April 1990, die DDR löst sich auf. Die Älteren sind voll Sorge, die Jungen aber leben die Liebe und die Freiheit, genießen den freundlichen Ausnahmezustand. Im März fiel die Entscheidung für die Wiedervereinigung, im Juli wird die Währungsreform kommen. Die Zukunft mit ihren bürgerlichen Kategorien ist in diesen Tagen weiter entfernt als das Pleistozän. Ulrike und Andreas, ein junges Paar aus Potsdam, kehren der Stadt – enttäuscht vom Ausgang der ersten freien Wahlen – den Rücken und bauen in einem kleinen Dorf in der Niederlausitz an ihrem privaten Idyll: Sie renovieren, legen einen Garten an, schließen Freundschaft mit dem Schäfer und einem fahnenflüchtigen sowjetischen Soldaten. Sie sind frei für den Moment.
Nur Ulrikes Bruder Arnd bringt hin und wieder Nachrichten aus der Realität mit – und vor allem Unruhe in den Ort. Als die nahe Kreisstadt sich für den Geldumtausch rüstet, geht einer der Bankcontainer in Flammen auf – und das fabelhafte, kurze Jahr der Freiheit für die Freunde zu Ende. Der erste Roman über die schönste Anarchie unserer jüngeren Geschichte – und ein Buch über das wunderbare, ängstliche Glück, das jedem Anfang innewohnt.
Οι κάτοικοι της Γερμανίας για πολλά χρόνια ήταν χωρισμένοι σε στρατόπεδα. Στις 9/11/1989 το τείχος πέφτει και οι άνθρωποι αυτοί καλούνται να συνυπάρξουν ειρηνικά.
Στο μυθιστόρημα αυτό οι τρεις ήρωες αν και ζουν μέσα σε αυτά τα γεγονότα, δεν παύουν να είναι χαρούμενοι, να ερωτεύονται, να ζουν με έναν ρομαντισμό που έχει εκλείψει.
Ο Αντρέας διηγείται την ένωση της Γερμανίας και τις αλλαγές που έζησαν αυτός, η φίλη του Ουλρίκε και ο αδερφός της Αρντ.
Μετά από πρόταση της κοπέλας, η Ουλρίκε και ο Αντρέας εγκαταλείπουν τις σπουδές τους και οι δύο νέοι φεύγουν για μια αγροικία. Εκεί συναντούν τον Χέρμαν, έναν Ρώσο Γερμανό λιποτάκτη, τον οποίον δέχονται στην παρέα τους και τον βοηθούν. Ο Αρντ στις επισκέψεις του τους πληροφορεί για την κατάσταση που επικρατεί στην πόλη.
Θα καταφέρουν οι τέσσερις νέοι να κρατήσουν τον ρομαντικό τους χαρακτήρα, την ταυτότητα τους και να ζήσουν όπως ονειρεύονται;
Ο Κιουμπιτζεκ έχει γράψει ένα υπέροχο μυθιστόρημα, με πολλή δόση χιούμορ. Ενώ φαντάζει μια νεανική περιπέτεια γεμάτη με έρωτα και όνειρα, δεν διστάζει να ασκήσει κριτική στην κοινωνία.
Γινόμαστε κομμάτι της παρέας αυτών των παιδιών και σίγουρα ο καθε αναγνώστης θα θυμηθεί τις δικές του επαναστάσεις και θα νοσταλγήσει τα νιάτα του.
Μην προσπεράσετε αυτό το γοητευτικό βιβλίο, με υπέροχη αφήγηση, δυνατούς αλλά απολύτως ανθρώπινους χαρακτήρες. Η μεγαλομανής ενός συγγραφέα βρίσκεται ακριβώς στην διήγηση των απλών πραγμάτων.
Θα πω την αλήθεια. Ξεκίνησα με ανυπομονησία και γεμάτος προσδοκίες αυτό το βιβλίο, καθώς το Σκίτσο του ίδιου με είχε εντυπωσιάσει.
Είναι ένα καλό βιβλίο, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, αλλά μένει σε αυτό: Άλλο ένα καλό βιβλίο.
Η πλοκή ρέει κάπως απότομα στην αρχή, πριν αποκτήσει το ρυθμό της. Οι χαρακτήρες έχουν το βάθος που θέλεις, και η ιστορία διηγείται ένα μικρό στιγμιότυπο του δήθεν τέλους της ιστορίας. Ανατολική Γερμανία, λίγο πριν την πτώση του τοίχους, μια παρέα η οποία συνειδητά είναι κατά του καθεστώτος, κι ακόμη πιο συνειδητά ξέρει τι τους περιμένει στο ελευθεραγοριτικο μέλλον. Ωστόσο όλα αυτά γρήγορα μιουταρονται και μένουν κάπου πίσω στο μπαγκραουντ ενώ στη σκηνή έρχεται μια επιστροφή, με τους δικούς της και άρα όχι του πατροπαράδοτους όρους, στη γερμανική εξοχή, στο μικρόκοσμο του χωριού. Εκεί λοιπόν έχουμε το σκηνικό του έρωτα, της αγωνίας για το δυσοίωνο μέλλον, και της αλληλεγγύης.
Όλα αυτά με την ωραία αφήγηση του συγγραφέα, και τον τρόπο γραφής τους. Ωστόσο δεν είναι εν τέλει κάτι πέρα ως από ένα ευχάριστο βιβλίο. Αξίζει, αλλά δεν σε ξετρελαίνει κιόλας.
"Dresden, Elbsandsteingebirge, das ging ja noch alles, da hat die Landschaft viel geschluckt, aber dann die böhmischen Industriereviere hinter Bad Schandau: schwer gezeichnete Orte, mittelgroße Nekropolen, die aber nicht richtig totzukriegen waren: Teplice, Decin, Ústí nad Labem. Alles Städte, die von einer großen Vergeblichkeit durchweht waren, und das im Hochsommer. Es war vollkommen sinnlos, in einer dieser Städte auszusteigen, aber noch unmöglicher war es, einfach durchzufahren."
Υπέροχο και με μια αυρα νοσταλγίας...κύριε Στραγγαλινέ εκτός από αυτό και το εξαιρετικό Σκίτσο ενός καλοκαιριού ελπίζω να μεταφρασετε κι αλλά βιβλία του!