Μια παράξενη πρόσκληση, ένας εκκεντρικός συλλέκτης και ο υπηρέτης του, λάτρεις της λογοτεχνίας, ένας νέος, επίδοξος συγγραφέας, αντιμέτωπος με μια ασυνήθιστη δοκιμασία: αυτοί είναι οι αρμοί γύρω από τους οποίους αρθρώνεται η πλοκή του Σπιτιού, μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται στη χειμωνιάτικη Ύδρα, μέσα στους τοίχους ενός απομονωμένου αρχοντικού. Ο κύριος Κάλφογλου, ο οικοδεσπότης, ο Συμεών, ο ιδιόρρυθμος μπάτλερ, και ο καλεσμένος τους, ο συγγραφέας Νίκος Βελισάρης, είναι δέσμιοι ενός αλλόκοτου παιχνιδιού με αβέβαιη έκβαση.
Συνδυάζοντας στοιχεία ιστορίας μυστηρίου, αστυνομικής πλοκής, ψυχολογικού θρίλερ, αλλά και της λογοτεχνίας του φανταστικού, το "Σπίτι" είναι μια αλληγορία για την περιπέτεια της γραφής, για τη γοητεία που ασκεί αλλά και τους κινδύνους που ενέχει.
Είχα εδώ και καιρό αγοράσει «Το Σπίτι» του Μήτα αλλά δεν έπαιρνα την απόφαση να το διαβάσω. Ευτυχώς προνόησα και το στρίμωξα στη βαλίτσα μου στις διακοπές· αποδείχτηκε ευχάριστο σε ένα διάλειμμα που έκανα από ένα μεγαλύτερο και πολύ πιο βαρετό ανάγνωσμα. Θα ήταν πιο ταιριαστό για ένα χειμωνιάτικο βράδυ, αλλά η σκοτεινή αυτή νουβέλα αποδείχτηκε ωραιότατη και για την παραλία.
Η ιστορία έχει ως εξής: Ο Νίκος Βελισάρης, νεαρός φέρελπις και φιλόμουσος συγγραφέας λαμβάνει μέρος σε έναν παράξενο λογοτεχνικό διαγωνισμό. Οι όροι συμμετοχής προϋποθέτουν να ζήσει έγκλειστος και απομονωμένος χειμωνιάτικα για λίγες ημέρες, σε ένα αρχοντικό της Ύδρας. Οικοδεσπότες του, ο ανάπηρος χορηγός του διαγωνισμού Δημήτριος Καλφόγλου, και ο επίσης βιβλιόφιλος μπάτλερ του Συμεών. Έχει μία εβδομάδα να γράψει μία ιστορία που θα τεθεί υπό αξιολόγηση. Το βραβείο θα είναι μια μεγάλης διάρκειας παραμονή στο Σπίτι με όλα τα έξοδα πληρωμένα, προκειμένου να δουλέψει απερίσπαστος ένα μεγαλύτερο έργο του. Από την αρχή ο Βελισάρης καταλαβαίνει ότι τα πράγματα στο αρχοντικό είναι το λιγότερο παράξενα: «Ήμουν ελεύθερος να μπαινοβγαίνω όποτε ήθελα, αλλά στην πράξη αυτό αποδεικνυόταν δύσκολο», αναφέρει χαρακτηριστικά. Νιώθει ότι κάτι διαρκώς παραμονεύει στο σκοτάδι και αυτό δεν είναι ο γκροτέσκος γάτος που φέρει το όνομα Μέλκορ (από τον εκπρόσωπο του Κακού στη μυθολογία του Τόλκιν). Με τα μάτια του Μεγάλου Αδελφού πάντα στην πλάτη του, ο Βελισάρης γράφει την ιστορία του προαισθανόμενος τη θανάσιμη απειλή.
Δεν ξέρω που ακριβώς να κατατάξω «Το Σπίτι». Με τη νουβέλα του ο Γιώργος Μήτας φλερτάρει ανοιχτά με το νουάρ αλλά και με το φανταστικό, αλλά νομίζω πως ο απώτερος σκοπός του είναι άλλος: να εκφράσει την αγάπη του για τη λογοτεχνία, τη γοητεία την οποία ασκεί η συγγραφή, και τους κινδύνους που κρύβει για τον υποψήφιο συγγραφέα η διαδικασία αυτή. Άλλωστε, ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι ο Βελισάρης είναι το alter ego του και το πρώτο ενικό στο οποίο είναι γραμμένο το κείμενο ενισχύει αυτή την εντύπωση. Το έργο της συγγραφής, λέει ο Μήτας, μπορεί να συγγενέψει με την παραφροσύνη, ενώ, ενδεχομένως, για να χτίσει κανείς ένα στέρεο οικοδόμημα, να πρέπει να ραντίσει τα θεμέλιά του με αίμα.
Δεν πρόκειται για δύσκολο ανάγνωσμα, «Το Σπίτι» είναι συμπαθές και διαβάζεται μονορούφι. Ο συγγραφέας κάνει μάλλον ένα tribute στην δική του πρώτη συγγραφική εμπειρία και στα λογοτεχνικά κείμενα που τον σημάδεψαν, τουλάχιστον στα νεανικά του χρόνια. Γι αυτό τον λόγο, άλλωστε, ο Βελισάρης είναι ο μόνος χαρακτήρας που σκιαγραφείται ικανοποιητικά: οι άλλοι δύο ήρωες -ο δαιμόνιος Καλφόγλου που κινεί τα νήματα και ο καλός Συμεών που εκτελεί εντολές αλλά προσπαθεί να προειδοποιήσει- είναι μάλλον προσχηματικοί.
Ο γάτος Μέλκορ δεν είναι η μοναδική «βιβλιοφιλική» αναφορά στο βιβλίο. «Το Σπίτι» κυριολεκτικά βρίθει από ατάκες και παραπομπές από τον Μπόρχες έως τον Πόε (τον τελευταίο μου τον θύμισε όλο το κείμενο με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρά του, ακόμη και ο παράξενος γάτος). Βρήκα πολύτιμες τις σχετικές σημειώσεις στο τέλος, μου διευκόλυναν πολύ την ταυτοποίηση των όσων διάβαζα. Έχει επίσης σάουντρακ ολοζώντανο και υποβλητικό, είτε από κλασικό είτε από πιο τζαζ ρεπερτόριο.
Καταλαβαίνω ότι ο σκοπός του Μήτα είναι άλλος και όχι το να γράψει ακριβώς μια τέλεια ιστορία μυστηρίου. Ωστόσο τη σκηνοθετεί όμορφα. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο θα ήθελα το τέλος να μην ήταν τόσο προβλέψιμο σχεδόν από την αρχή. Ένα ωραίο twist στην πλοκή θα αρκούσε για να απογειωθεί «Το Σπίτι».
Ακόμη και χωρίς αυτό όμως παραμένει ένα καλογραμμένο αφήγημα σε μια υψηλής αισθητική έκδοση, σαν αυτές που μας συνηθίζει η Κίχλη, με εξώφυλλο ένα έργο του Πολ Κιχίλοφ (έργο του οποίου βρίσκεται, αν δεν κάνω λάθος και στο Το δέντρο του Ιούδα του Μιχάλη Μακρόπουλου. Ένα θεματάκι το έχω με την (αδικαιολόγητη το 2015) χρήση του πολυτονικού, αλλά ΟΚ, προσπαθώ να το παραβλέπω ;-)
Καλογραμμένο και περιτυλιγμένο σε μια όμορφη έκδοση. Το Σπίτι βρίσκεται στην Ύδρα, κρυφό όνειρο, τουλάχιστον Σαββατοκυριακάτικης, απόδρασης των περισσότερων από εμάς. Όσο όμως ο αναγνώστης ονειρεύεται αποδράσεις, τόσο το Σπίτι αποδεικνύεται καθώς διαβάζει, μια κλειστοφοβική αιχμαλωσία. Ο νεαρός συγγραφέας της ιστορίας επιθυμεί διακαώς τη φιλοξενία του στο Σπίτι. Έχοντας εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του αλλά και απελπισμένος από την ανέχεια, αποτέλεσμα μιας προσωπικής του επανάστασης, στρέφει τις ελπίδες του στην επιτυχία του στο διαγωνισμό που θα του εξασφαλίσει τροφή, στέγη και γράψιμο. Σύντομα διαπιστώνει ότι διαγωνίζεται μόνος του σε ένα κάπως προκαθορισμένο πλαίσιο. Ο πλούσιος ιδιόρυθμος ιδιοκτήτης του Σπιτιού τον έχει ήδη επιλέξει για να γράψει και του προσφέρει ένα πολυτελές περιβάλλον και μια άνετη διαβίωση. Γρήγορα όμως το Σπίτι γίνεται ζοφερό, μοιάζοντας όλο και περισσότερο με παγίδα. Μέσα από πολλές βιβλιοφιλικές και μουσικές αναφορές, ο αναγνώστης παρακολουθεί το νεαρό συγγραφέα να κόβει βόλτες σε έναν ιστό αράχνης, με την αράχνη να καραδοκεί στη γωνία, έτοιμη να τον αρπάξει. Η αγωνία του συγγραφέα κάτω από το βάρος των επιλογών του περιγράφεται πετυχημένα. Με προσεκτικά βήματα ο Γιώργος Μητάς γίνεται όλο και καλύτερος.
Ναι διάβασα ένα πολύ ωραίο βιβλίο. Όχι απλά γιατί ήταν ένα καλογραμμένο βιβλίο, αλλά γιατί κλειδώθηκα κι εγώ στο Σπίτι. Το Σπίτι είναι ένα βιβλίο για βιβλιόφιλους και για όσους θέλουν να ανακαλύψουν τί κρύβεται ή τουλάχιστον τί έχει στο μυαλό του ο συγγραφέας. Πως γραφει, τι τον ωθεί να γράψει και τί είναι εκείνο μου κάνει εμάς τους αναγνώστες να χαθούμε στις σελίδες του, στην ιστορία του, να το αγαπήσουμε ή να το μισήσουμε. Εκτός από τα λογοτεχνικά χαρίσματα και τις αναφορές του και σε άλλα βιβλία, το Σπίτι κρύβει μυστήριο, μουσικές, ήχους, εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές που θα σας προκαλέσουν έτσι απλά να τα ανακαλύψετε ή ακόμη και να αναζητήσετε το ίδιο το Σπίτι στα βιβλιοφιλικά ή/και πραγματικά σας ταξίδια."Μόνο να φτάσω εκεί/όπου οι άλλοι έχουν καταφέρει/να ηρεμήσει η καρδιά/το σώμα και το πνεύμα να γελάσουν".
Με μεγάλη λαχτάρα έπιασα αυτό το καλαίσθητο, όμορφο βιβλίο. μια συνέντευξη του συγγραφέα στο ραδιόφωνο με είχε προϊδεάσει για μια ιστορία που αποτίει τιμές στα βιβλία που με έκαναν να αγαπήσω τη λογοτεχνία. Αυτή η σύμπνοια με τον Μητά με έκανε το γραπώσω με την πρώτη ευκαιρία το βιβλίο.
Τελικά, όμως, μόνο αυτό μένει με το πέρας της ανάγνωσης - αυτή η διακειμενικότητα, καθώς την λένε. Η αγάπη για αυτά, τα άλλα βιβλία, τα δικά μας, τον Πόε, τον Λαβκραφτ, τους Γερμανούς και τους Βρετανούς και τους κλασικούς. Μα οτιδήποτε συμβαίνει είναι μια πάσα στον αναγνώστη που ξέρει. Που οσμίζεται το γνώριμο. Και που φυσικά, μπλέκεται όμορφα με το αισθητικό κομμάτι της μυθοπλασίας, αυτό που αποκαλούμε ατμόσφαιρα. Δένει αρμονικά το νησιώτικο στοιχείο, οι ελληνικές φιγούρες του σπιτιού -ο αφέντης, η γάτα, ο υπηρέτης, το αρχοντικό- που ταυτόχρονα είναι γκροτέσκες, με την Ευρωπαϊκή υφή της ιστορίας. Η ίδια η ιστορία, όμως, κλιμακώνεται δίχως την συγκατάθεση του αναγνώστη. Η φρίκη χτίζεται ερήμην του. Υπονοείται. Ο πρωταγωνιστής τρομάζει με πράματα σχεδόν παιδαριώδη, σε μια προσπάθεια να χτιστεί ένας ψυχολογικός τρόμος δίχως κόπο και ξαφνικά να κλιμακωθεί σε δυσθεώρητα ύψη, μέχρι το τέλος.
Αυτή η "διακειμενικότητα", νομίζω τρώει το βιβλίο. Διαβάζεται, όμως, ευχάριστα. Και η γλώσσα του υπηρετεί με συνέπεια το αρχαϊκό ύφος που της ταιριάζει.
Είναι το πρώτο βιβλ��ο του Μητά που διαβάζω, και θα διαβάσω τόσο το πρώτο του όσο και οτιδήποτε βγάλει στο μέλλον. Με έπεισαν τα εφόδιά του - η γλώσσα του, η αισθητική του και τα γούστα του. Φτάνει την επόμενη φορά να δομήσει μια πιο, ας πούμε, αυθύπαρκτη, αυτόνομη ιστορία.
Δεν το ξεκίνησα με πολλές προσδοκίες. Πιθανόν να με προκατέβαλε ο τίτλος, που μου θύμισε το άλλο σουρεάλ βιβλίο, του Σωτάκη, το οποίο κατά σατανική σύμπτωση ήταν κι εκείνο πρώτο εκδοτικά για το συγγραφέα του.
Και δε διαψεύστηκα. Είναι ένα βιβλίο που δε μπορεί να αποφασίσει τι θέλει να τιμήσει: την ελληνική γραμματεία, την ευρωπαϊκή γραμματεία, το λατινοαμερικάνικο μαγικό ρεαλισμό ή την τυπική γοτθική και λαβκράφτια λογοτεχνία των αρχών του (προηγούμενου) αιώνος. Και φυσικά όταν κάτι δεν έχει αποφασίσει τι θέλει να τιμήσει περισσότερο, απλά ανακατεύει τα πάντα σε μια σαλάτα που μπορεί να σε χορταίνει και να μην πεινάς πια, αλλά τελικά δεν είναι κάτι που θα το ξαναζητήσεις.
Θα μπορούσε να κάνει την υπέρβαση, να φτιάξει μέσα από όλα αυτά κάτι μοναδικά δικό του, αλλά θεωρώ ότι ο συγγραφέας απέχει ακόμα ένα ή δύο βιβλία από το στόχο αυτό. Να ενσωματώσει στη δική του προσωπική φωνή όλες τις αγάπες και τις επιρροές του. Άλλωστε αυτό είναι και που θα τον απογειώσει, διότι πλοκές, χαρακτήρες και περιγραφές ξέρει να γράφει.
Ωραία γραφή, βιβλιοφιλικές αναφορές και μυστήριο: τι άλλο να ζητήσει κανείς από μια καλογραμμένη νουβέλα; Απολαυστικό το "Σπίτι", διαβάζεται εύκολα και το σκέφτεσαι κι αφού κλείσεις το βιβλίο.
Το βιβλίο με άφησε ικανοποιημένο. Μια ιστορία που συνδυάζει στοιχεία λογοτεχνίας του φανταστικού και νουάρ μυθοπλασίας. Αφού έκλεισα το βιβλίο, η σκέψη μου τριγύριζε για αρκετή ώρα στο ''παρασκήνιο'' του αναγνώσματος. Η αγωνία του συγγραφέα, η πλοκή και η σύνθεση της ιστορίας, η σύγκρουση του εσωτερικού κόσμου με τα εξωτερικά ερεθίσματα, η τελική ικανοποίηση που αρνείται να παραδοθεί αμαχητί μέχρι το τέλος. Θεματικοί άξονες που γοητεύουν το μυαλό του αναγνώστη.
Συνοψίζοντας, πρόκειται για ένα βιβλίο αγωνίας, μεταφυσικού, με πολλές λογοτεχνικές αναφορές, ατμόσφαιρα gothic, παρότι διαδραματίζεται στην Ύδρα, με ενδιαφέροντες ήρωες, πλούσια πλοκή και απρόσμενο τέλος.
Δεύτερο του Μητά, καπάκι μετά τις ιστορίες του Χαλ. Ατμοσφαιρική (αν όχι ζοφερή νουβέλα), στο μεταίχμιο νουάρ και φανταστικού, εκλεπτυσμένη γραφή, όμορφες γλωσσικές επιλογές και περιγραφές και πολλές διακειμενικές αναφορές που θα αγαπήσει κάθε βιβλιόφιλος. Δεν κατάλαβα καν πως πέρασε η ώρα διαβάζοντάς το. 4 στα 5* ίσως και 4,5!
Ένα καλό βιβλίο. Το στυλ του φλερτάρει προς το νουάρ. Διαβάζεται εύκολα, ωραία γραφή, η ιστορία κάπως αναμενόμενη. Σου αφήνει όμως μια αίσθηση ικανοποίησης. Ένα βιβλίο που έχει κάποια χρόνια που το διάβασα αλλά ακόμα το έχω στη μνήμη μου. Σημαντικό, αν σκεφτείς ότι κάποιες φορές ξεχνάμε ολόκληρα βιβλία ότι τα έχουμε διαβάσει!!