«Η Ελλάδα είναι χωρίς αμφιβολία η πιο όμορφη χώρα που έχει απομείνει. Οι άνθρωποι είναι πιο συμπαθητικοί που γνώρισα ποτέ. Όλοι χαμογελάνε. Γιατί δεν μου είπες ότι η Ελλάδα είναι τόσο όμορφη; Αυτή η θάλασσα ήταν παρθένα. Κι έκοψα άγρια κρίνα και κίτρινα αστεράκια που δεν τα 'χα ξαναδεί, και μικρά βυσσινιά, μωβ, μπλε, άσπρα λουλουδάκια, σαν μαργαρίτες. Ολόκληρο το βουνό ήταν κόκκινο από τα ηλιάνθεμα και τις παπαρούνες. Τα ξενοδοχεία λάμπουν από καθαριότητα. Κρυστάλλινη θάλασσα και πεντακάθαρη άμμος. Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.»
(Adeline) Virginia Woolf was an English novelist and essayist regarded as one of the foremost modernist literary figures of the twentieth century.
During the interwar period, Woolf was a significant figure in London literary society and a member of the Bloomsbury Group. Her most famous works include the novels Mrs. Dalloway (1925), To the Lighthouse (1927), and Orlando (1928), and the book-length essay A Room of One's Own (1929) with its famous dictum, "a woman must have money and a room of her own if she is to write fiction."
Όμορφη επιλογή προσωπικών γραπτών της Βιρτζίνια, που αναδεικνύουν τόσο το ταλέντο της όσο και τον χαρακτήρα της. Ίσως πρέπει να είσαι λάτρης της για να το απολαύσεις ή να τρέφεις κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περίοδο του Μεσοπολέμου.
"Μετά είχα το όραμα, στην Αίγινα, μιας απολίτιστης, θερμής, νέας εποχής που θα 'μπει στη ζωή μας -και θα 'ρχόμαστε εδώ κάθε χρόνο, με μία σκηνή∙ θα το σκάμε απ' την Αγγλία, θ' αποβάλλουμε αυτό το φιδοπουκάμισο της ευπρέπειας∙ και το σφίξιμο και τη συμβατικότητα του Λονδίνου∙ και τη φήμη, και τον πλούτο. Και θα γυρίσουμε πίσω, και θα γίνουμε ανεύθυνοι, εραστές της ζωής, και θα τρώμε μόνο ψωμί, γιαούρτι, βούτυρο, αυγά -ας πούμε στην Κρήτη. Αυτό είναι ως ένα βαθμό μία αληθινή παρόρμηση -σκεφτόμουνα, καθώς κατηφόριζα με μεγάλες δρασκελιές το λόφο. Το Λονδίνο δεν φτάνει, ούτε το Σάσεξ. Θες να ψηθείς στον ήλιο, να ξαναγυρίσεις σε αυτούς τους ομιλητικούς, φιλικούς ανθρώπους, απλώς και μόνο για να ζήσεις, να μιλήσεις, όχι να διαβάζεις και να γράφεις. Και ύστερα σήκωσα το κεφάλι μου και είδα τα βουνά πέρα απ' τη θάλασσα, σαν λάμες μαχαιριών, χρωματιστά, και τη θάλασσα ήρεμη. Και ένιωσα σαν ένα μαχαίρι να έξυσε ένα αμβλύ όργανο που υπήρχε μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να βρω κανένα ψεγάδι σ' αυτή τη λυγερή, αθλητική ομορφιά, τη βουτηγμένη στο χρώμα, χωρίς να είναι ψυχρή, χωρίς ίχνος χυδαιότητας, αλλά πανάρχαια από ανθρώπινη ζωή, γιατί κάθε σπιθαμή γης έχει το δικό της αγριολούλουδο, που θα μπορούσε να φυτρώσει και σ' έναν εγγλέζικο κήπο, και οι χωρικοί είναι άνθρωποι καλοί∙ και τα ρούχα τους, φθαρμένα και ξεβαμμένα από τον ήλιο, έχουν λεπτούς χρωματισμούς, όσο κι αν είναι χοντρά. Ξέρω ότι υπάρχουνε συμπάθειες ανάμεσα σε ανθρώπους και τόπους. Και θα μπορούσα να αγαπήσω την Ελλάδα στα γεράματά μου..."