Σύγνεφο με παντελόνια Ο πόλεμος και η ειρήνη Ο αυτοαγαπώμενος συγγραφέας αφιερώνει τούτες τις γραμμές στον εαυτό του Ο άνθρωπος Παρίσι Ιωβηλαίο Ξελασπώστε το μέλλον Καλά πάμε Μ’ όλη μου τη φωνή ... Άχαρο λοιπόν έργο η κριτική, όταν αντιμετωπίζει ένα έργο σαν του Mαγιακόβσκη, που την αφοπλίζει. (Tουλάχιστο αυτή η αναγνώριση κι η ομολογία ας μετριάσει την εντύπωση της αχαριστίας και της αδικίας). Άχαρο, είπαμε, και σχεδόν ακατόρθωτο, γιατί η ακτινοβολία της ποίησης του Mαγιακόβσκη ήταν, και παραμένει, τόσο μεγάλη, που θαμπώνει την όραση και το λόγο του κριτικού, τόσο που να θεωρούμε τούτο το θάμβος σαν χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησής του και να μη θέλουμε να παραιτηθούμε απ’ αυτό, με το φόβο μήπως απογυμνώσουμε και φτωχύνουμε κι εμάς κι εκείνην. Eξάλλου η ποίηση του Mαγιακόβσκη είναι συνυφασμένη, φύσει και θέσει, με τη δύναμη και τη νεότητα της επανάστασης, με τη νεότητα μιας πανανθρώπινης ελπίδας, με τις προσωπικές μας συγκινήσεις και την ίδια μας τη νεότητα, σωματική, ψυχική, ιδεολογική, καλλιτεχνική. Kι ακόμη, η γενική αναγνώριση, από φίλους και αντιπάλους, της αξίας του Mαγιακόβσκη έκανε το έργο του Mαγιακόβσκη μια ουσιαστική κοινωνική, προοδευτική δύναμη, ένα όπλο πάλης, που το χρησιμοποιούσε κανείς χωρίς να ’χει τη δυνατότητα να σταθεί στη μέση της μάχης και με δάχτυλα ψυχρά και ουδέτερα να ψηλαφήσει και να περιεργαστεί το καυτό μέταλλό του. Tο κύρος, επιπλέον, του Mαγιακόβσκη στάθηκε μια έμπρακτη απόδειξη της αξίας της κοινωνικής ποίησης (και το θεμέλιό της, άλλωστε) κι ένα αποστομωτικό επιχείρημα των συναδέλφων του στη χώρα του, και των προοδευτικών ποιητών όλου του κόσμου, έναντι των δύσπιστων, των ταλαντευόμενων, των αναποφάσιστων ή των αμείλικτων αρνητών που αμφισβητούσαν κατά βάση τη δυνατότητα ύπαρξης μιας καθαρά κοινωνικής, ιδεολογικής, κι ακόμη περισσότερο, κομματικής ποίησης.
Vladimir Mayakovsky (Владимир Владимирович Маяковский) was born the last of three children in Baghdati, Russian Empire (now in Georgia) where his father worked as a forest ranger. His father was of Ukrainian Cossack descent and his mother was of Ukrainian descent. Although Mayakovsky spoke Georgian at school and with friends, his family spoke primarily Russian at home. At the age of 14 Mayakovsky took part in socialist demonstrations at the town of Kutaisi, where he attended the local grammar school. After the sudden and premature death of his father in 1906, the family — Mayakovsky, his mother, and his two sisters — moved to Moscow, where he attended School No. 5.
In Moscow, Mayakovsky developed a passion for Marxist literature and took part in numerous activities of the Russian Social Democratic Labour Party; he was to later become an RSDLP (Bolshevik) member. In 1908, he was dismissed from the grammar school because his mother was no longer able to afford the tuition fees.
Around this time, Mayakovsky was imprisoned on three occasions for subversive political activities but, being underage, he avoided transportation. During a period of solitary confinement in Butyrka prison in 1909, he began to write poetry, but his poems were confiscated. On his release from prison, he continued working within the socialist movement, and in 1911 he joined the Moscow Art School where he became acquainted with members of the Russian Futurist movement. He became a leading spokesman for the group Gileas (Гилея), and a close friend of David Burlyuk, whom he saw as his mentor.
The 1912 Futurist publication A Slap in the Face of Public Taste (Пощёчина общественному вкусу) contained Mayakovsky's first published poems: Night (Ночь) and Morning (Утро). Because of their political activities, Burlyuk and Mayakovsky were expelled from the Moscow Art School in 1914. His work continued in the Futurist vein until 1914. His artistic development then shifted increasingly in the direction of narrative and it was this work, published during the period immediately preceding the Russian Revolution, which was to establish his reputation as a poet in Russia and abroad.
Mayakovsky was rejected as a volunteer at the beginning of WWI, and during 1915-1917 worked at the Petrograd Military Automobile School as a draftsman. At the onset of the Russian Revolution, Mayakovsky was in Smolny, Petrograd. There he witnessed the October Revolution.
After moving back to Moscow, Mayakovsky worked for the Russian State Telegraph Agency (ROSTA) creating — both graphic and text — satirical Agitprop posters. In 1919, he published his first collection of poems Collected Works 1909-1919 (Все сочиненное Владимиром Маяковским). In the cultural climate of the early Soviet Union, his popularity grew rapidly. As one of the few Soviet writers who were allowed to travel freely, his voyages to Latvia, Britain, Germany, the United States, Mexico and Cuba influenced works like My Discovery of America (Мое открытие Америки, 1925). He also travelled extensively throughout the Soviet Union.
The relevance of Mayakovsky's influence cannot be limited to Soviet poetry. While for years he was considered the Soviet poet par excellence, he also changed the perceptions of poetry in wider 20th century culture. His political activism as a propagandistic agitator was rarely understood and often looked upon unfavourably by contemporaries, even close friends like Boris Pasternak. Near the end of the 1920s, Mayakovsky became increasingly disillusioned with the course the Soviet Union was taking under Joseph Stalin: his satirical plays The Bedbug (Клоп, 1929) and The Bathhouse (Баня, 1930), which deal with the Soviet philistinism and bureaucracy, illustrate this development.
On the evening of April 14, 1930, Mayakovsky shot himself.
Αυτά τα μάτια εξακοντίζουν βέλη. Κάνε να σβήσει τούτο το χαμόγελο. Η καρδιά ρέπει προς το ρεβόλβερ. Το λαρύγγι ονειρεύεται το ξυράφι. Σ΄ένα ασυνάρτητο δαιμονιακό παραλήρημα η νοσταλγία μου μεγαλώνει.
Όχι, κανένανε δε θα σκοτίσω με τις μαύρες μου μελαγχολίες, κι άλλωστε δεν έχω κέφι με κανένανε να στήσω πια ομιλίες.
Εσείς κι εγώ συχνά με ξιφολόγχες επιτεθήκαμε στο λυρισμό γυρεύοντας το λόγο τον ακριβή και το γυμνό
Το μεγαλείο του Mayakovsky σε λιγότερο από δέκα ποιήματα. Ο λόγος του γροθιά στο στομάχι, γεμάτος επαναστατικότητα. Ό,τι και να πω θα είναι λίγο. Το σύννεφο με παντελόνια εξακολουθεί να είναι το αγαπημένο μου (τουλάχιστον από αυτά που υπάρχουν σε αυτήν την έκδοση) Αν και το μόνο ποιήμα του που έχω διαβάσει στο πρωτότυπο είναι το Ακούστε, έχω να πω πως η μετάφραση του Ρίτσου ήταν εξαιρετική.
ΥΓ: 1. Υπάρχει Ρώσος ποιητής που να μην έγραψε ποίημα για τον Πούσκιν; 2. Γιατί τέτοιο φαρμάκι για τον Γεσένιν;
“Τι να τα κάνω πια τα λόγια; Κι αυτός ο στίχος περιττός. Άντε, στη μπάντα. Τον πόνο το λυκίσο δε θα εγγίσω. Εγώ, απ’ τη σειρά των ημερών παίρνω μια μέρα που με χιλιάδες άλλες μοιάζει πέρα ως πέρα. Αν έγραψα εγώ κατιτίς, αν είπα κάτι, φταίνε γι’ αυτό τα μάτια -ουρανοί, φταίει της αγαπημένης μου το μάτι.”
“Εμείς, καθένας από μας, κρατάμε μέσα στη γροθιά μας τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.”
“Βάλτε να πιούμε! Ναι, το ξέρω, είναι το σύστημα παλιό να κατεβάζεις σαν πονάς αράδα τα ποτήρια”
O logos tou Mayakovsky einai dynamh.Stirizei me pathos tin epanastasi enw sinama apozita mia koinwnia gemati erota kai poihsh.Prosopiko mou agaphmeno to sinnefo me pantelonia kai to kselasposte to mellon
Όταν διαβάζω Μαγιακόφσκι, ένας από τους ποιητές που μου κράταγαν το χέρι όσο καιρό "φοβόμουν" την ποίηση, μυριζει Γιαννενα κι ακουγονται κιθάρες και πολύωρες κρασοκατανύξεις που συνοδεύονται από συζητήσεις για τον Τρότσκι και τη Γαλλική ποίηση ...