Luigi Bartolini was an Italian painter, writer, and poet. He is most well known for his novel, Bicycle Thieves, upon which the Italian neorealist film directed by Vittorio De Sica and of the same title was based. He published more than 70 books during his lifetime.
Καταστάσεις τύπου "ο κλέψας του κλέψαντος" στην μεταπολεμική Ρώμη, μέσα από ένα συναρπαστικό οδοιπορικό στις γειτονιές, τα στενοσόκακα και τις πλατείες μιας πόλης, που, έχοντας πια απολέσει το κλέος του παρελθόντος, θυμίζει άντρο κλεφτών, και δη επαγγελματιών του είδους, που ζουν για να κλέβουν, που δεν αγαπούν παρά μόνο το κλέψιμο.
Θύμα τους, για πολλοστή φορά, ο ίδιος απρόσεκτος καλλιτέχνης και λεία τους (τι άλλο;) το καινούργιο ποδήλατό του (που, ας μην ξεχνάμε, ήταν, τότε, βασικό μέσο μεταφοράς). Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ανομίας, όπου η αστυνομία είναι προκλητικά απούσα, ο ήρωας του L. Bartolini είναι υποχρεωμένος να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Αλλά ο χρόνος μέχρι να αποσυναρμολογήσουν το ποδήλατό του οι κλέφτες και να το πουλήσουν κομμάτι-κομμάτι είναι λιγοστός, και τα κλεμμένα ποδήλατα δυσανάλογα πολλά.
Ωραιότατο βιβλίο (με πολύ και εξαιρετικό χιούμορ) που είχε την σπάνια τύχη να εμπνεύσει τον Vittorio de Sica και να μεταμορφωθεί (στα χέρια του, με την κάμερα στο κέντρο της πραγματικής ζωής) στο ομώνυμο αριστουργημα της έβδομης τέχνης.
« میدانستم که باید برای معشوقه گل خرید اما ما گرسنه بودیم پولی راکه برای خرید گل کنار گذاشته بودیم را خوردیم »
این حرف کسی ست که میلههای زندان و فاشیسم هم نتوانست جلوی دوربینش را بگیرد و فیلم نسازد...
یک فلش بک""""
""""""""""'
چندی قبل دوستی ناباب برایم ویدیوی فرستاده بود که،محسن نامجو ،موزیسین،خواننده و بازیگر سینما درمورد سینمایی حرف میزد که هیچ کاری نمیکند ،نابازیگر دارد،میزان و آونسن هم بسیار ساده و دم دستی انتخاب میکند...در کل با دوربین خودش به خانهی بدبختی تجاوز میکند و شروع میکند شات شاتشات از زندگی آن بدبخت ... فکر میکنم نامجو در آن ویدیو داشت به سینمای قبادی میمالاند و کمی هم به سینمای فرهادی... منهم از بهمن قبادی دلخوشی نداشتم ،فکر میکردم دارد با کارهایش کوردها را تحقیر میکند... اصلا چرا باید دوربینش را درست ببرد چس بلاغ تپه کردستان ،تا سکانسی را برداشت که کوردها دارند برای اسبها مشروب سرو میکنند؟؟
یا مثلا کیارستمی ... هنوز نمیدانم چرا زنی روستایی را قهوه چی نشان میداد ؟؟؟ این نظر آن زمان من بود...زمانی که نامجوئیسمی فکر میکردم...
نظر من و نظر همه کسانی که غالبا سینماینئورئالیسمی را نمیشناسند شبیه نظر همان داف چشم قشنگیست که بعد از دیدن طعم گیلاس کیارستمی به دوربین گفت «افتضاح بود» بعد همان فیلم را مارتین اسکورسیزی دید و گفت در حسرت ساختن یک فیلم مثل فیلمهای عباس هستم . خیلی از آدمهای امروزه وقتی سینمای نئورئالیسی میبینند میخندند و میگویند حساب کن بری سوریه ،دوربینو بچرخونی سمت خونه های خرابه و فیلم بسازی، خو اینو عمه منم میتونست بسازه... در جواب این جور آدمها باید گفت ،فیلم خودَت و عمهات را بگیر بلکه در اینستاگرام درخشیدی...
نمیدانم چرا دزد دوچرخه را انتخاب کردم برای دیدن شاید چون کلمه دزد در ناخوداگاهم جایی دارد اما وقتی به دوستی گفتم میخواهم دزد دوچرخه را ببینم ... گفت مگه هنوز نديديش؟؟؟ شاهکاره پسر. چقدر دوستش دارم ...نویسنده ترک عزیز نسین:در کتاب خر مرده خودش ... زن و مردی را توصیف میکند که با هفت لیر بلیط میخرند تا فیلمی کمدی ببیند وکمی حالی به حالی شوند... فیلم شروع میشود و انبوه گریه جماعت سر میزند و صدای غش غش خندیدنه حاشا حضور خر و زنش بلندتر میشود... آنها هفت لیر پرداخته بودن که بخندند و هیچ فیلم درامی نمیتوانست آنها را غمگین کند... من هم :چیزی کم تر از آن خری نداشتم که780 مگابایت خرج کرده بودم تا فیلمی شاهکار ببینم و واقعا هم دیدم... شاهکاری در تاریخ سینما که کاراکتر اصلی فیلم نماد ایتالیایی خوشحال است که جنگ همه چیزش را نابود کرده و دوچرخه اش دزدیده میشود ،دوچرخه ای که نماد بازگشت به ایتالیایی خوشحال و شاد دارد...
از ژوزف تورناتوره معذرت خواهی میکنم دیگر سینمای ایتالیا برایم با دزد دوچرخه خلاصه میشود.بقول اسکورسیزی که در مستندش در مورد سینمای ایتالیا حرف میزد، و تشکر کرد بخاطر بودن فیلم دزد دوچرخه من هم تشکر میکنم از سینما،که این فیلم وجود دارد.اما مولفهای که این سینما را برایم جذابتر کرد!! نابازیگری آن بود گور بابای میزانسن ساده،روایت ساده و مستند گونهاش... نابازیگری را عشق است. برای یک کار نمایشنامه خوانی برای پنجاه شصت تماشاگر،آدم پنجاه تست بین کسانی که رزومه کاری دارند میگیرد ....حالا حساب کن یک نابازیگر را انتخاب کنی، نابازیگری که حتی نمیداند میزانسن چیست!! آن هم برای یک فیلم... واقعا جیگر میخواهد ،...البته ما بهش خایه میگویم...
مارلون براندو دربارهی این فیلم گفت : دزد دوچرخه نمونهای عالی از کاریست که میتوان جلوی دوربین فیلمبرداری انجام داد و به ندرت انجام میشود. اینگمار برگمان یک فیلم دسیکا را بیش از صد بار دیده میخواهم بگویم، واقعا چطور جرات پیدا میکنیم به کارگردانی در این حد و اندازه بگوییم مزخرف یا افتضاح : واقعا هرکسی که در مورد فیلمی بزرگ یا کارگردانی بزرگ این حرفها را میگوید یاد کتابه «شما که غریبه نیستید » میافتم: آنجا که هوشنگ مرادی کرمانی گفت؛ ( موقع بحث و نقد و برسی زور میزدم.رگهای گردنم میزد بیرون.چند وقت بود روشنفکر شده بودم. حرف های گنده گنده میزدم.هی نویسندگان و کارگردان های خارجی را به رخ میکشیدم. سارتر،کامو،همینگوی،چخوف،آنتونیونی،هیچکاک، دسیکا،جان فورد ،بلغور میکردم. بی آنکه بفهمم و بدانم کی هستند و چه میگویند،حتی اسمشان را غلط تلفظ میکردم،ولی از رو نمیرفتم.)
اما نکته آخر:
فیلم دزد دوچرخهی دسیکا در تاریخ سینما ثبت شده و نمیشود کاریش کرد...حالا میخواهد رولان بارت ناراحت باشد یا نباشد... شاید هم رولان بارت بهتر باشد همان کتابهایش را نقد کند و سینما را بگذارد برای آندره بازنها آندره بازن وقتی این فیلم را دید گفت: سینمای خالص
An in fact pointless wandering through the streets of post-WWII Rome as the hero searches for his stolen bike among thieves, whores, rotten policemen and all kinds of scumbags. An opportunity, more or less, for the writer to let off some steam on all the hypocrisy the fall of fascism left behind. Especially in the second half, it becomes apparent that the stolen bicycle is nothing more than a symbol. A medium, perhaps, to make clear a point which, however, never gets too clear as we are left unsure whether what we read is an undeniable reality or the projections of a war's reject.
Μεταξύ κατεργαρέων καμία ειλικρίνεια. Θα μπορούσε να είναι ο εναλλακτικός τίτλος αυτού του βιβλίου, αν αναλογιστούμε την εξέλιξη αυτής της ιστορίας. Η μεταπολεμική Ρώμη είναι το σκηνικό μας αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν τελικά το ποδήλατο κλάπηκε για να περιηγηθούμε στα στενά της ή βολτάροντας προέκυψε η ατυχία της κλοπής. Ήταν αρκετά ενδιαφέρον που μέσα από αυτό το περίεργο οδοιπορικό, υπήρχαν αναφορές της ιταλικής πραγματικότητας, αρκετές φορές δοσμένες με χιούμορ και ελαφρώς καυστικά. Το κοινωνικό πλαίσιο σκιαγραφείται μέσα από τα βιώματα και τις ατυχίες του ήρωά μας που επιδίδεται σε ένα ανελέητο κυνήγι μάγισσας μέχρι να ξαναβρεί το κλεμμένο του ποδήλατο. Σε σημεία απολαυστικές χιουμοριστικές περιγραφές από έναν κατά τα άλλα εμμονικό άνθρωπο ο οποίος καθαρά στερεοτυπικά καυτηριάζει τα κακώς κείμενα μιας έτσι κι αλλιώς δύσκολης μεταβατικής περιόδου της Ιταλίας.
Πιθανόν και να μην είχε μεταφραστεί στα ελληνικά (και μάλιστα επανεκδοθεί πρόσφατα στη σειρά Μεγάλες Αφηγήσεις των εκδόσεων Μεταίχμιο παρέα με μυθιστορήματα των Mann, Wolfe, Malraux, Balzac, Duras, Forstrer, Stendhal, Pirandello, Tolostoj...) εάν δεν αποτελούσε το κείμενο πάνω στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη ταινία του Βιτόριο Ντε Σίκα, που θεωρείται το αριστούργημα του ιταλικού νεορεαλισμού (1948). Πιθανόν και να μην το είχα πιάσει κι εγώ στα χέρια μου, εάν δεν μου έκλεινε το μάτι ο πασίγνωστος τίτλος και το εξώφυλλο με τα ποδήλατα. Το βιβλίο όχι μόνο δεν με απογοήτευσε αλλά και με εξέπληξε ευχάριστα. Διότι στη θέση του φτωχού αφισοκολλητή της ταινίας του Ντε Σίκα, που αλωνίζει την μεταπολεμική Ρώμη μαζί με τον μικρό του γιο προς εύρεση του κλεμμένου του ποδηλάτου, απαραίτητου για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στο πόστο του, που μόλις και μετά βίας κατόρθωσε να βρει για να θρέψει την οικογένεια, βρίσκεται ένας εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας. Πρόκειται για έναν ταλαιπωρημένο από τις περιπέτειες της Ιταλίας καλλιτέχνη -είναι ποιητής, κριτικός, πεζογράφος, ζωγράφος και χαράκτης όπως πληροφορούμαστε κατά την πορεία της αφήγησης-, ένα alter ego του συγγραφέα που πράγματι υπήρξε μια τέτοια πολυσχιδής προσωπικότητα, ο οποίος αναζητά με πείσμα τον κλέφτη του "όμορφου, αλουμινένιου, ελαφρού του ποδηλάτου" στις γειτονιές της μεταπολεμικής Ρώμης αμέσως μετά την απελευθέρωση και τη είσοδο των συμμαχικών δυνάμεων. Στην κινηματογραφικού τύπου περιδιάβασή του -και ιδού ο λόγος που το διάλεξε ο Ντε Σίκα και ο σεναριογράφος του- συναντά κλέφτες, βαριεστημένους και διεφθαρμένους αστυνομικούς, παλιούς φασίστες, πόρνες, αγιογδύτες εμπόρους, κλεπταποδόχους και κάθε λογής φτωχοδιάβολους που εντέχνως επιβιώνουν στην πόλη των "αρχαίων κλεφτών" (έτσι χαρακτηρίζει συχνά τους Ρωμαίους με βάση τον μύθο της αρπαγής των Σαβίνων γυναικών) και της "ευγενούς πλεμπάγιας που, από την εποχή του Μάριου και του Σύλλα, της φούσκωναν τα μυαλά οι μύριες όσες πανομοιότυπες δημαγωγίες." Στην πόλη που δεινοπάθησε υπό τον φασισμό, από τους Ναζί και συνεχίζει νε δεινοπαθεί υπό το καθεστώς των συμμάχων. Ωστόσο ο καλλιτέχνης/φιλόσοφος, όπως αυτοχαρακτηρίζεται, διακόπτει συχνότατα την κινηματογραφική αφήγηση για να φιλοσοφήσει: να αναλογιστεί τη θέση του πνευματικού ανθρώπου μέσα σε ένα τέτοιο κόσμο, να σχολιάσει -πότε με θυμό και πότε με χιούμορ- και εν τέλει να συγχωρέσει τους χαρακτήρες που συναντά, να θυμηθεί μετά βδελυγμίας τα πεπραγμένα του φασισμού και να καταδικάσει τον πόλεμο θεωρώντας τον υπέυθυνο για την ανάδυση της πιο ποταπής πλευράς του ανθρώπινου είδους. Τι σημαίνει λοιπόν γι' αυτόν το ποδήλατο και γιατί το αναζητά με τέτοια επιμονή, σε σημείο μάλιστα να ανάγει την αναζήτησή του σε τέχνη; "Ο Βερλέν αγαπούσε ως γνωστό τους κλέφτες. Τους αγαπούσε γιατί τους είχε ζήσει στη φυλακή. Και τους αποκαλούσε 'αγαπητούς κλέφτες'.... Όσο για μένα, αν προκειμένου να είμαι ποιητής έπρεπε να παραδοθώ στην παιδεραστία ή στο αλκοόλ, θα προτιμούσα, ως προς τους κλέφτες, να μην ειμαι παρά ένας καλός αστυνομικός. Ένας φίλεργος και πείσμων αστυνομικός, που απολαμβάνει και ανάγει σε αντικείμενο ποίησης, αντίστροφης προς του Βερλέν, την καταδίωξη των κλεφτών και την καταφρόνια τους... Γιατί, αν το ψωμί είναι για να χορταίνει την πείνα των ποιητών, το ποδήλατο αντιπροσωπεύει το είδος του ψωμιού που χρησιμεύει για πνευματική τροφή: πνευματική τροφή την οποία ήδη ξέρω και στην οποία φτάνει κανείς μονάχα αν απομακρυνθεί από την πόλη, καμιά δωδεκαριά χιλιόμετρα τουλάχιστον, πέρα από τα προάστια. Το ποδήλατο λοιπόν μου είναι απολύτως απαραίτητο για να φεύγω, να δραπετεύω, να απομακρύνομαι από τη συντροφιά των ανθρώπων." [σελ.19-20] "Και, ως άνθρωπος που ξέρει να κάνει λογαριασμούς, αλλά και ως ορατιανός ποιητής, που βλέπει το καλύτερο και πιάνεται από το χειρότερο, σκέφτηκα να πάρω εκδίκηση για το ποδήλατο που μου έκλεψαν στις 28 Σεπτεμβρίου του 1944... αλλά το κακό είναι ότι στις συναλλαγές μου είμαι ένας τίμιος επαρχιώτης, ένας απροσάρμοστος, ή όπως θέλετε πείτε με. Ποτέ μου δε θέλησα να κερδοσκοπήσω, γιατί θεωρώ πως η ζωή μας είναι ένα σύντομο πέρασμα στη διάρκεια του οποίου δεν αξίζει να κερδοσκοπούμε, μα μόνο να παρατηρούμε: το δε καλύτερο για έναν ποιητή είναι να παρατηρεί και να καθιστά αντικείμενο ποίησης ακόμα και τις χειρότερες πλευρές της ανθρώπινης ζωής."[σελ.38-39] Σ΄ αυτό το ξεχωριστό λοιπόν αφήγημα το κλεμμένο ποδήλατο πιθανόν να μην είναι τίποτε άλλο από το περιπόθητο αντικείμενο της ποίησης, που επιμένει να αναζητά ο υπεύθυνος πνευματικός άνθρωπος σε μια κοινωνία ρημαγμένη από τον ολοκληρωτισμό και τον πόλεμο. Το αναζητά με επιμονή και τύψεις, γιατί ξέρει ότι για την απώλεια αυτή φέρει κι αυτός ευθύνη: "το φταίξιμο δεν ανήκει σ' εκείνους που δεν είναι σε θέση να δουν τα πράγματα ένα τέταρτο πριν από τους άλλους, αλλά σ' εκείνους που δεν εναντιώνονται στον πόλεμο, ενώ κατέχουν το ρολόι που λέγεται ιστορία.... Αφού λοιπόν ευθυνόμαστε εμείς οι ποιητές για τους πολέμους που γίνονται και πολλαπλασιάζουν τους κλέφτες και τους δολοφόνους, εμείς που αντί να βαυκαλιζόμαστε με τις ωραίες ιδέες, θα 'πρεπε να προλαμβάνουμε και να καταγγέλουμε με τόλμη τη φαυλότητα και να μην ενθαρρύνουμε τους κλέφτες και τους δολοφόνους, ήμουν διατεθειμένος να πληρώσω και να ξαναπληρώσω για το ποδήλατό μου, πληρώνοντας έτσι και για τις αμαρτίες μου ως ποιητής" [σελ.180-181]
Υ.Γ. Πως να αντιμετώπισε άραγε ο συγγραφέας το κατά γενική ομολογία κινηματογραφικό αριστούργημα του ΝτεΣίκα, που ωστόσο σεναριακά κράτησε μια τόσο χαλαρή σχέση με το βιβλίο του; Μόνο ως τραγική ειρωνία μπορεί να εκλάβει ο αναγνώστης τα λόγια του ήρωα του βιβλίου: "όμως δεν τρελαίνομαι για τα κατορθώματα του κινηματογράφου, ή μάλλον θεωρώ πως ο κινηματογράφος είναι χυδαία τέχνη..." [σελ.21] Εν τέλει όμως αυτός ο χειρισμός του ΝτεΣίκα, να επιμείνει στα κινηματογραφικά χαρακτηριστικά της αφήγησης αποκλείοντας ταυτόχρονα τον κεντρικό ήρωα μαζί και τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις, να ήταν ευχής έργον. Διότι το λογοτεχνικό έργο από τη μια και το κινηματογραφικό από την άλλη αποτελούν δύο δημιουργίες που διατηρούν αυτούσια την αξία τους, χωρίς να επισκιάζει το ένα το άλλο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το σύνηθες ερώτημα, "να διαβάσω πρώτα το βιβλίο ή να δω την ταινία" δεν έχει νόημα...
Τίμων ο Ρωμαίος, ο ταλαιπωρημένος μισάνθρωπος, ή μήπως ούτε ταλαιπωρημένος ούτε μισάνθρωπος; Οι περιπέτειες ενός νοικοκυραίου χωρίς τιμόνε πλέον, στις γειτονιές των φτωχοδιαβόλων μιας χτυπημένης, αλλά ζωντανής πρωτεύουσας..
Χαμογέλασα αρκετές φορές, αν και δεν θα ‘πρεπε.. Γιατί, τι να πεις για την απίστευτη τραγωδία που χτύπησε τον φτωχούλη, εστέτ αντιφασίστα;
Αλλά τι να κάνω, μου αρέσει πολύ κάθε διφορούμενη ανθρώπινη έκφραση και η αφήγηση του Bartolini είναι η επιτομή αυτού: κατακρίνει τους αλαφροχέρηδες πλεμπαίους, ή τους αγαπάει; ‘Η και τα δύο (ή τίποτε απ’ αυτά); Όπως και να ‘χει, τους χρησιμοποιεί τρυφερά, για να φτιάξει τους «κλέφτες ποδηλάτων» του.. Σε αντίθεση με την ταινία, η ιστορία toy είναι ένας οδοστρωτήρας σαρκασμού της πολυμήχανης φτωχολογιάς..
Εδώ παπάς:
".. το δε καλύτερο για έναν ποιητή είναι να παρατηρεί και να καθιστά αντικείμενο ποίησης ακόμα και της χειρότερες πλευρές της ανθρώπινης ζωής.. μ' άλλα λόγια, θεωρώ πως είναι καλύτερο να είμαστε ποιητές και φτωχοί, να παραμένουμε φτωχοί, να ζούμε σχεδόν σαν φτωχοί, παρά να γινόμαστε κλέφτες και πολύ περισσότερο κλεπταποδόχοι. Σύμφωνοι. 'Έτσι είναι. Στο μεταξύ όμως, χρειαζόμουν οπωσδήποτε ένα δεύτερο ποδήλατο." Σελ. 39
Ένα από τα αστέρια το κερδίζει υπεράξια ο Bartolini για την απίστευτη (και εντελώς comedia dell’ arte) σκηνή της επίσκεψης στο αστυνομικό τμήμα.. δεν κρατιέμαι, παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα:
"Εσείς γιατί ήρθατε εδώ;" ρώτησε σε μία στιγμή. Αναγκάστηκα να του πω ότι είχα πάει γιατί μου είχαν κλέψει ένα μεταλλικό ποδήλατο. "Ποδήλατο;" έκανε. "στη Ρώμη κλέβονται από 400 έως 500 ποδήλατα την ημέρα!" για να είμαι ειλικρινής, εγώ τον προκάλεσα - άθελα μου φυσικά- να καταφερθεί εναντίον της αστυνομίας. Σχολίασα ότι, στη σημερινή συγκυρία, δεν υπήρχαν ειδικά εκπαιδευμένες μονάδες, ικανές να καταστείλουν τις σκανδαλώδεις κλοπές ποδηλάτων." Σελ 104
Κάπου στην πορεία της ιστορίας πιάνουν τον Λουί τα Waldenικά του, οπότε ιστορία γίνεται μια απόλυτη ανακατωσούρα - αλλά μία γλυκιά ανακατωσούρα, οπότε να κι άλλο ένα αστεράκι. Ένα τρίτο αστεράκι για το χιούμορ του, που είναι διάχυτο παντού: ένας άνθρωπος που σε κάνει να χαμογελάς δεν αξίζει ένα αστεράκι;
Ένα τέταρτο αστεράκι, γιατί μου θύμισε δικές μου βόλτες σε παζάρια και σκοτεινά στενάκια. Μείον ένα αστεράκι (το οποίο και του έκλεψα μετά, για την αλητεία του πράγματος) κι είμαστε καλά..
Ναι, μ' άρεσε..
Φροντισμένη η έκδοση του Μεταίχμιου. Αν διαβαστεί, νομίζω ότι θα πρέπει να ντυθεί με ασπρόμαυρες εικόνες, όπως η ταινία (υπάρχει στο ουτούμπε)....
Το βιβλίο αυτό αποτελεί τη βάση για την ομότιτλη ταινία του 1948, σε σκηνοθεσία Βιτόριο Ντε Σίκα, η οποία θεωρείται ως μια από τις καλύτερες Ιταλικές ταινίες όλων των εποχών. Και επειδή θα ήθελα να τη δω κάποια στιγμή φέτος, είπα να διαβάσω το βιβλίο πρώτα. Βλέποντας τη μέτρια βαθμολογία στο Goodreads, κρατούσα μικρό καλάθι, τελικά όμως πέρασα αρκετά καλά. Φυσικά μπορώ να κατανοήσω απόλυτα όσους δεν τους άρεσε ιδιαίτερα το βιβλίο, ειδικά αν μπήκαν στη διαδικασία να το συγκρίνουν και με την ταινία. Ο αφηγητής είναι ένας εκνευριστικός καλλιτέχνης που κλαψουρίζει για το χαμένο του ποδήλατο, την ίδια ώρα που άλλοι δεν έχουν να φάνε. Και να πεις ότι δεν είχε άλλο ποδήλατο για να κάνει τις δουλειές του, πάει στο διάτανο. Έλα όμως που είχε! Από κει και πέρα, μου άρεσε πάρα πολύ η όλη περιήγηση στους δρόμους της Ρώμης κατά τη διάρκεια του πολέμου και το οδοιπορικό στον κόσμο των κλεφτών, των απατεώνων και των διεφθαρμένων ή/και βαριεστημένων αστυνομικών. ��πίσης, ενδιαφέρουσες μου φάνηκαν κάποιες παρατηρήσεις για την κοινωνία, αν και με κάποια στερεότυπα. Η γραφή γλαφυρή και εξαιρετικά ευκολοδιάβαστη, με ειρωνική διάθεση και κυνισμό. Κάποια σημεία του βιβλίου με κούρασαν -και ειδικά προς το τέλος-, αλλά γενικά μπορώ να πω ότι το ευχαριστήθηκα. Του βάζω τρία αστεράκια (τριάμισι, στην πραγματικότητα), ώστε να μην αδικήσω άλλα, καλύτερα βιβλία. Λίαν συντόμως θα δω και την ταινία.
Τεράστια απογοήτευση για κάποιον που έχει δει την αριστουργηματική ομώνυμη ταινία του Ντε Σίκα, με την οποία "συναντιέται" -ευτυχώς- μονάχα στο ότι πραγματεύεται την κλοπή ενός ποδηλάτου. (το ότι ήταν αφορμή για να γυρίσει ο Ντε Σίκα την ταινία του είναι ο μόνος λόγος που βάζω δύο και όχι μονάχα ένα αστεράκι).
Ένα συνονθύλευμα στερεοτύπων και αντιδραστικών νοικοκυραίικων αντιλήψεων για το μικρό έγκλημα και τις αιτίες του, καταγεγραμμένες από έναν ελιτιστή μικροαστό, που το μόνο που τον σώζει είναι η αντιφασιστική του δράση στην Ιταλία του Μουσολίνι.
Η κλάψα του συγγραφέα για την χαμένη ιδιοκτησιούλα του και το ξεβόλεμά του αποτρέπει τον αναγνώστη από το να προσλάβει όπως τους πρέπει τις ρεπορταζιακές του αναφορές για την κατάσταση στη Ρώμη τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο.
Ο Ντε Σίκα ευτυχώς στην ταινία του απαλείφει αυτήν την αντίδραση. Παραμερίζει απ' τη θέση του θύματος τον κλαψιάρη μικροαστό νοικοκυραίο και τοποθετεί εκεί τον εργάτη που τον συνθλίβει η ανάγκη, βάζοντας το μαχαίρι στο κόκκαλο των κοινωνικών ζητημάτων που πραγματεύεται.
Ενδιαφέρουσα απεικόνιση της κοινωνίας της μεταπολεμικής Ρώμης με κινηματογραφικό τρόπο. Ανέχεια, παρανομία, απάτη, διαφθορά... Ο Bartolini διά στόματος του κεντρικού του ήρωα διατυπώνει μεγάλες αλήθειες για τη ζωή, τον πόλεμο, την ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων ... Το συνεχές κυνηγητό όμως με τόσους κλέφτες και απατεώνες με κούρασε. Σαν να επαναλαμβανόταν. Κατά τη γνώμη μου περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το βιβλίο από τη μέση και μετά.
Συναρπαστικό, απολαυστικό, οδοιπορικό στους δρόμους της μεταπολεμικής Ρώμης και στις ιστορίες την φτωχοδιάβολών της. Υπέροχη κοινωνική κριτική ενδιάμεσα. Κρίμα που είναι τόσο μικρό σε μέγεθος.
Aquí Luigi Bartolini con la excusa de ir tras una bicicleta robada nos pasea por Roma, llena de ladrones como ha sido, es y sera.
Un libro divertido y tranquilo mostrando las pequeñas luchas cotidianas de la posguerra, de como la gente encuentra recursos de ingenio para la vida y para el delito también.
Τεραστια απογοητευση! Ο ηρωας μας αφηγειται την κλοπη του ποδηλατου του και την αναζητηση αυτού. Μια αφηγηση γεματη στερεοτυπα, προκαταληψεις και κακοπροαιρετες κρισεις για τους πάντες.
Ο κλέφτης των ποδηλάτων είναι ένα μικρό διαμαντάκι. Ένα αφήγημα που στις 192 σελίδες του ρίχνει μια ενδελεχή ματιά στην μεταπολεμική Ρώμη, που με κόπο παλεύει να βγει από τα συντρίμμια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για ένα βιβλίο νουάρ, με έντονο το στυφό άρωμα και το σέπια χρώμα της εποχής που εκτυλίσσεται η ιστορία.
Αν και το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1946, παραμένει ακόμη και σήμερα επίκαιρο και μάλιστα σε πολλά του σημεία θυμίζει την Ελλάδα του 2018, με εικόνες όπως τις ουρές στα συσσίτια των φιλανθρωπικών οργανώσεων και της εκκλησίας και τους αστέγους να ψάχνουν στα σκουπίδια για μια μπουκιά φαΐ, να συγκλονίζουν.
Η ιστορία του Κλέφτη των Ποδηλάτων ενέπνευσε και το σενάριο για την ομώνυμη ταινία (Ladri di bicicletti) το 1948, σε σκηνοθεσία του Βιτόριο Ντε Σίκα.
Η κλοπή του ποδηλάτου του ήρωα της ιστορίας, δίνει αφορμή για ένα υπέροχο road trip στην Ρώμη του 1944. Ένας φτωχός καλλιτέχνης χάνει από τα χέρια επιτήδειων, το ποδήλατό του. Κι ενώ κάθε άλλος άνθρωπος, απλά θα δεχόταν το γεγονός, ο ήρωάς μας δεν το βάζει κάτω και εξαπολύει «ανθρωποκυνηγητό» προκειμένου να βρει τον/τους κλέφτες και κατά συνέπεια το ποδήλατό του. Χρησιμοποιώντας ένα δεύτερο ποδήλατο που διαθέτει, υποδεέστερο του πρώτου, ο φτωχοδιάβολος της ιστορίας μας, περιδιαβαίνει κάθε μέρα τους δρόμους και τα καντούνια της Αιώνιας Πόλης, προκειμένου να εντοπίσει το αντικείμενο του πόθου του. Στην μικρή αυτή Οδύσσεια, έρχεται αντιμέτωπος με τον μικρόκοσμο των κλεφτών και των απατεώνων. Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει με μαεστρία το γαϊτανάκι της κουλτούρας που υποβόσκει στα περιθώρια της μεταπολεμικής ρωμαϊκής κοινωνίας.
Παράλληλα με τα κοινωνικά δρόμενα, παρακολουθούμε και τις εξελίξεις στην πολιτική σκηνή της εποχής. Κι ενώ η Ρώμη ολόκληρη παλεύει με νύχια και με δόντια να αποτινάξει από πάνω της τον φασισμό, οι παλαιοί και πλέον κρυφοί φασίστες εξαπολύουν τα πυρά και τις κατηγόριες τους, σε άτομα αθώα και άσχετα με τον οχετό του φασισμού.
Όλη η ιστορία είναι δοσμένη αφηγηματικά. Διάλογο δεν συναντάμε πουθενά. Ακόμα κι οι κουβέντες του ήρωά μας με τους κλέφτες και τους κλεφταποδόχους και τους λοιπούς συνδαιτημόνες του κλάδου των μικροαπατεώνων, είναι δοσμένοι ως κομμάτι της αφήγησης του ιδίου. Μάλιστα, τώρα που γράφω την άποψή μου συνειδητοποίησα το εξής: Δεν γνωρίζουμε καν το όνομα του μοναδικού ήρωα της ιστορίας. Είναι σα να καθίσαμε απλά σε έναν καφενέ της Ρώμης και πιάσαμε κουβέντα με έναν άγνωστο. Και κουβέντα στην κουβέντα, ο άγνωστος έπιασε να μας διηγείται την ιστορία του χαμένου του ποδηλάτου. Η διήγησή του παραπαίει μεταξύ χιούμορ και θυμού, θυμού και χιούμορ. Βασικά ακόμα και τις στιγμές που βγάζει την χολή της ψυχής του, το κάνει με μια ελαφριά επικάλυψη χιούμορ. Δεν κουράζει ούτε λεπτό. Δεν το βαριέσαι. Ο Μπαρτολίνι με την πένα του μας χαρίζει μια μαγευτική ξενάγηση στους λιθοστρωμένους δρόμους της Ρώμης και μας γνωρίζει φυσιογνωμίες, εικόνες και γεγονότα τόσο διαχρονικά που εντυπωσιάζουν.
Το βιβλίο για μένα ήταν ένα Α-ΡΙ-ΣΤΟΥ-ΡΓΗ-ΜΑ. Εννοείται ότι θα ψάχνω και την ταινία κι ελπίζω να καταφέρω να την βρω.
Βαθμολογία θα ήταν ιεροσυλία πιστεύω να βάλω. Il cielo è il limite!
Este libro es famoso porque hay una película del Neorealismo Italiano basado en ella, y que casi todo el mundo ha visto, pero que no es tan buena como el libro. Porque Ladri di Biciclette es una historia de un robo y de una búsqueda, pero sobre todo es un mapa del hampa de Roma, y una forma de contar sin dolor las angustias de la postguerra, y claro, es la mejor manera de ser ironico en todo lo que se dice, porque Luigi Bartolini lo que hace es hablar de sus prejuicios bien en una pagina, mal en las dos siguientes, se cambia de bando y comprende a los canallas en un capitulo, pero luego los vuelve a juzgar, y así. Es un paseo en bici por la Roma avara, pobre, mentirosa, prostituta y rebuscadora, de la mitad del siglo XX.
Το πήρα για να το διαβάσω, θεωρώντας ότι ήταν το βιβλίο πίσω από την αριστουργηματική ταινία του De Sica, και στον πρόλογο ο Γκορίτσας μιλάει για την ταινία... και όμως καμία σχέση πέρα από την κλοπή του ποδηλάτου! Παρ'όλα αυτά υπάρχουν οι σκέψεις του ζωγράφου που του έκλεψαν το ποδήλατο και υπάρχει και η Ρώμη του 1944: έχει καταληφθεί από τους συμμάχους και αντιμετωπίζει το φασιστικό της παρελθόν. "Ποτέ μου δεν θέλησα να κερδοσκοπήσω, γιατί θεωρώ πως η ζωή μας είναι ένα σύντομο πέρασμα στη διάρκεια του οποίου δεν αξίζει να κερδοσκοπούμε, μα μόνο να παρατηρούμε: το δε καλύτερο για ένα ποιητή είναι να παρατηρεί και να καθιστά αντικείμενο της ποίησης ακόμα και τις χειρότερες πλευρές της ανθρώπινης ζωής." "Τα σοβαρά ζητήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα στις αίθουσες των δικαστηρίων. Το ανθρώπινο ζήτημα είναι ένα και μοναδικό και πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα στους κόλπους της ανθρωπότητας, όπως γίνεται στη φύση....Η φύση καταδικάζει, αλλά δεν είναι αμείλικτη. Δεν είναι ψυχρός εκτελεστής, σαν τους ανθρώπους δικαστές. Η φύση τιμωρεί, αλλά μόνο για να διορθώσει." "Οι σκέψεις μπορεί να είναι αστροπελέκια, μα οι λέξεις είναι ελέφαντες." "Άλλο όμως πονηριά κι άλλο εξυπνάδα. Η εξυπνάδα έχει ευγένεια, έχει ζεστασιά, είναι αστραπή που φωτίζει τη νύχτα των αισθήσεων, ενώ η πονηριά είναι σαν το χοιρινό λίπος, σαν λιπαντικό λάδι."
This was my first read of 2026, and it turned out to be a quietly powerful experience. I read the Telugu translation by Srinivasa Chakravarthy garu, published by Anil Battula Publications, and the translation feels very natural and emotionally intact. Even though the book is short, it leaves a deep impact.
The story is simple yet emotionally strong, and it gives a clear picture of life in Rome during that time. The POV-style narration makes the reading experience more intimate, as if the narrator is speaking directly to us, which kept me connected throughout.
The final paragraph, especially, stayed with me long after I finished the book. The line, “Some things lost once or twice may be found again, but what is lost the third time may never return. That is life,” feels painfully true and beautifully written. It captures the soul of the book.
I have also heard that the film adaptation has some major changes compared to the book, which makes me even more curious to watch it soon. Overall, this was a short but deeply emotional read. I am grateful to Anil Battula garu for publishing this classic in Telugu and hope to see more such meaningful world literature translated for Telugu readers.
O Bartolini μας μεταφέρει στο 1944 στη μεταπολεμική Ρώμη που προσπαθεί να ορθοποδήσει μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου. Στην ιστορία μας συναντάμε έναν καλλιτέχνη που πέφτει θύμα κλοπής του ποδηλάτου του. Με αφορμή αυτό το γεγονός μεταφερόμαστε στα σοκάκια της Ρώμης που κυριαρχεί η μαύρη αγορά και η κλεψιά.
Η αγωνιώδης αναζήτηση του να βρει το χαμένο πολύτιμο αντικείμενο που έχασε τον κάνει να αναλογιστεί και την θέση των ατόμων που διαπράττουν αυτές τις πράξεις. Επίσης σχολιάζει όλο το πολιτικό κοινωνικό κλίμα της εποχής που έχει χαθεί η φιλαλληλία και επικρατεί το εύκολο κέρδος.
Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό ο συγγραφέας σε αυτό το μικρό σε έκταση βιβλίο μας βάζει να αναλογιστούμε τις συνέπειες που έχει ο πόλεμος σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο. Διαβάζεται απνευστί και ανήκει στα βιβλία που σου μένουν χαραγμένα στο μυαλό για την απλότητα και την αμεσότητα του.
Ο Βερλέν αγαπούσε, ως γνωστόν, τους κλέφτες. Τους αγαπούσε, γιατί τους είχε ζήσει στην φυλακή. Και τους αποκαλούσε "αγαπητούς κλέφτες". Όσο για τους δολοφόνους, αυτούς τους αποκαλούσε "συμπαθείς φονείς". Χάριν ομοιοκαταληξίας, όμως, ή ακόμα και λεξιλαγνείας. Χάριν των εύηχων ποιητικών λέξεων (που καθόλου δεν επηρεάζουν τη γυμνή αλήθεια των πραγμάτων). (σελ. 19)
Κανένας δεν θα ερχόταν στον κόσμο, αν έπρεπε να το επιλέξει, αν είχε από πριν τη γνώση -ή μάλλον επίγνωση -τι περιπέτειες, τι συμφορές και τι πόνους θα πρέπει να περάσει. (σελ. 133)
Luigi Bartolini, Ο κλέφτης των ποδηλάτων
This entire review has been hidden because of spoilers.
A young man in Italy right after WWII has his bicycle stolen. This might not sound tragic to most but in that day and age before there were many cars people used bicycles more. it was wonderful to hear of all the italian places but it got old afterwhile just going around in circles.
Peculiar historia, desarrollada en la Italia de la postguerra, donde se narra el devenir por las calles en busca de una bicicleta robada, que conlleva conocer dos de las actividades más antiguas de la civilización: la prostitución y el robo.
Φαινομενικά πρόκειται για μια ατελείωτη περιπλάνηση στην πόλη της Ρώμης, με αφορμή την εύρεση ενός κλεμμένο ποδηλάτου. Η αφήγηση όμως είναι εξαιρετική και τα όσα κρύβονται πίσω της ενδιαφέροντα, όπως πχ οι αναφορές στον πόλεμο και την κοινωνία.
অসাধারণ একটি লেখা, বিশ্বযুদ্ধ পরবর্তী ইতালি, তার সমাজ ও আর্থ সামাজিক অবস্থা, মানুষের আদর্শ বোধ এবং পরিপার্শিক সব কিছু স্পষ্ট হয়ে উঠেছে এই বইতে, নিও-রিয়েলিজম -এর একটি উদাহরণ হিসেবে অবশ্যই ইল্লেখ করা যায়...