Τον «Δύσκολο θάνατο» του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996) απαρτίζουν επτά ποιητικές ενότητες: «Αισθηματική ηλικία», «Δύσκολος θάνατος», «Ο θάνατος του Μύρωνα», «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι», «Νοσοκομείο εκστρατείας», «Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης» και «Αργό πετρέλαιο» στην οριστική τους έκδοση.
Στην ποίηση του Ασλάνογλου η καθημερινότητα αποτυπώνεται μέσα από χαμηλωμένα φώτα, φωνές που σβήνουν, μια ομίχλη φωτεινή, βροχή και δάκρυα, μουσική κα ψιθυρίσματα αλλά και μεγάφωνα ανοιχτά, αυτοκίνητα, φώτα ηλεκτρικά, σφαιριστήρια, γήπεδα, παραθαλάσσια καφενεία, θέρετρα, παγωμένα γιαπιά, λάσπες, νεόχτιστα, θρύψαλα, χειρουργεία, λειτουργίες ερωτικές και τέφρα, ασφάλτους που πύρωσε η ημέρα και ένα επίμονο ψιχάλισμα, εργατουπόλεις και σκοτεινά τοπία, μηχανές και εργοστάσια, φώτα του γκαζιού και σκονισμένες θάλασσες, πράσινες ακρογιαλιές και ερειπωμένους σταθμούς, κτίρια γυμνά και ελπιδοφόρα σήματα, γνώριμα κλειστά τοπία και ένα ζεστό συννεφιασμένο πρωινό...
"Οι εσωτερικές ζυμώσεις έχουν καταλήξει, η μοναξιά δεν λησμονιέται, είναι παρούσα. Εδώ κι εκεί μοναξιά, το πρόσωπο αλλάζει, το ομορφαίνει η επιθυμία και το αποκαλύπτει η στέρηση, η φθορά... Η ποίηση Ασλάνογλου δεν παίζει με τις λέξεις και τους κλισαρισμένους στίχους που συνήθως κληροδοτούνται. Οι μικρές καθημερινότητες υπεισέρχονται στους στίχους του και μεγαλώνουν μετουσιωμένες σε περιγραφές αισθημάτων, σε ατμόσφαιρες όπου το ποιητικό υποκείμενο δίνει τη μάχη της ουσίας του, της ύπαρξής του. Το μοιραίο του τέλους, του αποχωρισμού γίνεται το μοιραίο των στίχων, της κατάληξης του ποιήματος. Οι λέξεις, σαν να υπακούουν μια αόρατη διαταγή, ενορχηστρώνονται για να παίξουν το τελευταίο κεφάλαιο της πραγματικότητας στο δικό τους εξίσου πραγματικό χώρο. Μόνο που το τέλος είναι ήδη γνωστό απ' την αρχή του ποιήματος. Ο ποιητής γνωρίζει ήδη το προσωπικό του σενάριο. Στη ζωή υπάρχουν φορές που ελπίζεις ν' αλλάξουν τα πράγματα. Εκεί περιμένεις μια καλύτερη μέρα. Στην ποίηση όμως που αποστάζει η πραγματικότητα δείχνει το γυμνό της πρόσωπο, την αλήθεια που υπηρετεί αντλώντας απ' τα βάθη του είναι". (Δημήτρης Παλάζης, Critique.gr)
Ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1952 με το πολυγραφημένο ποιητικό μονόπρακτο Θάλασσα και συγχρονισμός, ενώ συνεργαζόταν ήδη με περιοδικά της πόλης. Η πρώτη συλλογή του, Ο δύσκολος θάνατος, θα κυκλοφορήσει το 1954.
Θα ζήσει στη Θεσσαλονίκη ως το φθινόπωρο του 1979, οπότε θα μετακομίσει στην Αθήνα, όπου θα εργαστεί ως επιμελητής στον εκδοτικό οίκο Ευσταθιάδη.
Στις 6 Αυγούστου 1996 θα πεθάνει από καρδιακή προσβολή στο δώμα όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια - μετά τη Νέα Σμύρνη που αγάπησε και την αναγκαστική Νέα Ερυθραία - στις «δυτικές ακτές» της Αθήνας, στην οδό Ηρώων Πολυτεχνείου 12 στους Αγίους Αναργύρους.
Την ίδια στιγμή που ο ίδιος δήλωνε τη συνάφειά του, έστω και σε επίπεδο επιλεκτικού δανεισμού, με τον μετα-υπερρεαλισμό, διατείνετο ότι ήταν και ο τελευταίος συμβολιστής ποιητής. Η μουσικότητα και η υπαινικτικότητα της ποίησής του συνάδει προς το συμβολιστικό πρόταγμα ut musica poesis. Οι μελετητές έχουν εντοπίσει στο έργο του ποικίλες συγγένειες, από τον Σικελιανό, τον οποίο μνημονεύει κι ο ίδιος, τον Καβάφη, τον Σεφέρη και τον Καρυωτάκη, ως τον Μπωντλαίρ και τον Λαφόργκ.