Με μεγάλη λαχτάρα έπιασα αυτό το καλαίσθητο, όμορφο βιβλίο. μια συνέντευξη του συγγραφέα στο ραδιόφωνο με είχε προϊδεάσει για μια ιστορία που αποτίει τιμές στα βιβλία που με έκαναν να αγαπήσω τη λογοτεχνία. Αυτή η σύμπνοια με τον Μητά με έκανε το γραπώσω με την πρώτη ευκαιρία το βιβλίο.
Τελικά, όμως, μόνο αυτό μένει με το πέρας της ανάγνωσης - αυτή η διακειμενικότητα, καθώς την λένε. Η αγάπη για αυτά, τα άλλα βιβλία, τα δικά μας, τον Πόε, τον Λαβκραφτ, τους Γερμανούς και τους Βρετανούς και τους κλασικούς. Μα οτιδήποτε συμβαίνει είναι μια πάσα στον αναγνώστη που ξέρει. Που οσμίζεται το γνώριμο. Και που φυσικά, μπλέκεται όμορφα με το αισθητικό κομμάτι της μυθοπλασίας, αυτό που αποκαλούμε ατμόσφαιρα. Δένει αρμονικά το νησιώτικο στοιχείο, οι ελληνικές φιγούρες του σπιτιού -ο αφέντης, η γάτα, ο υπηρέτης, το αρχοντικό- που ταυτόχρονα είναι γκροτέσκες, με την Ευρωπαϊκή υφή της ιστορίας. Η ίδια η ιστορία, όμως, κλιμακώνεται δίχως την συγκατάθεση του αναγνώστη. Η φρίκη χτίζεται ερήμην του. Υπονοείται. Ο πρωταγωνιστής τρομάζει με πράματα σχεδόν παιδαριώδη, σε μια προσπάθεια να χτιστεί ένας ψυχολογικός τρόμος δίχως κόπο και ξαφνικά να κλιμακωθεί σε δυσθεώρητα ύψη, μέχρι το τέλος.
Αυτή η "διακειμενικότητα", νομίζω τρώει το βιβλίο. Διαβάζεται, όμως, ευχάριστα. Και η γλώσσα του υπηρετεί με συνέπεια το αρχαϊκό ύφος που της ταιριάζει.
Είναι το πρώτο βιβλίο του Μητά που διαβάζω, και θα διαβάσω τόσο το πρώτο του όσο και οτιδήποτε βγάλει στο μέλλον. Με έπεισαν τα εφόδιά του - η γλώσσα του, η αισθητική του και τα γούστα του. Φτάνει την επόμενη φορά να δομήσει μια πιο, ας πούμε, αυθύπαρκτη, αυτόνομη ιστορία.