Ανδρέας Κάλβος. Κοσμοπολίτης στο πνεύμα και στην αντίληψη. Επαναστάτης στην καρδιά. Καρμπονάρος. Περιδιαβαίνει στη Φλωρεντία, στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, και πάλι στη Φλωρεντία. Ύστερα Γενεύη, και πάλι Παρίσι, Ναύπλιο, Κέρκυρα, ξανά Λονδίνο, Έσσεξ και, τέλος, Λάουθ. Τις νύχτες μ΄ ένα βαρύ παλτό περπατάει μέσα από δρόμους υπαρκτούς κι ανύπαρκτους. Βρίσκεται στο δρόμο για τη Χίο, την Πάργα, τα Ψαρά, τη Σάμο, το Σούλι. Βάζει τα γιορτινά του και υμνεί τον Βύρωνα, τον Κανάρη, τον Μπότσαρη. Ψάλλει για την ελευθερία, την αρετή, την πατρίδα, τη δόξα, τη νίκη. Είναι γεμάτος έρωτα για τον τόπο του, για τη ζωή, για τη γνώση, για τις Μούσες. Η σιωπή καλύπτει σαν πέπλο τη ζωή του από τη στιγμή που επιστρέφει στην Ελλάδα. Σιωπά και η ποίησή του. Μέσα στην αχλή του χρόνου χάνεται η εικόνα του... Μια μυθιστορηματική βιογραφία του Ανδρέα Κάλβου που ανασυνθέτει το χαμένο πορτραίτο του εθνικού ποιητή και μας ταξιδεύει στον 19ο αιώνα, στην εποχή του ρομαντισμού, των επαναστάσεων και των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών.
Ο συγγραφέας Βλάσσης Τρεχλής γεννήθηκε στο Αίγιο. Σπούδασε κίνηση και μουσική, όμως, στο πέρασμα των χρόνων, ανακάλυψε πως τον γοήτευε η γλώσσα και η λογοτεχνία και ασχολήθηκε και με τα δύο από αγάπη.
Στο χώρο της λογοτεχνίας είχε δάσκαλο τον Τάκη Σινόπουλο. Χάρη στα δικά του μαθήματα μπόρεσε να εκτιμήσει την ποίηση του Ανδρέα Κάλβου, ο οποίος αποτέλεσε γι’ αυτόν έμπνευση και οδηγός και στον οποίο ξεπληρώνει την οφειλή με τούτο το βιβλίο.
Ευτύχησε όμως να πάρει μαθήματα και σε άλλους τομείς από καλούς δασκάλους: στην πολιτική από τον Διονύση Φλάμπουρα, στη μουσική και στην κίνηση από την Πολυξένη Ματτέυ και τη Μαρία Κυνηγού.
Ζει σε μια επαρχιακή πόλη, κλείνοντας τα μάτια στα κακά της για χάρη όλων των καλών που του προσφέρει, μπορεί ακόμα να ακούει τα αηδόνια μέσα στη νύχτα, να βάζει μέρα μεσημέρι δυνατά στο πικάπ του τραγούδια του αγαπημένου του Μάνου Χατζιδάκι, να διαβάζει στίχους του Ανδρέα Κάλβου στη σκιά της κληματαριάς και να ταξιδεύει με τη σκέψη του στους τόπους όπου έζησε και περπάτησε εκείνος.
Είναι επίσης τυχερός γιατί τα προηγούμενα βιβλία του: Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα, εκδ. Αρμός, 2006, Το αρχαϊκό χαμόγελο του Μάνου Χατζιδάκι, εκδ. Οδός Πανός, 2011, Το χαμένο Πορταίτο του Ανδρέα Κάλβου, εκδ, Κέδρος, αγαπήθηκαν από τους αναγνώστες.
Ωραία. Διάβασα ένα μυθιστόρημα 582 σελίδων για τον Κάλβο και τελικά κατέληξα με περισσότερες απορίες από όσες είχα στην αρχή. Μοιάζει εδώ ο Τρεχλής σαν να μην κατάφερε να διαχειριστεί το υλικό του. Κάνει μια μέτρια δουλειά, χωρίς την οποία ωστόσο αναρωτιέμαι, αν θα είχε καταφέρει να γράψει το κατοπινό, αριστουργηματικό, υπόδειγμα καλής λογοτεχνίας, το Hotel New York. Γιατί όμως δεν είμαι ευχαριστημένη με το μυθιστόρημα αυτό; Περισσότερο γιατί δεν είμαι ευχαριστημένη με τον εαυτό μου και λιγότερο γιατί δεν είμαι ευχαριστημένη από τον συγγραφέα. Και το πρώτο ερώτημά μου είναι αν τελικά, ο Κάλβος είναι των Ελλήνων. Μπόρεσε να γράψει στα ελληνικά μόνο όσο ήταν έξω και μακριά μας. Όταν επέστρεψε να ζήσει και να διδάξει στην Κέρκυρα φαίνεται πως όλη του η δημιουργική διάθεση έσβησε. Χάθηκε. Αλλά δεν μπορεί σκέφτομαι να οφείλεται αυτό, στον τόπο. Δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι που τολμουν να ασκήσουν κριτική, σε κάθε τόπο, σε κάθε εποχή βρίσκονται υπό διωγμόν, καταδικασμένοι να διχάζουν και να διχάζονται. Δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία κάτι τέτοιο. Λίγα πέρασε ο Ζολά από τους Γάλλους με την υπόθεση Ντρέϋφους και πρωτύτερα, όταν έτρεχε με τον εκδότη του να κρύψει τις κόπιες της Νανάς, για να μη τους τις κάψει η λογοκρισία;
Θυμάμαι μια δική μου δασκάλα, μια νεαρή κοπέλα που είχαν πάρει οι γονείς μου για να με προετοιμάσει για τις Πανελλήνιες. Δυο πράγματα θυμάμαι εντονότερα από αυτήν: Τον απίθανο τρόπο που κατάφερε να μου μάθει να αναγνωρίζω αλάνθαστα την δοτική προσωπική και μια φορά, που είχε δει μια έκθεση χειρογράφων του Σολωμού κι αυτό που της έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, ήταν που είχε επάνω στα χαρτιά του ο ποιητής γραμμένη τη λέξη «Σκατά». Πολύ ωραία λέξη, αν και όχι ιδιαίτερα ποιητική, η ικανότερη για να περιγράψει ορισμένως και την περασμένη και την τωρινή μας κατάσταση.
Προσάπτουν στον Τρεχλή πως κάνει αγιογραφία στον Κάλβο. Δεν είναι αγιογραφία είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση. Πέρα από τα ιστορικά στοιχεία για τον ποιητή, οι ιδέες που εκτίθενται στο έργο, μέσα από τους μονολόγους και τους διαλόγους του Κοραή, του Καποδίστρια, του Φόσκολο, του Φαρμακίδη, του Γκίλφορντ, του ίδιου του Κάλβου και των άλλων προσώπων είναι η ουσία αυτού του μυθιστορήματος. Η αντίθεση ανάμεσα στο απαίδευτο σκυλολόι των αγωνιστών που είναι αγριάνθρωποι, γιατί δεν μας ελευθέρωσαν τίποτε ρομαντικές Βυρωνικές φυσιογνωμίες, και στο αδιανόητο σινάφι των διανοουμένων της Ιονίου Ακαδημίας, με τους κομπασμούς και την ισχυρογνωμοσύνη τους, οι ξένες παρεμβάσεις στο εσωτερικό της χώρας πριν αυτή καλά καλά συσταθεί αλλά και η φιλία των ξένων που πίστεψαν και ενθάρρυναν τον ελληνικό αγώνα της ανεξαρτησίας, όλα είναι τόσο αντιθετικά και τόσο συγκρουόμενα, που δεν ξέρω.
Μπορεί να αναδυθεί ένα συμπέρασμα μέσα από αυτό το χάος; Μια απάντηση για το ποιοι είμαστε σαν λαός, σαν τόπος, σαν κουλτούρα, σαν πολιτισμός, σαν ενιαία οντότητα; Κι όχι μόνο εμείς γιατί το ίδιο ακριβώς χάος, επικρατεί σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Και το τονίζω αυτό, γιατί πρέπει να τελειώνουμε με την καραμέλα της ελληνικής παθογένειας. Σε τί διαφέρουν τα κόκαλα του Τζέιμς Τζόις από εκείνα τα ξενιτεμένα του Κάλβου; Τελικά τί είναι η Ευρώπη, μήπως τελικά το έσκασε όντως η νέα επάνω στον ταύρο και απομείναμε να κυνηγάμε την σκιά της; Τα ίδια σκατά παντού. Σολωμικά και μη, Κάλβεια και Παλαμικά, Σεφερικά ή Καβαφικά και όλη η χορεία των ποιητών μας, όλη μας η λογοτεχνική παράδοση, η ιστορία μας, η τέχνη μας, οι λέξεις μας και οι ωραιότατες – και το τονίζω αυτό - δευτερεύουσες προτάσεις μας, τί είναι όλα αυτά τελικά; Πώς να τα φιλτράρεις πώς να τα ενστερνιστείς και πώς να ενσωματώσεις; Πάνω σε ποιο έδαφος να σταθείς όταν η γη χάνεται κάτω από τα πόδια σου;
Για τις ιδέες αυτές και μόνο. Για τις ιδέες και την αξία τους, την ανεκτίμητη, άξιζε που διάβασα αυτό το μέτριο βιβλίο. Που αποδεικνύει εκτός των άλλων και την θεωρία μου, πως δεν γεννιέσαι συγγραφέας αλλά γίνεσαι. Με πολλή δουλειά, με πολύ εξάσκηση με πολλή συνέπεια και μεγάλο αγώνα. Μέσα από την κούραση, την απελπισία της διαφεύγουσας λέξης, την αδυναμία ενός ατελούς σκελετού, την απουσία περιεχομένου και οράματος.
Ω, σίγουρα ο Κάλβος του Τρεχλή είναι ένα πρότυπο, ένα παράδειγμα. Αλλά σε κάποια πράγματα πρέπει να είναι παράδειγμα προς μίμηση και σε κάποια άλλα παράδειγμα προς αποφυγή.
Εδώ έχουμε μια πολύ καλογραμμένη μυθιστορηματική βιογραφία του Ανδρέα Κάλβου. Είναι το δεύτερο βιβλίο που διαβάζω για τον Κάλβο μετά το «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λίνκολνσάιρ» της Πόλυς Χατζημανωλάκη, το οποίο συνιστώ εξίσου. Στο παρόν βιβλίο ο αναγνώστης μαθαίνει πολλές πληροφορίες για την προσωπική ζωή του Ανδρέα Κάλβου, για τη νοοτροπία του, τον χαρακτήρα του, τις πράξεις και τα γεγονότα που καθόρισαν τις αποφάσεις που πήρε για τη ζωή του κλπ. Γι? αυτό προτείνω να διαβάσετε αυτό το βιβλίο: είναι καλογραμμένο, έχει πολύ ωραίες εικόνες και περιστατικά, φωτίζει τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ζωής του μεγάλου ποιητή και συνδέει κάποια γεγονότα της ζωής του με μυθιστορηματική δράση πολύ καλογραμμένη.
Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869) είναι σημαντικός Έλληνας ποιητής (και δεν έχουμε επισήμως κανένα πορτραίτο του, εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου!). Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, όμως δέκα χρόνια μετά ο πατέρας του εγκατέλειψε τη μητέρα του και κατέφυγε στο Λιβόρνο, παίρνοντας μαζί και τα παιδιά του. Στην Ιταλία ο Κάλβος γνώρισε την αρχαία ελληνική, ιταλική και λατινική γραμματεία. Μετακινούμενος σε Πίζα και Φλωρεντία, προσπαθούσε να εξισορροπήσει την έλλειψη πατρικής στοργής, μιας και ο πατέρας του είχε αφοσιωθεί στα επαγγελματικά ταξίδια. Τομή στη ζωή του ποιητή ήταν η γνωριμία του με τον ποιητή Ugo Foscolo το 1812, ο οποίος και τον μύησε στον νεοκλασικισμό και στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Εκείνη την περίοδο ο Κάλβος έγραψε τρία θεατρικά έργα και ασχολήθηκε πολύ με την ποίηση αλλά συμμετείχε και στον καρμποναρισμό για την απελευθέρωση της Ιταλίας. Την εποχή εκείνη, η χώρα ήταν υπό αυστριακό καθεστώς κι έτσι ο Foscolo αυτοεξορίστηκε στη Ζυρίχη. Ο Κάλβος τον ακολούθησε και κατέληξαν στην Αγγλία, όπου η συγκατοίκησή τους και ο στρυφνός χαρακτήρας του Foscolo έδωσε το οριστικό τέλος στη φιλία τους. Ο Κάλβος άρχισε να διδάσκει ιδιαίτερα μαθήματα και να κάνει έτσι γνωριμίες σε υψηλούς κύκλους. Μέχρι το 1826 περιφερόταν σε Αγγλία, Ελβετία και Ιταλία, όπου γινόταν όλο και πιο γνωστός ενώ το ποιητικό του έργο και η δύναμη των λέξεων που χρησιμοποιούσε άρχισαν να αποκτούν ένθερμους θιασώτες. Την περίοδο 1836-1841 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα και δίδασκε στην Ιόνιο Ακαδημία ενώ στο τέλος της ζωής του προτίμησε να αποσυρθεί στο Λάουθ της Αγγλίας.
Αυτό το βιογραφικό το παρέθεσα για να σας δείξω ότι ο συγγραφέας έχει άφθονο υλικό στη διάθεσή του ώστε να χτίσει μια πολύ καλή πλοκή. Ο αναγνώστης τρομάζει από την τρομοκρατία της κατεχόμενης Ιταλίας, γοητεύεται από τα φιλολογικά σαλόνια της Ευρώπης, συγκινείται από τη δύναμη των λέξεων του Κάλβου που αναστατώνουν την Ευρώπη και της γεννούν ένα έντονο συναίσθημα φιλελληνισμού, ακριβώς την εποχή που η Ελλάδα απελευθερώνεται σιγά σιγά από τον ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τρέμει από οργή με τις αλλεπάλληλες αντικαταστάσεις των Άγγλων αρμοστών στην Ιόνιο Πολιτεία, οι οποίοι φέρονται στους Επτανήσιους είτε ανάλογα με τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας είτε ανάλογα με τα δικά τους, θλίβεται με τα παρασκήνια και το απέθαντο εγώ του Έλληνα ως προς τη διοίκηση της Ιονίου Ακαδημίας, η οποία σιγά σιγά πέφτει σε μαρασμό κ. π. ά..
Το μόνο μειονέκτημα που βρήκα ήταν στις Σημειώσεις του βιβλίου, όπου παρατίθενται με αλφαβητική σειρά τα πρόσωπα και οι έννοιες που δεν επεξηγούνται στη ροή του κυρίως βιβλίου. Ίσως σας ακούγεται εύκολο να ανατρέξετε στις Σημειώσεις αν διαβάσατε για κάποια πρόσωπα και τοπωνύμια, τι γίνεται όμως όταν ο συγγραφέας θέλει να μιλήσει για έννοιες και ευρύτερα ιστορικά γεγονότα; Για παράδειγμα φράσεις όπως «»Εστόλισαν», «Υπηρέτριά του», «Συμβεί» ή «Πίσω από την πλάτη του» δεν μπορεί να φανταστεί ο αναγνώστης ποια από τις λέξεις αυτής της πρότασης μπορεί να είναι ο κύριος όρος ευρετηριάσης, οπότε ψαχουλεύει όλη την ώρα και στο τέλος αποθαρρύνεται. Για μένα προτιμότερο θα ήταν μια ωραιότατη αριθμητική παράθεση σημειώσεων για καλύτερη χρήση. Επίσης, αν και καλογραμμένο, πολλές φορές παρατήρησα επαναλαμ��ανόμενες ατάκες σε διαλόγους, κάτι που δεν ήταν απαραίτητο, π. χ. «-Θα πας; -Θα πάω» ή «-Αύριο στις έξι. ?Αύριο στις έξι» κλπ.
Ο συγγραφέας δε φείδεται συναισθημάτων, σε πολλά σημεία παίρνει ολοφάνερα θετική ή αρνητική στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, καταγράφει ωμά και ειλικρινά, δεν κρύβει τίποτα, παραθέτει αυτούσια πολλά ποιήματα του Ανδρέα Κάλβου και όλο αυτό το όμορφο κείμενο συμπληρώνεται από βιβλιογραφία και χρονολογικό πίνακα γεγονότων από τη ζωή του ποιητή.