Είδε τη μάνα του να αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα του σπιτιού τους καθώς το εγκατέλειπαν για τη μεγάλη φυγή. "Να μπει αέρας, να πάρει και να διαλύσει τη μυρωδιά μας. Ούτε αυτή θέλω ν' αφήσω σ' αυτόν τον άπονο τόπο. Τίποτα. Φτάνουν οι τάφοι μας". Ο Αζάντ δεν ήξερε γιατί έπρεπε να φύγουν, ούτε και είχε λόγο στις αποφάσεις, εφηβάκι ήταν, στα δεκατέσσερα. Προορισμός η ελευθερία και ο πολιτισμός, η Ελλάδα. "Θα ανταμώσουμε απέναντι με ελεύθερους ανθρώπους που είναι φίλοι μας και θα μας βοηθήσουν. Δεν μας θέλει η πατρίδα μας; Θα βρούμε άλλη", τους έδινε κουράγιο ο πατέρας. Στο Ιράκ δεν είχαν ζωή. Ζούσαν με τη βεβαιότητα του θανάτου. Και μια ανάσα πριν από το "απέναντι", ένα ποτάμι πριν φτάσουν στη γη της φιλίας, χάθηκαν όλα. Κι έμεινε μόνος του, αμούστακο παιδί, να πρέπει να αποφασίζει, να ακολουθεί, να αρνείται, να επιδιώκει, να αντιστέκεται, να γλιτώνει, να βρίσκει και να χάνει... Οι άνθρωποι διαδέχονταν ο ένας τον άλλο, το ίδιο και τα σύνορα, οι συνήθειες, οι θρησκείες, τα ερωτικά σκιρτήματα. Κι όλα γίνονταν για έναν στόχο: για το διαβατήριο, που από παράνομο πολίτη του κόσμου θα έκανε τον Αζάντ επισκέπτη στην πατρίδα του, με την ελπίδα να βρει τους δικούς του. Η τύχη όμως κάποιες φορές αποσύρει την παρουσία της από τις επιλογές και κάνει το δικό της παιχνίδι, σε άλλους τόπους, με άλλους ανθρώπους, με άλλα ανταμώματα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο Τζεμίλ Τουράν (English: Cemil Turan) γεννήθηκε τη δεκαετία του '50 στο Κουρδιστάν της Τουρκίας, στην περιοχή Σερχάτ. Εντάχθηκε και αγωνίστηκε στην πρώτη γραμμή του απελευθερωτικού αγώνα του Κουρδικού Κινήματος. Διέφυγε το 1984, πέρασε στην Ελλάδα, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο, και αργότερα απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα. Το μυθιστόρημά του Το ματωμένο χιονολούλουδο είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο Κούρδου που γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα.