Jump to ratings and reviews
Rate this book

Τα παράξενα βήματα. Οι αμαρτίες του πρίγκιπα Σάραντιν. Το βέλος του ουρανού.

Rate this book
Τα διηγήματα "Τα παράξενα βήματα" και "Οι αμαρτίες του πρίγκιπα Σάραντιν" πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1911 στη συλλογή "Η αθωωότητα του Πατρός Μπράουν". Το διήγημα "Το βέλος του ουρανού" το 1926 στη συλλογή "Η δυσπιστία του Πατρός Μπράουν".

111 pages, Mass Market Paperback

First published January 1, 2010

2 people want to read

About the author

G.K. Chesterton

4,677 books5,870 followers
Gilbert Keith Chesterton was an English writer, philosopher, lay theologian, and literary and art critic.

He was educated at St. Paul’s, and went to art school at University College London. In 1900, he was asked to contribute a few magazine articles on art criticism, and went on to become one of the most prolific writers of all time. He wrote a hundred books, contributions to 200 more, hundreds of poems, including the epic Ballad of the White Horse, five plays, five novels, and some two hundred short stories, including a popular series featuring the priest-detective, Father Brown. In spite of his literary accomplishments, he considered himself primarily a journalist. He wrote over 4000 newspaper essays, including 30 years worth of weekly columns for the Illustrated London News, and 13 years of weekly columns for the Daily News. He also edited his own newspaper, G.K.’s Weekly.

Chesterton was equally at ease with literary and social criticism, history, politics, economics, philosophy, and theology.

Ratings & Reviews

What do you think?
Rate this book

Friends & Following

Create a free account to discover what your friends think of this book!

Community Reviews

5 stars
1 (16%)
4 stars
0 (0%)
3 stars
3 (50%)
2 stars
2 (33%)
1 star
0 (0%)
Displaying 1 of 1 review
Profile Image for Paradoxe.
406 reviews159 followers
October 28, 2017
Νομίζω ότι είναι χρέος μου να σημειώσω πως η βαθμολογία είναι συμπτωματική και δεν έχει καμία σχέση με τη λεγόμενη αστυνομική πλοκή του βιβλίου. Θέλω να πω πως για το είδος τους δεν είναι καλές ιστορίες, δεν είναι ούτε κακές, είναι μάλλον πολύ απλές και χωρίς εξάρσεις. Μόνο που έχω τρελαθεί, ή ξετρελαθεί με τον Τσέστερτον. Αυτό που έγραψα σε κάποιο update του βιβλίου είναι αληθές ακριβώς όπως το ‘γραψα.

Ήθελα κάτι χαλαρό να διαβάσω μετά από αρκετά βαριά βιβλία, επέλεξα τη σειρά αυτή απ’ τις εκδόσεις Ποντίκι με 2.00 ευρώ και δεν περίμενα να βρω τίποτα περισσότερο από λίγη διασκέδαση. Τη λεγόμενη διασκέδαση του πορτατίφ, ή του Σαββατόβραδου. Σαν όταν θες να φας κάτι γλυκό και βρίσκεις ένα σοκολατάκι τσέρυ. Ξέρεις πως δεν είναι και το νοστιμότερο γλυκό, είναι μάλλον περίεργος ο συνδυασμός, ξυνόγλυκο με αλκοόλ και σοκολάτα, τρέχα γύρευε. Πας να το δαγκώσεις και εντελώς απρόσμενα η γέμιση είναι κρέμα μπισκότο. Ξετρελαίνεσαι, δεν ξετρελαίνεσαι;

Γκουγκλάροντας το όνομα Τσέστερτον δε βρήκα πουθενά μα πουθενά αναφορές για συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών, ενώ προφανώς έγραφε κατά βάση για μυστήρια, περιπέτειες, κλέφτες κι αστυνόμους. Παντού βρήκα το χαρακτηρισμό παράδοξος. Το ‘’παράδοξο’’ είναι ιδιαίτερη λέξη, εντελώς διαφορετικό απ’ το ‘’απρόσμενο’’, ‘’περίεργο’’, ‘’αλλοπρόσαλο’’, ‘’εξωφρενικό’’. Ο Τσέστερτον είναι όλα αυτά μαζί και κάτι περισσότερο. Δεν έχει τόση σημασία ( αν και έχει τη σημασία του ) πως ο ντεντέκτιβ του είναι ένας ιερέας, όσο οι δικές του παρεμβάσεις.

Κατ’ αρχήν, έχει τρομερό χιούμορ, δηλαδή πραγματικά γελούσα. Το ξεκίνησα για το κρεβάτι και δεν το ξανάπιασα στο κρεβάτι γιατί με αποσυντόνιζε κι έχανα τον ύπνο μου. Παράλληλα, τα πάντα στην πλοκή είναι προφάσεις για να κάνει κοινωνικό σχολιασμό. Και μπορεί οι προσοσιαλιστικές του σπόντες να φαίνονται απαρχαιωμένες τώρα πια, ή η κριτική στην πλουτοκρατία, αλλά σταθείτε λίγο: μπορεί να έχουμε φτάσει στο 2017 και να έχουν περάσει απ’ αυτή τη γη άνθρωποι της αξίας του Σαρτρ, του Πύντσον, της Μέρντωχ, μπορεί να έχει γκάλαξυ κι ο γιος του εργοστασιάρχη κι ο γιος του ψιλικατζή και χίλια δυο άλλα μπορεί, εδώ όμως μιλάμε για σχόλια που γίνονταν το 1910! Και κάποια απ’ αυτά, όπως πχ το ‘’παράδοξο’’ ξενοδοχείο όπου χρωστάει την επιτυχία του στο ότι διώχνει αντί να προσελκύει κόσμο, θα έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να σταματήσει κάτι τέτοιο να φαντάζει σα μια εξωγήινη σκέψη ενός τρελού, ώστε στις μέρες μας να θεωρείται κλασικό δημοσιοσχετίστικο τρικάκι, απευθυνόμενο σε ελίτ και μάζες εξ’ ίσου. Βέβαια σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να διαλύθηκαν οι τάξεις, μα τίποτε δεν έχει αλλάξει.

Φανταστείτε τον Τσέστερτον, σαν το παιδί που κάθεται πρώτο θρανίο, με αγγελικό πρόσωπο, χαμόγελο βγαλμένο από μπροσούρα παιδικών ρούχων της δεκαετίας του 80 και το οποίο ακολουθεί το ρεύμα, συγχωνεύεται, συμπορεύεται, είναι επιμελής μαθητής και εκεί που κανένας δεν το περιμένει, χωρίς καμιά διάκριση πετάει σαϊτες σε δάσκαλους και συμμαθητές. Το χιούμορ του είναι σαρδόνιο, τα σχόλια του τρομερά πετυχημένα και έχει καλό ρυθμό, όπως μπορεί να φτιάξει ατμόσφαιρα που να βυθιστείς ληθαργικά, σαν την ιστορία του Σάραντιν.

Μετά απ’ όλα αυτά και τα 3 αστέρια είναι όλα για το συγγραφέα και για τη χαζοχαρά που μου έδωσε όσο διάβαζα αυτό το βιβλιαράκι, όπως και για ορισμένα σχόλια τόσο καλοζυγισμένα, κομψά και εύστοχα, ανεξαρτήτως εποχής. Όσο για τους χαρακτήρες, νομίζω πως ουσιαστικά το προείπα ήδη, ο σπουδαιότερος χαρακτήρας που αναπτύσσεται σε διάσταση και μερικό βάθος ( ελπίζω σε άλλα βιβλία να το δω σε πολύ μεγαλύτερο ) είναι ο δικός του.

<<Το ξενοδοχείο Βέρνον στο οποίο έκαναν τα ετήσια δείπνα τους ήταν από ‘κεινα τα ιδρύματα που μπορούν να υπάρξουν μόνο σε μια ολιγαρχική κοινωνία που έχει οδηγηθεί σχεδόν στην τρέλα από τη μανία της με τους καλούς τρόπους. Ήταν ένα εντελώς αντιφατικό προϊόν: μια ‘’αποκλειστική’’ επιχείρηση. Δηλαδή ήταν κάτι που έβγαζε χρήματα όχι προσελκύοντας κόσμο, αλλά διώχνοντας κόσμο. Στην καρδιά μιας πλουτοκρατίας οι έμποροι έχουν γίνει τόσο πανούργοι ώστε να είναι πιο επιλεκτικοί από τους πελάτες τους. Δημιουργούν συνειδητά δυσκολίες ώστε οι πλούσιοι και βαριεστημένοι να χρειάζονται χρήματα και διπλωματία για να τις ξεπεράσουν. Αν υπήρχε ένα ξενοδοχείο της μόδας στο Λονδίνο στο οποίο να μην επιτρέπεται να μπει όποιος έχει ύψος μικρότερο από ένα και ογδόντα, θα μαζεύονταν στρατιές θαμώνων ύψους κάτω από ένα και ογδόντα για να γευματίσουν εκεί […] ήταν μικρό ξενοδοχείο και καθόλου εξυπηρετικό , αλλά τα ίδια τα μειονεκτήματα του θεωρούνταν τείχη που προστάτευαν μια συγκεκριμένη τάξη>>
Displaying 1 of 1 review