O Bαρδιάνος στα σπόρκα (1893) διηγείται την ιστορία της γρια-Σκεύως, που μεταμφιέζεται σε άντρα και γίνεται βαρδιάνος (φύλακας) στα σπόρκα (μολυσμένα, επιχόλερα καράβια), προκειμένου να σώσει το γιό της.
Iστορικός πυρήνας του διηγήματος είναι η χολέρα που έπληξε την Eυρώπη το 1865 και τα αυστηρά μέτρα προφύλαξης που έλαβε τότε η ελληνική κυβέρνηση. Tο διήγημα ωστόσο δεν αναδίδει οσμή θανάτου.
Στην παρούσα έκδοση, ο Bαρδιάνος πλαισιώνεται από άλλα πέντε διηγήματα της ίδιας περιόδου (1892-1894): Oι Xαλασοχώρηδες, η πασίγνωστη σάτιρα των νεοελληνικών εκλογικών ηθών, O τυφλοσύρτης και H δασκαλομάννα, σάτιρα και τα δύο των σχολικών ηθών της εποχής, Nαυαγίων ναυάγια, με θέμα την αρπακτικότητα και το λαθρεμπόριο και, τέλος, H νοσταλγός, αριστουργηματική ελεγεία για τον έρωτα που χάσαμε και τη ζωή που δεν ζήσαμε.
Alexandros Papadiamantis (Greek: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) was an influential Greek novelist and short-story writer. He was born in Greece, on the island of Skiathos, in the western part of the Aegean Sea. The island would figure prominently in his work. His father was a priest. He moved to Athens as a young man to complete his high school studies, and enrolled in the philosophy faculty of Athens University, but never completed his studies. He returned to his native island in later life, and died there. He supported himself by writing throughout his adult life, anything from journalism and short stories to several serialized novels. From a certain point onwards he had become very popular, and newspapers and magazines vied for his writings, offering him substantial fees. Papadiamantis did not care for money, and would often ask for lower fees if he thought they were unfairly high; furthermore he spent his money carelessly and took no care of his clothing and appearance. He never married, and was known to be a recluse, whose only true cares were observing and writing about the life of the poor, and chanting at church: he was referred to as "kosmokalogeros" (κοσμοκαλόγερος, "a monk in the world"). He died of pneumonia.
Λιγότερο γνωστό διήγημα του Παπαδιαμάντη απ' τη Φόνισσα που πολλοί (δηλαδή εγώ) γνώρισαν μέσω της ομώνυμης σειράς, χαμηλότερων τόνων, ηπιέστερο, αθόρυβο. Δεν αναδίδει οσμή θανάτου, όπως είχε επισημάνει η Ακρόπολις που το φιλοξένησε στα 1893 αλλά περισσότερο τη γλυκιά μυρωδιά της αγάπης της μάνας. Κάποιος ανέμπνευστος (δηλαδή πάλι εγώ) θα έλεγε ότι η γριά Σκεύω ήρθε για να εξιλεώσει το συγγραφέα της για το χαρακτήρα της Χαδούλας της Φραγκογιαννούς. Όπως και να'χει αξίζει το χρόνο σας.
Η πρωταγωνίστρια της νουβέλας, η γριά-Σκεύω είναι ίσως το παπαδιαμαντικό αντίθετο της Φόνισσας Φραγκογιαννούς. Μια γυναίκα χαμηλών τόνων, με πραγματιστική, λιτή αντίληψη για τη ζωή αλλά που διαπνέεται από την ανυπόκριτη χριστιανική αγάπη για τον πλησίον. Ενσαρκώνει μία πολύ χαρακτηριστική έκφραση της οικονομίας του χαρακτήρος, της απλοϊκής σοφίας και της εναισθησίας που χαρακτήριζε τους ανθρώπους που ζούσαν στη σκιά των ελληνικών κοινοτήτων, διακριτικοί αλλά όχι κρυμμένοι. Η Σκεύω δεν ψηλώνει ο νους της, δεν χάνεται σε πολυδαίδαλα αφαιρετικά κατασκευάσματα του Νου, αλλά προκόβει και προσφέρει στους γύρω της διαχειριζόμενη με οικονομία τα πενιχρά μέσα που διαθετει, υλικά και πνευματικά.
Για τους λόγους αυτούς ίσως η νουβέλα του Παπαδιαμάντη δεν έχει βρει τη θέση που της αξίζει στις βιβλιοθήκες και στις προτιμήσεις μας. Ίσως επειδή γενικά οι θετικοί, ηπίων τόνων χαρακτήρες δεν προκαλούν το ενδιαφέρον όσο οι πιο πολυσύνθετοι αρνητικοί που μέσα στην αναζήτηση του "διαφορετικού" χάνονται στον κυκεώνα των επιθυμιών και των εκλογικευμένων ενστίκτων τους. Λίγοι τέτοιοι χαρακτήρες ξέφυγαν από την αφάνεια με τον "Ηλίθιο" του Ντοστογιέφσκι να μου έρχεται πρόχειρα στο νου. Βέβαια, σ'αυτό φταίει λίγο και ο Παπαδιαμάντης ο οποίος στην προσπάθεια να εμπλουτίσει (ίσως, και να μακρύνει) το αφήγημα του, προσθέτει εμβόλιμες ιστορίες όπως την παρολίγο ναυμαχία των κατοίκων με τους ταξιδιώτες που ήθελαν να σπάσουν την καραντίνα, οι οποίες αποσπούν την προσοχή από την ιστορία της Σκεύως και του γιού της. Κι αυτή όμως η μικρή παρέκβαση έχει την αξία της και τη σημασία της. Αξίζει να διαβαστεί.
Πρόκειται για ένα από τα λιγότερο γνωστά έργα του Παπαδιαμάντη. Το ιστορικό γεγονός που αποτελεί την βάση της ιστορίας είναι η χολέρα που ξέσπασε στην Ευρώπη το 1865 και τα μέτρα που έλαβε η Ελληνική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την εξάπλωσή της και στην Ελλάδα. Η ιστορία αφορά την γριά Σκεύω (ο χαρακτήρας της οποίας καμία σχέση δεν έχει με τον χαρακτήρα της Φραγκογιαννούς στην «Φόνισσα») η οποία μαθαίνει ότι ο γιος της έχει αρρωστήσει από χολέρα και βρίσκεται σε ένα από τα καράβια που η τότε κυβέρνηση έστειλε για καραντίνα σε ένα ερημονήσι κοντά στην Σκιάθο. Επειδή κανένας δεν επιτρέπεται να πλησιάσει το νησί αυτό (αφού είναι χώρος καραντίνας), η γριά Σκεύω αποφασίζει να μεταμφιεστεί σε άντρα και να πάει βαρδιάνος στα σπόρκα (δηλαδή φύλακας στα καράβια που έχουν μολυνθεί από την χολέρα) για να βρει τον γιο της και να τον βοηθήσει. Ένα από τα χαρακτηριστικά του διηγήματος που μου έκανε εντύπωση είναι ο τρόπος που εναλλάσσει ο συγγραφέας την χιουμοριστική αφήγηση με την περιγραφή των τραγικών ιστοριών των θυμάτων της χολέρας, χωρίς η εναλλαγή αυτή να φαίνεται «αφύσικη». Στηλιτεύει την κερδοσκοπία που επικράτησε τόσο από την πλευρά της κυβέρνησης όσο και από την πλευρά των απλών ανθρώπων σε βάρος των αρρώστων, και είναι αδύνατο να μην παρατηρήσει κανείς ορισμένες ομοιότητες με πρόσφατες καταστάσεις που ζήσαμε κατά την περίοδο της καραντίνας λόγω του κορωνοϊού. Φυσικά, ο Παπαδιαμάντης δεν παραλείπει να αφήσει το πολιτικό του σχόλιο. Η φράση που μου έμεινε «Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, διά να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν.».
Ηδύναντο να φωνάζωσι συγχρόνως και οι δύο επί ώρας χωρίς να απαντώσιν εις τα επιχειρήματα αλλήλων, ακολουθούντες μόνον την σειράν των ιδίων συλλογισμών των. Ητο μονόλογος εν διπλώ μάλλον η διάλογος. Αλλ’ αι εκ του ασθενούς φύλου έχουσι τούτο το πλεονέκτημα ότι όχι μόνον χρωματίζουσι αλλά και μεταπλάττουσι δια της φαντασίας παν το πραγματικόν αναπληρούσαι το ελλείπον … βλέπουσαι μόνον ήσαν ικαναί να φαντάζωνται και να προσθέτωσι και να βεβαιώσι πράγματα τα οποία ουδέποτε είχον συμβή. Ο, τι είναι παράδοσις εν τη ιστορία ό,τι έχει την χροιάν του θρύλου και της φήμης από γυναικείαν φαντασίαν βεβαίως εξήλθεν. …τα ερείπια φαίνονται ωραία εις όσους εγήρασαν αρκετά ώστε να προτιμώσι τας παλαιάς αναμνήσεις από την σύγχρονον πραγματικότητα. Κρότοι ευάρεστοι παρατεινόμενοι και χρωματιζόμενοι από την ηχώ ήτις τους εδέχετο ως ποθεινήν συντροφίαν εις τα μονήρη σπήλαιά της γύρω εις τα βουνά. …φιλάγαθος ανήρ πεντηκοντούτης γηράσας πρόωρα ως να μην αντείχεν εις το κοινωνικόν δηλητήριον το οποίον ενωρίς ήρχισε ν’ αναπτύσσεται εις τας τάξεις της ελληνικής κοινωνίας. …υπό την σκιάν εκείνην πολλοί ρεμβασμοί ανελίχθησαν αοράτως ανερχόμενοι ανά τους χλωρούς κλώνας και την ανήλιον φυλλάδα του μονήρους δέντρου Τα τρία νεόδμητα κτίρια…φαίνονται μακρόθεν ως τρία λευκόμαλλα αρνία αποπλανηθέντα από το κοπάδι πλαγιασμένα εκεί με το λυκόφως της εσπέρας κατά μήκος της ακτής μηρυκάζοντα εις το εφαπλούμενον σκότος. Η ταλαίπωρος Ανατολή υπήρξε και τότε ως τώρα και πάντοτε υπό τε γεωγραφικήν και κοινωνικήν υπό πολιτικήν και θρησκευτικήν έποψιν αφρακτος αμπελών. Όπως συμβαίνει πάντοτε εν καιρώ πανικού φόβου μέγας συνωστισμός και σπουδή αλόγιστος και τυφλή φυγή είχον επέλθει …εφαίνετο ως μικρά γωνία πρώην ερημικού παραδείσου εις ην επέδραμον αίφνης δαίμονες οδηγούντες κολασμένας ψυχάς τας οποίας ετέρποντο να βασανίζωσιν εν αυτή τη Εδεμ, όπως καταστήσωσι σκληροτέραν την κόλασιν. Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες δια ν’ αποδειχθή ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν. Η χολέρα δυνατόν να κολλά εις κάθε πράγμα αλλ’ εις τα χρήματα όχι. Οι άνθρωποι όλοι πάσχοντες, εσκληρύνοντο κατ’ αλλήλων εις επίμετρον και καθίστων την δεινοπάθειαν απείρως μεγαλυτέραν. Θα έλεγε τις, ότι η χολέρα ήτο μόνον πρόφασις και ότι η εκμετάλλευσις των ανθρώπων ήτο η αλήθεια. Δεν ήκουσε πλέον άλλην φωνήν η αυτήν και μόνην την αντηχούσαν εις τα ενδόμυχά της και χαραχθείσαν με πυρίνους χαρακτήρας….. …δεν έδειξε μεγάλην συγκίνησιν…Αυτή είχε καταδαπανηθή σωματικώς και χρηματικώς όλη εις τα λουτρά, εις τα ιατρικά και βότανα προσπαθούσα να αποκτήση κληρονόμον. Όλα τα’ άλλα πράγματα μετρίως την ενδιέφερον. Με την διπλωματίαν των φρονίμων ανθρώπων οίτινες σπεύδουν να εκμυστηρευθώσι και πωλήσωσιν εμπιστοσύνην εκεί όπου προβλέπουν ότι δεν θα περάση η ψευτιά. Δεν τον έμελλε αν ο κόσμος υπέφερε γύρω του ή απέθνησκεν αν έπασχεν εκ χολέρας ή εκ πείνης ή εξ άλλων δεινών. Αυτός ετραγουδούσε τους παλαιούς σκοπούς του. …του είχε κάμει δυσανάλογον εντύπωσιν ίσως ένεκα της μοναξίας και του αποκλεισμού εν ω διετέλει. Δύο αβρά πλάσματα των οποίων το βάρος δεν ησθάνετο χθες ακόμη η γη περισσότερον παρ’ όσον ταύτα ησθάνοντο σήμερον επάνω των το βάρος της γης. …εις τους κόλπους του αγνώστου… απεκόμισε μακράν εις αγνώστους κόσ��ους τα δύο πνεύματα το εν καθ’ εαυτό μακάριο το έτερον κατά μέθεξιν ευδαίμον. Ότι δια τους άλλους ήτο αποκλεισμός και ανία αφόρητος δι αυτόν ήτο πολυθόρυβος συναγελασμός και τύρβη του κόσμου. Είχεν ιδεί σπαραγμούς και βασάνους και είχε παρευρεθή εις αγωνίας και μαρτύρια τόσον όπου …δεν ησθάνετο ειμή κατά το ήμισυ και ως εν ονείρω και δεν επαθαίνετο ευκόλως από τας συμφοράς. Και απήλθε να την συναντήσει εκεί όπου οι προτρέξαντες περιμένουν τους υστερήσαντας συμπλωτήρας. Και τώρα εκοιμήθη τον άλυπον ύπνον, έρημος και άφιλος εις ξένην όχθην. Χελιδών ήτις ασκείται δια να μάθη να εκτελή έργα πελαργού . Ασθενές νεόφυτον το οποίον είναι ανάγκη να φουντώσει ταχέως δια να σκιάσει κόσμον υπό τους κλώνας του …εις την τραχείαν και σκολιάν οδόν εις τον κοπιώδη ανήφορον του κόσμου. Ανέπνεε την αύραν την εσπερινήν την οποίαν έφερεν ο μπάτης αμιγή από μολύσματα και από αναθυμιάσεις ανθρωπίνων δεινών και αθλιοτήτων Η Πούλια…δια να διδάσκη την οικογενειακήν συνοχήν και αρμονίαν εις τους δειλαίους θνητούς οίτινες γεννώνται δια να χάσκωσι προς καιρόν αναβλέποντες εκεί επάνω και δια να συγκαλύπτη χρονίως του θανάτου η νυξ τους οφθαλμούς των εις το υποχθόνιον σκότος. Η τόλμη εφάνηκε ότι ενίκησε την φρόνησιν. Δια να δύνανται να λέγωσιν αργότερα κατά την παιδαριώδη απολογητικήν μέθοδον του ψευδομανούς όχλου «ερωτήσαμε και το γιατρό». Εγώ είμαι καλόγερος και δε μπορώ σκοτούρες του κόσμου. …μειδιών, βλέπων επάνω και ρεμβάζων προς το βαθυπράσινον και ψιθυρίζον υπό της αύρας φύλλωμα του πεύκου.
Η ιστορία της Σκεύως μιας δυναμικής γυναίκας που μεταμφιέζεται σε άντρα και κατόπιν σε βαρδιάνο δηλαδή φύλακα για να βοηθήσει το γιο της. Η χολέρα πλήττει την Ευρώπη, η κυβέρνηση παίρνει μέτρα και η Σκεύω μια γυναίκα αξιοσέβαστη και συνάμα απλή θα βρει το σθένος ν’ αντιταχθεί στο κακό. Αν δεν υπήρχε η τηλεοπτική μεταφορά του κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το είχα διαβάσει ποτέ. Αξίζει να διαβαστεί και χρήζει προσοχής. Ήσυχο ανάγνωσμα ίσως και γι αυτό δε γνώρισε τη δόξα της «φόνισσας»,σου αφήνει όμως μια όμορφη αίσθηση παρά της θεματικής του ειδικά σε μια περίοδο που οι πανδημίες, η καραντίνα αποτέλουν λέξεις που βρίσκονται στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.