«Ο Ρασκόλνικοφ είναι ένα καθρέφτισμα του Άμλετ. Για την ακρίβεια είναι ο Άμλετ, το σύμβολο του νεανικού ρομαντισμού που φλερτάρει με την παράνοια, με μια και μόνη διαφορά: η αίσθηση του χρέους που κινητοποιεί τον Πρίγκιπα απουσιάζει από τον Φοιτητή. Ο Άμλετ υποψιάζεται πως υπάρχει κάτι στο σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Ο Ρασκόλνικοφ ξέρει πως τα πάντα γύρω του είναι σάπια».
Ο Περικλής Μποζινάκης γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα όπου ζει μέχρι σήμερα με τη γυναίκα του και το μικρό τους γιο. Ασχολήθηκε από νωρίς με τις εκδόσεις, τις γραφικές τέχνες και τη ζωγραφική. Έκανε τον πωλητή βιβλίων και εργάζεται ακόμη σε ατελιέ γραφικών τεχνών. Για ένα μεγάλο διάστημα εργάστηκε ως μουσικός. Παρ' όλα αυτά, το γράψιμο ήταν πάντα η κύρια ασχολία του, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του πρώιμου υλικού του εγκαταλείφθηκε ή και καταστράφηκε από τον ίδιο. Τα τελευταία χρόνια αποφάσισε να ασχοληθεί πρωτίστως με τη λογοτεχνία, αναπτύσσοντας μια ιδιόρρυθμη, ανησυχητική φιλοσοφία που μυθοπλαστικά κινείται στο χώρο του φανταστικού, και ανιχνεύει σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης - προς το παρόν με τη μορφή διηγημάτων. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων "Σκοτεινά ανέκδοτα και ιστορίες εφιαλτών" (2002) και "Στο λυκόφως, εκείνα" (2003) από τις εκδόσεις "Futura". Το 2007 εκδόθηκε η τρίτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο "Ζώνη ερήμωσης" από τις εκδόσεις Νεφέλη. Το 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα "Απόκρημνος χρόνος".
(Η ομιλία μου στην παρουσίαση του βιβλίου στο Monk 27-1-2017) Με τον Περικλή γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια κι ας μη βλεπόμασταν συχνά. Ξέραμε κι οι δυο πως ο άλλος είναι εκεί, κάθε τόσο βγάζει βιβλίο, είναι καλά, και συνεχίζει. Πορευόμασταν έτσι δίπλα δίπλα, βλέπετε ίδια γενιά και συχνά ίδιοι προβληματισμοί, ίδιες προσλαμβάνουσες, πολύ ίδιες όμως (κι αυτό φάνηκε κι απ’ το αποψινό βιβλίο που θα συζητήσουμε). Επίσης εγώ αντιπαθώ τους δόκιμους συγγραφείς - αλεξιπτωτιστές που θέλουν να βγάλουν ένα βιβλίο και μετά να εξαφανιστούν, να μην κριθούν, θέλουν απλώς να το προσθέσουν στο βιογραφικό τους, ενώ αντιθέτως νοιάζομαι πολύ για συναδέλφους που έχουν μια πορεία και μια συνέχεια όπως ο Περικλής, διότι πολύ απλά αυτό σημαίνει πως αντιμετωπίζουν τη συγγραφή ως προέκταση της ζωής τους κι όχι σαν οτιδήποτε άλλο ήσσονος σημασίας. Μια φορά του έγραψα μια μικρή κριτική στο Οδός Πανός και χρόνια αργότερα διάβασα με έκπληξη ένα σημείωμα του στο facebook να με αναφέρει ως έναν από τους οποίους τον βοήθησα. Ειλικρινά με χαροποίησε να μην πω με συγκίνησε και το κάνουμε πολύ μελό. Οκ, ήταν όντως ιδιαίτερα συγκινητικό διότι όπως ξέρετε ο φθόνος και τα ψεύτικα λόγια επικρατούν συχνά και σε μας στον μικρόκοσμο των συγγραφέων. Όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθούσα τα βιβλία του ενώ από το συγκεκριμένο βιβλίο διάβαζα τα μικρά κομμάτια που αναρτούσε στο διαδίκτυο. Όταν μου πρότεινε να μιλήσω είπα αμέσως «ναι, δε χρειάζεται να το σκεφτώ». Λίγο αργότερα όμως ανησύχησα. Τι θα πεις; σκέφτηκα. Ήμουν σίγουρος ότι θα τα θαλασσώσω καθότι είμαι ένας συγγραφέας που αδυνατεί να γράψει οποιουδήποτε είδους δοκίμιο κι έτσι πολύ φοβόμουν ότι θα παρουσίαζα μια αδύναμη εικόνα του βιβλίου ή μια ψεύτικη εικόνα. Με το που ξαναδιάβασα όμως τις αναρτήσεις του Περικλή, ακριβώς αυτά τα σπαράγματα του βιβλίου, ησύχασα. Διότι το πράγμα θα έρθει μόνο του, είπα στον εαυτό μου. Κι αυτό γιατί το βιβλίο αναφέρεται σε βιβλία και ταινίες που νομίζω ότι οι περισσότεροι αγαπήσαμε, εγώ πάντως σίγουρα. Κι η ματιά του Περικλή είναι δυσδειτική και συχνά λέει αυτά που σκέφτεσαι αλλά δεν μπορείς να εκφράσεις. Αυτή άλλωστε δεν είναι η δουλειά του συγγραφέα; Πολλές φορές έχω δει να γράφουν σε γερές πένες: «είπες με λίγα λόγια αυτό ακριβώς που σκεφτόμουν και το είπες υπέροχα. Κάπως έτσι νιώθεις λοιπόν όταν διαβάζεις το βιβλίο του Περικλή. Βέβαια, αυτή είναι η μία λειτουργία (να την πω έτσι) του συγγραφέα. Υπάρχουν και το: «βρήκες αυτό που σκεφτόμουν, το οποίο δεν μπορούσα να προσδιορίσω επακριβώς» και το σημαντικότερο: «προχώρησες ένα βήμα πιο πέρα και μου άνοιξες τα μάτια…» Κι η τρίτη λειτουργία είναι κι η πιο σημαντική… Αλήθεια πόσες ώρες στοχασμού και μελέτης πρέπει να καταναλώσεις για να καταλήξεις στα κρυφά νοήματα που κατέληξε ο Περικλής; Πάρα πολλές ή αρκετές, αναλόγως πόσο κοφτερή είναι η κρίση πόσα είναι τα διαβάσματα σου και οι οπτικές σου. Κι έτσι μη σας ξεγελάει το μέγεθος του βιβλίου. Είναι γνώση συμπυκνωμένη, είναι γραφή περιεκτική, και όπως έλεγε κι ο Κωστής Παπαγιώργης (που ο Περικλής τον αναφέρει συχνά) απλότητα και οικονομία είναι οι μεγάλες αρετές του συγγραφέα. Τελειώνοντας το βιβλίο συνειδητοποίησα ότι η συγγραφική μου συγγένεια με τον Περικλή είναι μεγάλη με πολλές, ίδιες βάσεις. Αν σκεφτούμε ότι το βιβλίο είναι και μια εξομολόγηση, ένα αρκετά αυτοβιογραφικό βιβλίο, τρέμω στην ιδέα να γράψω κάποτε κι εγώ ένα ίδιο. Έτσι ταυτόχρονα με τις επισημάνσεις πάνω στα βιβλία και στις ταινίες των αγαπημένων του (+ μου) δημιουργών ο Περικλής παραθέτει δικές του προσωπικές στιγμές, απόψεις, και όνειρα. Οι δικές του προσωπικές στιγμές. Μου άρεσε πάρα πολύ «τα δύο εξωτικά πουλιά», η πρώτη ιστορία, διότι εγώ σαν ιστορία το είδα, σαν μικρό διήγημα. Το οποίο είναι… Τι άλλο φυσικά από μια καταβύθιση στην παιδική ηλικία, στη δεξαμενή άντλησης της έμπνευσης, εκεί όπου καταφεύγουν όλοι οι συγγραφείς, εκεί δηλαδή που καταφεύγουν όλοι οι άνθρωποι, αλλά οι συγγραφείς έχουν απλώς την ικανότητα να βλέπουν ολοκάθαρα μέσα σ’ αυτή τη δεξαμενή ενώ για τους περισσότερους το νερό είναι θολό… Ποιοι είναι λοιπόν οι αγαπημένοι καλλιτέχνες του Περικλή μέσα σ’ αυτό το βιβλίο; Θα βρεις τον Ναμπόκοφ, θα αναπολήσεις τη ζεστασιά στην καρδιά όταν θα αναφερθεί το Φαρενάιτ 451 που τόσο το αγάπησες και το αγάπησες επειδή ο συγγραφέας πάσχισε να σε πείσει ότι το βιβλίο θα σωθεί ό,τι και να γίνει. Κι έπειτα ο μέγιστος Πόε (Πόου), ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπάροουζ. Δε θα μπορούσε να λείψει ο μαιτρ του υπαρξιακού αδιεξόδου, ο Κάφκα φυσικά, που αναφέρεται κυρίως για τη Δίκη περιγράφοντας το απόλυτο μυθοπλαστικό αδιέξοδο μαζί με τον Πύργο και τη Μεταμόρφωση. Κι όπως ο ήρωας του Κάφκα περιπλανιέται στη Δίκη έτσι κι ο συγγραφέας περιπλανιέται στα βιβλία και στις ταινίες. Η κάθετη πολιτεία του Μπάλαρντ, το High rise, το οποίο θα κυκλοφορήσει φέτος στα Ελληνικά και το περιμένω με αγωνία αφού είναι μια συγγραφική εμμονή μου τα ψηλά κτίρια και τα μπλοκ κατοικιών. Οι εμμονές μας… πιστεύω πως συγγραφέας δίχως εμμονές δεν γίνεται. Αυτό το βιβλίο μας τις φανερώνει, τις υπενθυμίζει, τις ξεγυμνώνει, ανήκει στη γενιά μας και μ’ ένα σχεδόν μαγικό τρόπο δεν ανήκει, αλλά αντιθέτως πιάνει όλες τις γενιές αφού τα συναισθήματα που ξυπνά είναι αρχέγονα και universalis. Κι οι εμμονές είναι γεννημένες από την παιδική ηλικία, την πρώτη βασική δεξαμενή άντλησης της έμπνευσης του συγγραφέα και τη δεύτερη δεξαμενή που θα σας αναφέρω αμέσως. Ο Ένοικος του Πολάνσκι, η συγκλονιστικότερη ταινία του μετά το Μωρό της Ρόζμαρι που ενόχλησε τις ΗΠΑ. Θα μπορούσαμε να δούμε αυτό το βιβλίο και την ταινία ως ένα ημερολόγιο καταστρώματος ενός σκεπτόμενου συγγραφέα απέναντι σ’ ένα κόσμο που διαλύεται, μήνυμα σε μποτίλια προς τις επόμενες γενιές. Ο διχασμός της προσωπικότητας (Δόκτωρ Τζέκυλ και μίστερ Χάιντ) προήλθε από ένα όνειρο, την άλλη τεράστια δεξαμενή έμπνευσης ενός συγγραφέα (εκτός από την παιδική ηλικία). Σκέφτομαι ότι αυτό το βιβλίο θα χρησίμευε ως εγχειρίδιο και για νέους συγγραφείς (κυρίως), αλλά και για όσους θέλουν να διδάξουν δημιουργική γραφή. Και μέσα απ τις σελίδες του βιβλίου βγαίνει ο προβληματισμός, ένας από τους πολλούς του συγγραφέα: αλήθεια, ποια είναι τα όρια του πραγματικού; Είναι διακριτά στη σημερινή εποχή της τρομερής πληροφορίας, του διαδικτύου, του «το διάβασα στο facebook, άρα είναι αληθινό». Πότε η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος παύουν να είναι φαντασία και γίνονται πραγματικότητα; Αριστουργηματικό το κομμάτι TLON του βιβλίου στο οποίο αναφέρεται σ’ ένα φανταστικό κόσμο, σ’ ένα επινοημένο πολιτισμό τόσο πιστευτό που νομίζεις ότι υπάρχει στην πραγματικότητα και στο τέλος διεκδικεί την πραγματικότητα, όπως το Star Wars εξετάζεται αν θα διδάσκεται σαν εναλλακτικό ιστορικό παρελθόν σε πανεπιστήμια. Κλείνω τονίζοντας πως πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο θα ανατρέξεις ξανά και θα συμβουλευτείς για μια οπτική, ή πάνω σ’ ένα συγγραφέα ή σχετικά με μια εικόνα που σου γέννησε.
Το "τέλειο βιβλίο" είναι σε μεγάλο βαθμό κάτι υποκειμενικό, κατά κανόνα ιδιαίτερα σπάνιο, αν όχι ανύπαρκτο, οπότε εν προκειμένω θα ξεκινήσω με το μοναδικό μου παράπονο από το παρόν: δεν ξέρω αν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο, καθότι αυτό επαφείεται πάντα στην ιδεατή μορφή που έχει γι' αυτό ο συγγραφέας - θα ήθελα όμως να είναι. Αυτό είναι όλο - και προχωρώ στην ουσία του πράγματος.
Το βιβλίο αυτό είναι μια συλλογή από στοχασμούς: λογοτεχνικούς, υπαρξιακούς και μεταξύ τους αλληλεπιδρώντες. Μιλά για τον Κάφκα, τον Ντοστογιέφσκι, τον Πόε, τον Μπάλαρντ, τον Μπράντμπερι, τον Μπάροουζ και μέσα από όλους αυτούς για τις όψεις, τις προβληματικές και τις σχιζοφρένειες της ανθρώπινης ύπαρξης.
Μέσα σε όλα αυτά, ο Περικλής Μποζινάκης μιλά επίσης για τον εαυτό του και παρά να μείνει μια απόμακρη πένα, πλησιάζει τον αναγνώστη, όπως άλλοτε τον ακροατή σε μια γνώριμη σκηνή, σ' ένα μπαρ σκοτεινό όσο και φιλόξενο και του λέει πως οι στοχασμοί αυτοί κι οι αγωνίες δεν είναι απλά κάποια θεωρητικά κατασκευάσματα, αλλά πηγάζουν από τα νωπά σωθικά ενός ανθρώπου.
Είναι ένα βιβλίο γεμάτο στοχασμούς που γεννούν συνειρμούς και κατ' επέκταση άλλους στοχασμούς, ένα βιβλίο που προσκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει, να ψάξει και τελικά να ενεργήσει, με όποιον τρόπο αυτός νομίζει, για όσα περιέχονται στις Σελίδες από το Πουθενά.
Είναι ένα βιβλίο για τον σκεπτόμενο άνθρωπο και τους πολλούς του πόνους και θαρρώ κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος θα βρει μέσα ένα απόσταγμα σκέψεων που πιθανώς να τον κάνουν να νιώθει λιγότερο μόνος - να νιώσει πως δεν είναι ένας μονήρης τρελός σε έναν κόσμο επικοινωνιακών σκουπιδιών και άγονης καλλιέργειας από "Likes".
Καθότι ο σκεπτόμενος άνθρωπος συχνά αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιος, υποβάλλοντας ύστερα τον ισχυρισμό στη δοκιμασία των υπολοίπων, δεν ξέρω αν είμαι πραγματικά τέτοιος (άλλωστε, κατά μία εκδοχή, κάθε πραγματικότητα είναι υποκειμενική). Ωστόσο, παραθέτω το απόσταγμα που βρήκα πιο οικείο και το οποίο πλέον συχνά επαναλαμβάνω:
"Ο Αυτοσκοπός οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον εθισμό και μετά στην καταστροφή".
Προσοχή, αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς λογοτεχνία. Είναι κατάδυση σε ζοφερές ιδέες, είναι το παιχνίδι εκείνο στο λούνα παρκ που κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ένας λαβύρινθος γεμάτος με σκέψεις και εικόνες, ένα οικοδόμημα με χίλιες πόρτες που ποτέ δεν ξέρεις που θα σε βγάλουν. Και για να το πω πιο απλά: Διαβάστε Μποζινάκη να ανοίξει το μυαλό σας. Στη χειρότερη θα φτιάξετε μια ωραία λίστα με βιβλία που δεν έχετε διαβάσει και ταινίες που δεν έχετε δει.
Σελίδες από το Πουθενά: Όταν το περιβάλλον αποδομείται και εμβαθύνεται
Η γραφή του Περικλή Μποζινάκη έχει κάτι το ιδιαίτερο. Εστιάζοντας στην ετυμολογία και την ανάλυση πραγμάτων γνωστών, μας αποκαλύπτει μια ολότελα διαφορετική τους πλευρά, βαθιά ανθρώπινη μέσα στην ιδιαιτερότητά της, ή ίσως και εξαιτίας αυτής. Άνθρωπος με πολυποίκιλα ενδιαφέροντα (ή ίσως διαφορετικές όψεις του ίδιου), ο συγγραφέας χαίρεται να αποδομεί τον χρόνο και τον χώρο, να ανοίγει τρύπες στο συνεκτικό περιβάλλον του αναγνώστη και να αφήνει να μπαίνει μια νέα, λογοτεχνική με όλη την σημασία της λέξεις, πνοή.
step0002-13-570x300
Στο Σελίδες από το Πουθενά- Δοκίμια και αφηγήσεις- από τις εκδόσεις Ars Nocturna αυτή η τάση είναι ακόμα πιο έντονη, η γραφή πιο αναρχική και ελεύθερη, άρα και πιο επικίνδυνη για τον βάλτο της καθημερινότητας. Χωρίς να περιορίζεται ούτε στο μέγεθος, αλλά ούτε και στο θέμα, ο Μποζινάκης πλανάται πάνω από τα πάντα, σαν σκανδαλιάρης δαίμονας με αιτία και μας δείχνει πράγματα που του έκαναν εντύπωση, ταινίες που ανοίγουν το ανθρώπινο κουφάρι για να αναπνεύσει η ομορφιά που κρύβει μέσα του ή να ανατριχιάσει από τον τρόμο της συνειδητοποίησης της ίδια της ύπαρξης. Ταυτόχρονα, οι επιρροές του συγγραφέα από τους μεγάλους του είδους, αλλά και περιστατικά της ζωής που τον σημάδεψαν περισσότερο μας παρουσιάζονται ατόφια, με έναν αυτοβιογραφικό τρόπο.
Τι σημασία έχουν όμως όλα αυτά; Ο ίδιος ο Περικλής Μποζινάκης απαντά:
Η μόνη αιτία καταγραφής του είναι η αισθητική ανάγκη να εκφραστεί το απροσδιόριστο με λέξεις. Και ο μόνος σκοπός τους η ψυχαγωγία. Η ψυχαγωγία, όχι η φυγή της διασκέδασης, του διασκορπισμού του νου, είναι ο σκοπός των κείμενων- καμουφλαρισμένα διηγήματα τα αποκαλεί ο ίδιος- και είναι μια δύσκολη υπόθεση. Το κεντρικό τους νόημα δεν έχει σημασία αν βασίζεται σε αληθινά κείμενα, ταινίες ή περιστατικά. Μπορεί να αναφέρεται στον Κάφκα, στον Άμλετ και τον David Cronenberg με τον ίδιο σεβασμό και τάση στοχασμού. Ωστόσο, αυτό είναι μόνο μια λεπτομέρεια, η βάση ενός κλίματος που πολύ γρήγορα αποκτά δική του βούληση και τείνει να πνίξει τα δοκάρια που το συγκρατούν, να τα αφαιμάξει, να πάρει τα θρεπτικά τους υγρά και να προχωρήσει προς έναν δικό του, ολότελα διαφορετικό δρόμο. Δύσκολο δρόμο, μα δικό του. Γι’ αυτό οι Σελίδες έρχονται από το πουθενά, καταλήγουν όμως κάπου. Ίσως όχι εκεί που θα μπορούσαν, αλλά σίγουρα εκεί που χρειάζονται.
12541107_10153805241690196_5449035537064129432_n
Και συχνά αυτό είναι κάτι δύσκολο. Ούτε τα θέματα που μεταχειρίζεται ο Μποζινάκης είναι εύκολα, ούτε η γλώσσα του. Συχνά ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με μια αηδιαστική συνθήκη, που συνήθως πηγάζει από την καθημερινότητα που μας έχει επιβάλει η μισθωτή εργασία και η ανοχή σε ανθρώπους που ακμάζουν στην κοπριά της. Ωστόσο εκεί είναι και οι στιγμές που ο Μποζινάκης αναπτύσσει όλη του την σκληρή ευφράδεια με την οποία συνηθίζει να μιλάει στο κοινό των Reflections της Death Disco και πραγματοποιεί και την ουσιαστική τομή: Το Σελίδες από το Πουθενά είναι, παρά τις αναφορές σε ταινίες και έργα μυθοπλασίας, ένα έργο κοινωνικό, με τον άνθρωπο, είτε ως αναγνώστη-υποκείμενο, είτε ως θέμα-αντικείμενο, στην πρώτη γραμμή. Και αυτό καθιστά τις Σελίδες ένα μεγάλο ανάγνωσμα, παρά το μικρό τους μέγεθος, το οποίο βέβαια είναι μόνο επιφανειακό.
Το βιβλίο αυτό προέρχεται από στοχασμούς και ως τέτοιο, γεννά συνεχώς και άλλους σαν τους κυματισμούς σε μια λίμνη που συνεχώς απομακρύνονται, μέσα σε μια ατέρμονη επικοινωνία που ούτε ο αναγνώστης δεν θέλει να τελειώσει.
Δε μπορώ να βαθμολογήσω τις προσωπικές σκέψεις ενός ανθρώπου. Ομολογώ πως απογοητεύτηκα, αλλά το λάθος είναι δικό μου: ξεκίνησα να το διαβάζω επειδή έλεγε "Μποζινάκης" επάνω, όχι γιατί διάβασα την περιγραφή του. Κι απογοητεύτηκα γιατί σπάνια επιλέγω να διαβάσω δοκίμια.