή αγωνία του μέχρι τέλους. Είναι αυθεντικός και παραμένει επίκαιρος.
(English: Kostas_Karyotakis) Γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικά του χρόνια, αναγκάστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Πέρασε από το Αργοστόλι, τη Λευκάδα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, την Αθήνα, μέχρι και από τα Χανιά.
Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. Αφού πήρε το δίπλωμα της Νομικής Σχολής των Αθηνών, διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Η ελεύθερη φύση του δεν μπορούσε να δεχθεί την γραφειοκρατία της κρατικής μηχανής, την οποία και καυτηριάζει όποτε μπορεί (χαρακτηριστικό το πεζό: Κάθαρσις). Γι' αυτό και μετατέθηκε πολλές φορές διωκόμενος από ανωτέρους του. Στη διάρκεια αυτών των μεταθέσεων γνωρίζει την ανία και τη μιζέρια της επαρχίας, πράγμα που τον στιγματίζει. To Φεβρουάριο του 1919 εκδίδει την πρώτη του συλλογή: "Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων", η οποία τυγχάνει αδιάφορης ή υποτιμιτικής κριτικής. Τον ίδιο χρόνο εκδίδει μαζί με τον φίλο του Άγη Λεβέντη (με τα ψευδώνυμα Μίμης Χλαπάτσας και Νίκος Τσαπατσούλιας, αντίστοιχα) το σατιρικό περιοδικο "Η Γάμπα", που παρά την επιτυχία του κυκλοφόρησε μόνο σε έξι τεύχη γιατί η αστυνομία απαγόρευσε την έκδοσή του. Το 1921 κυκλοφορεί τη δεύτερη συλλογή του τα "Νηπενθή". Εκείνο τον καιρό συνδέεται με την ποιήτρια Μ. Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής. Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι σχέσεις τους ήταν ερωτικές. Το 1924 ταξιδεύει στο εξωτερικό, στην Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 κυκλοφορεί η τελευταία του συλλογή, "Ελεγεία και Σάτιρες".
Το Φεβρουάριο του 1928 ο Καρυωτάκης αποσπάται στην Πάτρα και τον Ιούνιο στην Πρέβεζα. Από εκεί στέλνει απελπισμένα γράμματα σε συγγενείς και φίλους, περιγράφοντας την αθλιότητα που κυριαρχεί σ' αυτήν την πόλη (χαρακτηριστικό το ποίημα Πρέβεζα). Στις 21 Ιουλίου θέτει τέρμα στη ζωή του.
Αρχικά να πω πως δεν έχω αυτή την έκδοση. Το βιβλίο που έχω είναι τα"απαντά " των ποιημάτων του (μαζί με ποιήματα ξένων που είχε μεταφράσει ο ίδιος ) . Η έκδοση της δεκαετίας του 80 , καθόλου προσεγμένη και φτηνιάρικη . Ηταν ένα δώρο γενεθλίων και ήμουν 16 χρόνων . Οι έφηβοι αγαπούν τον Καρυωτάκη-οι έφηβοι της εποχής μου και ελπίζω και οι σημερινοί - κι εγώ δεν αποτέλεσα εξαίρεση . Έχουν περάσει απο τότε πολλά χρόνια και το βιβλίο έχει φθαρεί το κακόμοιρο . Απο την πολυ χρήση . Απο την πολυ αγάπη . Απο το πολυ κλάμα . Με τα χρόνια όμως κατάλαβα κατι : ο πεσιμισμός του Καρυωτάκη είναι σαν τον διδακτισμό του Καβαφη . Κατασκευές . . Πρώτες εντυπώσεις και τίποτα άλλο . Ο Καρυωτάκης παίρνει την ειρωνία του Καβαφη , ως άλλος πνευματικός κληρονόμος του . Η ειρωνία , το μεγάλο διαβρωτικό του όπλο . Δεν είναι παράξενο που και ο Καβαφης και ο Καρυωτάκης ηταν κόκκινα πανιά για τη διαβόητη γενειά του 30 . Τους χαλούσαν τη σούπα και την επιφάνεια της σοβαροφάνειας που θέλανε να κτίσουν γύρω απο τα ελληνικά γράμματα . Ο Καρυωτάκης ηταν ποιητης to the point ,για να χρησιμοποιήσω μια αγγλική έκφραση. Χωρίς περικοκλάδες και περιττά σαρκαζοντας και σαρκαζονενος , μιλούσε για όλα το δεινά του ελληνικού κράτους -που σαν δημόσιος υπάλληλος ήξερε καλά -του ελληνικού λαού , του δημοσιού και ιδιωτικού βίου . Παρατηρούσε κατέγραφε και σχολίαζε όλα αυτά του κατέστρεφαν τον κοινωνικό ιστό και τις ζωές των αθρωπων . Σαφέστατα επηρεασμένος απο τον ρομαντισμό , τον έκανε χρήσιμο εργαλείο της δουλειάς του . Έντυσε με μια άχλη ρομαντισμού τα ποιήματα του σε τέτοιο σημείο που την φόρεσε και ο ίδιος .ο μως μη γελιέστε δεν ηταν ρομαντικός . Πραγματιστής ηταν και γνώριζε το τέλος και το βάσανο .
Κάθε μα κάθε φορά που διαβάζω Καρυωτάκη με συγκλονίζει. Ακόμα περισσότερο όταν διατρέχουν τα μάτια μου το σημείωμα αυτοκτονίας του, όπου παρατίθεται από τις πρώτες κι όλας σελίδες του βιβλίου. Τα περισσότερα ποιήματα του μου αρέσουν όπως οι Ζωές, Πρέβεζα, Αγάπη Σταδιοδρομία και κάποια από τα πεζά του Το Εγκώμιο Της Θαλάσσης, Φυγή, Τρείς Μεγάλες Χαρές κ.α.
He went to the beach of the beautiful Preveza, and after many failed attempt at suicide by drowning in the sea, which went on for ten hours, Kostas Karyotakis took a pencil and a bit of paper and wrote his suicide note, then took his revolver and shot himself through the heart -
"It is time for me to reveal my tragedy. My greatest faults were unbridled curiosity, a diseased imagination, and my attempts to become acquainted with every emotion without being able to feel most of them. However, I despise the base act that is attributed to me. I experienced but the ideation of its atmosphere, the ultimate bitterness. Nor am I the suitable person for that profession. My entire past will show that much. Every reality to me was repulsive.
I felt the rush brought on by danger. And with glad heart I shall accept the coming danger.
P.S. And, to change the tone: I advise those who can swim never to try to commit suicide in the sea. All night and for ten hours I was battered by the waves. I drank much water but, by and again and without me knowing how, my mouth would surface. Perhaps some time, given the opportunity, I shall write down the impressions of a drowning man." - Kostats Karyotakis, July 19th, 1928 - Preveza
* Imaginary Suicides (K.K)
They turn the key in the door, take out their old, well-hidden letters, read them quietly, then drag their feet a final time.
Their life has been a tragedy, they say. God! people's frightful laughter, and the tears, the sweat, nostalgia of the skies, the landscape's solitude.
They stand there by the window, gazing at the trees, the children, all of nature, at the marble-workers hammering away, the sun that wants to set forever.
It's over. Here's the note -- appropriately short, profound, and simple, full of indifference and forgiveness for whoever's going to weep and read it.
They look in the mirror, look at the time, ask if it's madness maybe, a mistake. "It's over now" they murmur; deep down, of course, they're going to put it off.
Όλο θα σπάει το κύμα ρουμπινί στα πόδια μου σκορπίζοντας αστέρια. Οι παλάμες μου θα ´χουνε γενεί δυο περιστέρια ... Το πέλαγο χρυσάφι αναλυτό. Θα βάλω τ´όνειρό μου σε καΐκι ν´αρμενίσει Διαμάντι θα πατώ λαμπρό χαλίκι.