Συγκεντρωτικός τόμος στον οποίο περιλαμβάνονται τρεις συλλογές του μεγάλου αμερικανού διηγηματογράφου: 1. Αρχάριοι 2. Λοιπόν, θα πάψεις, σε παρακαλώ; 3. Καθεδρικός ναός. Τα διηγήματα, τα αντιπροσωπευτικότερα από το σύνολο του έργου του, πλαισιώνονται από εκτενή εισαγωγή καθώς και αναλυτικές πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του.
Carver was born into a poverty-stricken family at the tail-end of the Depression. He married at 19, started a series of menial jobs and his own career of 'full-time drinking as a serious pursuit', a career that would eventually kill him. Constantly struggling to support his wife and family, Carver enrolled in a writing programme under author John Gardner in 1958. He saw this opportunity as a turning point.
Rejecting the more experimental fiction of the 60s and 70s, he pioneered a precisionist realism reinventing the American short story during the eighties, heading the line of so-called 'dirty realists' or 'K-mart realists'. Set in trailer parks and shopping malls, they are stories of banal lives that turn on a seemingly insignificant detail. Carver writes with meticulous economy, suddenly bringing a life into focus in a similar way to the paintings of Edward Hopper. As well as being a master of the short story, he was an accomplished poet publishing several highly acclaimed volumes.
After the 'line of demarcation' in Carver's life - 2 June 1977, the day he stopped drinking - his stories become increasingly more redemptive and expansive. Alcohol had eventually shattered his health, his work and his family - his first marriage effectively ending in 1978. He finally married his long-term parter Tess Gallagher (they met ten years earlier at a writers' conference in Dallas) in Reno, Nevada, less than two months before he eventually lost his fight with cancer.
Το έχω τελειώσει εδώ και 2-3 μέρες και προσπαθούσα να σκεφτώ πως θα ήθελα να σας το παρουσιάσω. Για να μαι απολύτως ειλικρινής δεν γνώριζα ιδιαίτερα τον Ρέιμοντ Κάρβερ. Είχε τύχει στο παρελθόν να δω κάποιους τίτλους από το έργο του αλλά τον είχα προσπεράσει χωρίς καν ν ‘ασχοληθώ. Αφορμή για να θελήσω να τον μελετήσω ήταν το hype που δημιουργήθηκε από συγκεκριμένο λογαριασμό στο instagram. Αγαπημένη μου intellectual thighs για σένα λέω καλέ. Και ότι τίποτα άλλο δε μπορώ και να την ασπαστώ και να την αγκαλιάσω για το καλό που μου έκανε. Κάπως έτσι ξεκίνησε μια σπουδαία αναγνωστική εμπειρία την οποία δε σας κρύβω τη φοβήθηκα πολύ. Αναρωτιόμουν αν θα μια σε θέση να τον καταλάβω και να τον αγαπήσω.Οι χαρακτηρισμοί που αποδίδονταν στο έργο του σπουδαίοι και βαρύ παράσημο. Στην αρχή δε μπορούσα να μπω τόσο εύκολα στο κλίμα. Η έλλειψη δράσης με οδηγούσε σε πολύπλοκες σκέψεις ότι μήπως δηλαδή κάτι δεν είχα καταλάβει, μήπως αυτή η λιτότητα σήμαινε κάτι άλλο από αυτό που καταλάβαινα. Κάτι μου άρεσε σε αυτό που διάβαζα αλλά δεν ήμουν και σίγουρη. Κάπως έτσι κύλησε το πρώτος μέρος των διηγημάτων. Με αρκετά ερωτηματικά και σκέψη μέχρι που ήρθαν το δεύτερο και το τρίτο και η αναγνωστική εμπειρία απέκτησε νόημα. Για να καταπίνεις 800 και πλέον σελίδες σε λιγες μέρες μάλλον δεν διαβάζεις μόνο εσύ γρήγορα αλλά και ο άλλος γράφει καλά. Μια εμπειρία ανάγνωσης που δανειζόμενη έναν από τους τίτλους των διηγημάτων του σε μετατρέπει σε αρχάριο ανάγνωστη, σαν να ξεκινάς από την αρχή και ανακαλύπτεις ένα νέο μαγικό κόσμο από τον οποίο δε θες να βγεις. Ταυτίστηκα με αρκετους από τους ήρωες τους, ανθρώπους άλλοτε δυνατούς που σαν να φαίνεται ότ ιεχουν χάσει τον προορισμό τους και το κουράγιο τους για ζωή. Θα έχω βαθιά χαραγμένο για καιρό στο μυαλό μου ένα από τα διηγήματα του «το μικρή παρηγοριά» Δυο γονείς έχουν χάσει το μοναχογιό τους σε δυστύχημα. Έχοντας επιστρέψει στο σπίτι τους και καλούμενοι να διαχειριστούν το γεγονός , οι χτύποι του τηλεφώνου σπάνε τη σιωπή και τη μετατρέπουν σε μια αβάσταχτη βαβούρα. Στο τηλέφωνο ο φούρναρης που τους καλεί για να παραλάβουν την τούρτα που είχαν παραγγείλει πριν το δυστύχημα για τα γενέθλια του γιου της. Οργή, πίκρα και αβάσταχτος πόνος τους οδηγεί στο φούρνο με μόνο σκοπό να πλακώσουν στο ξύλο το φούρναρη που τόσο τους αναστάτωσε. Λίγη ώρα μετά βρίσκονται να μοιράζονται το πόνο τους με το φούρναρη, να γίνονται κοινωνοί του δικού του προσωπικού δράματος και όλα αυτά με συνοδεία λίγα φρεσκοψήμενα κουλουράκια κανέλας. Πάντα πίστευα ότι η μυρωδιά της φέρνει κοντά τους ανθρώπους ετσι και με κείνο το ζευγάρι και το φούρναρη η κανέλα άνοιξε τις καρδιές τους και κανείς δεν ήθελε να φύγει από αυτό το μέρος. Συγκλονιστικός
Δεν μπορώ να βάλω λιγότερα από 5 αστεράκια στον Κάρβερ. Να σημειώσω μόνο πως η "διορθωμένη" εκδοχή του "Αρχάριου" μου αρέσει περισσότερο, και πως δεν με βολεύει καθόλου το σκληρό εξώφυλλο - ήδη η μία άκρη του "τσάκισε". Είναι αριστουργηματικά τα διηγήματα, όμως, όλα τα άλλα είναι λεπτομέρειες.
Τρεις συλλογές διηγημάτων, που δεν πρέπει να διαβαστούν μονορούφι γιατί κουράζουν. Η πρώτη συλλογή, κατ’ εμέ απογοητευτική. Η δεύτερη και η τρίτη, καταπληκτικές. Σε κάνουν να ξεχνάς την πρώτη ενότητα και να συγχωρείς τον άβολο τόμο με τα σκληρά εξώφυλλα που όχι μόνο δεν μπορείς να μεταφέρεις πουθενά, αλλά πρέπει να κάνεις και ακροβατικά για να διαβάσεις χωρίς να "τραυματίσεις" το βιβλίο. Αν έλειπε η πρώτη συλλογή, τα 5 αστεράκια θα ήταν λίγα. (Επίσης, δεν ήταν απαραίτητη η επανάληψη σε δύο συλλογές, της πιο ψυχοπλακωτικής ιστορίας του τόμου... Το βρήκα περιττό.)
Μια πενηντάδα διηγημάτων, θαυμαστών μες στην "απλότητά" τους. Τίτλοι που έχουν συχνά κάτι να ρωτήσουν, τηλέφωνα που χτυπούν και μένουν ενίοτε αναπάντητα, απιστίες και χωρισμοί (ή σχεδόν), "ποταπά γεγονότα" και πολλά -πάρα πολλά- ποτά. Να διαβάζεις 850 σελίδες και να μη βαριέσαι είναι κατόρθωμα. Και δεν είναι δικό σου.
'Ο, τι και να πει κανείς για τον Κάρβερ είναι λίγο. Όμως το διήγημα "Μια μικρή παρηγοριά" είναι ένα άφταστο δείγμα της μαεστρίας του. Αριστουργηματική αφήγηση, τραγικότητα χωρίς μελοδραματικές εκτροπές.