Το μονοπάτι στη θάλασσα .
Ο Αντώνης Σουρούνης βραβεύτηκε το 2007 με το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού ‘’Διαβάζω’’ για το έργο του ‘’Το μονοπάτι στη θάλασσα’’. Ο ίδιος σε συνέντευξη που έδωσε είπε ότι καλύτερο βιβλίο του, θεωρεί ότι είναι το μονοπάτι στην θάλασσα. O ίδιος είχε δηλώσει: "Όλα τα βιβλία μου τα αγαπάω. Αλλά για κανένα δεν είπα: ''τώρα μπορώ να πεθάνω.'' Γι' αυτό μπορώ να το πω."
Το μονοπάτι στη θάλασσα μοιάζει να είναι χρονογράφημα ,χωρίς όμως να έχει μέγεθος χρονογραφήματος .Είναι ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό πλούσιο σε συναισθήματα με άφθονο χιούμορ και με μια υποβόσκουσα λεπτή ειρωνεία. Έχουμε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μιλάει ο μικρός Αντώνης και αφηγείται όσα έζησε από την γέννηση του έως το τέλος του δημοτικού σχολείου,ο λόγος του είναι ,απλός, κοφτός, ξεκάθαρος, απολαυστικός... Παρουσιάζει μια ζωή γεμάτη άγνοια και αθωότητα αλλά και ταυτόχρονα σκληρού ρεαλισμού. Κατάφερε να μετατρέψει σε παραμύθι κάθε πτυχή της ζωής του και να τη μεταφέρει στο χαρτί με έναν τρόπο τόσο συναρπαστικό που σε έκανε να πιστεύεις ότι είχες μπροστά τη γιαγιά σου και να σου αφηγείται αληθινά παραμύθια.
Παρακολουθούμε την ζωή στη γειτονιά του Αντώνη την δεκαετία 40-50.Οταν οι άνδρες της οδού Μουσών έφυγαν για τον πόλεμο του 40 ,ήθελαν όλοι να αφήσουν κάτι πίσω τους, έτσι έσπειραν παιδιά .’’Όταν βγήκαν όλα αυτά τα παιδιά στο δρόμο ,οι άνθρωποι αναρωτιόταν από πού ξεφύτρωσαν. Αυτοί είχαν φυτέψει μερικά δενδράκια και ξαφνικά βρέθηκαν στη μέση ολόκληρου δάσους. Άγνωστου δάσους, με άγνωστα ζώα, μπορεί και επικίνδυνα.’’ Χρησιμοποιεί πολύ όμορφες παρομοιώσεις για παράδειγμα παρομοιάζει την οδό μουσών με το εσωτερικό του ανθρωπινού σώματος , με τα αγγεία του, τις φλέβες και τις αρτηρίες του.’’ Έτσι φανταζόμουν κι εγώ την μουσών. Ήταν και αυτή γεμάτη χρώματα , στενά παρόδους και αδιέξοδα όπως τα μέσα του ανθρώπου .Ανέβαινε κι αυτή την ανηφόρα μεταφέροντας στα σπίτια αυτό που χρειαζόταν ,όπως η μεγάλη φλέβα μεταφέρει αίμα κι όπως ο κολώνας τα κάρβουνα και τα ξύλα’’ Επίσης έξι παρομοιώσεις χρησιμοποιεί για να μας δείξει πόσο πολύ κουραζόταν η Σούλα που δούλευε νύχτα, δεν μπορούσε να χωνέψει το παιδικό του μυαλό πως γινόταν να κουράζεται τόσο πολύ ενώ δούλευε ξάπλα όλη την νύχτα.
Την οδό Μουσών την είπαν κολυμπήθρα γιατί όποιος έμπαινε σε αυτήν τον ξαναβάφτιζαν με παρατσούκλι ανάλογα με το κουσούρι ή το ιδιαίτερο χάρισμα του καθενός. Τον Αντώνη στην αρχή τον φώναζαν ‘’ο κούκος’’ και μετά ‘’ο γιατρός’’. Όλα τα πρόσωπα που αναφέρει είναι αληθινά και όλοι τους είχαν τα παρατσούκλια τους. Ο Τσούπα, ο σπαθάτος, ο πειρατής, η νεκροκεφαλή, ο νεκρός, ο μπλοζόν, ο τσάκα τσάκα , ο κακά, ο αλιάμπρα, ο σερπετός, ο βράκας , ο λεκές ,το βόδι και το χέλι που όλα τα έκλεβε και το είχε φιλοσοφήσει το πράγμα πως όλα κλέβονται εκτός από τα γράμματα και την γυμναστική ,μόνο αυτά δεν μπορείς να κλέψεις γιαυτό και αξίζουν πολύ. Παρατσούκλια είχαν και τα κορίτσια η Αλκμήνη η παστρικιά ,το Σοφάκι το ‘’ολίγον τι’’, και από τα παρατσούκλια δεν γλύτωσαν ούτε και οι δυο οι παπαγιώργηδες, ο χοντρός και ο λιγνός.
Η εκκλησία και η θρησκεία παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή τους. Στην αυλή της εκκλησίας είναι που παίζουν τα παιχνίδια τους ,την καμπάνα την κτυπάνε τα παιδιά ,την εκκλησία είναι που περιμένουν να φάνε κρέας μια φορά τον χρόνο που γιορτάζουν οι ταξιάρχες τους. Δείχνει όμως και να την αμφισβητεί όταν λέει ’’ο θεός τα έκανε όλα μόνος του δεν άφησε να κάνουμε κάτι και εμείς.’’ Ή όταν λεει : ‘’ αν η δουλειά ήταν καλή θα δούλευαν και οι δεσποτάδες’’ και ούτε και για τους παπάδες έχει καλή γνώμη ’’έβλεπε τον χριστό στον σταυρό, αδυνατισμένο ,ταλαιπωρημένο με ένα βρακί μόνο και σκεφτόταν τους παπάδες ,ντυμένους στα χρυσά με μετάξια κρόσσια ,φούντες και στολίδια, γεμάτοι μπιχλιμπίδια και με μια κορώνα στο κεφάλι σαν βασιλιάδες έτοιμοι για την κόλαση και έτοιμοι να σκάσουν από το πάχος .‘’Δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τους παπαγιωργηδες χειρότεροι και από την γιαγιά μου την ψεύτρα είναι , τον λόγο τον έχουν έτοιμο στο στόμα.’’
Όσο για την γιαγιά του ,τι να πούμε για αυτήν την πολύ δυναμική προσωπικότητα; Διαβάζει τα μελλούμενα σε ταψιά με κόπρανα και ρίχνει τα κότσια από τα ζώα και σου λέει αυτά που πέρασες αλλά και αυτά που θα περάσεις ,μέχρι και το πώς θα πεθάνεις έβλεπε ,αλλά δεν σου το έλεγε. Ήταν ξεματιάστρα για ανθρώπους και ζώα ,αλλά ήταν και ξορκίστρα αφού στην σελίδα 257 την βλέπουμε να ρίχνει αλάτι πίσω από την πλάτη του Αρίστου του σπαθάτου για να ξεκουμπιστεί γρήγορα και μετά σκουπίζει όπου είχε πατήσει για να φύγουν οι αμαρτίες του, μην τυχόν και μείνουν στο σπίτι. Επίσης μαθαίνουμε ότι ήταν και ζωόφιλη , σκότωνε τα ζώα όταν γεννιόταν για να μην τυραννιούνται τα ‘’ψοφίμια’’ όπως έλεγε. Εδώ έχουμε μια διαστρεβλωμένη ιδέα για το τι είναι ζωοφιλία.
Ένα άλλο πρόσωπο που του αφιέρωσε πολλές σελίδες ήταν ο θειος του ο Άρης που δεν είχε σχέση με τον πάππου του τον Αριστείδη αλλά με τον Άρη τον θεό του πολέμου. Ήταν ο τσιγκούνης θείος που είχε όλα τα δόντια του χρυσά και σιχαινόταν τον ήλιο ,όποτε τον έβλεπε τον έβριζε επειδή τόσος πλούτος πήγαινε χαμένος έλεγε, θα ήταν καλύτερα αντί να μας ρίχνει τις ακτίνες του, να μας πετάε ι μπαστούνια από χρυσάφι. Ο θειος Άρης μισούσε τα γράμματα γιατί ήταν τα μόνα που δεν μπορούσε να τα αγοράσει με τα χρήματα του. ο Αντώνης αγαπούσε τα γράμματα και θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο καλύτερος μαθητής αν ήθελε αλλά δεν ήθελε για να γλυτώσει από το bulling και το ξύλο των άλλων συμμαθητών του, την αγάπη του για τα γράμματα την βλέπουμε από το πόσο πολύ μιλάει για αυτά και για την δασκάλα του την κυρία φεβρωνί . Ξεκινά να μιλάει γι αυτά από την 46 σελίδα και έως την 50 σελίδα λέει για το πόσο εντύπωση του έκανε ότι το αλφάβητο είχε 24 γράμματα, και για το πως γίνεται με τόσο λίγα γράμματα να έχουν γραφτεί τόσα πολλά βιβλία .Επανέρχεται στο θέμα γράμματα στην σελ 264 και λέει τα εξής: ’’Αλλά τα γράμματα έπρεπε να τα μάθεις μόνος σου ένα ,ένα, πουθενά δεν τα πουλούσαν ,κανένας δε θα πήγαινε σχολείο ,όλοι θα τα αγόραζαν από τον μπακάλη . Έπρεπε να βάλεις τον κωλο σου κάτω για να τα μάθεις ,μας έλεγε η κυρία φεβρωνία , κι όχι μόνο τα είκοσι τέσσερα της αλφαβήτας, αλλά και τις χιλιάδες λέξεις που είναι γραμμένες στα βιβλία ,στις εφημερίδος ,στα ευαγγέλια… Από την οικογένεια του Αντώνη αυτός ήταν ο μόνος που πήγε σχολείο και πήρε απολυτήριο ,όλοι οι υπόλοιποι παρατούσαν το σχολείο και έφευγαν για να γλυτώσουν από τους πολέμους .Για να πάρει αυτό το απολυτήριο τον βλέπουμε να πηγαίνει με τον πατέρα του στο σχολείο στην σελίδα 43 και τελικά να φτάνει στο σχολείο στη σελίδα 559.Βλέπουμε να τον παρασέρνουν οι μνήμες του και οι συνειρμικές σκέψεις του και η μια αφήγηση να φέρνει την επόμενη ,έτσι οι παρενθέσεις που κάνει σε ένα θέμα είναι πολύ μεγάλες .Φαίνεται ότι δεν θέλει να παραλείψει τίποτα, θέλει να δώσει όλες τις μικρές εκείνες λεπτομέρειες που δίνουν το χρώμα ,το άρωμα και το κλίμα της εποχής εκείνης.
Μαθαίνουμε την ιστορία της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης την δεκαετία 1940-1950 για τους μαυραγορίτες ,τους δοσίλογους ,τους χαφιέδες και για τον εμφύλιο .και όλα αυτά μέσα από το φοβερό του χιούμορ ,λέει χαρακτηριστικά :’’Ο μόνος αριστερός που έμεινε στην θέση του ήταν ο αριστερός ψάλτης της εκκλησίας μας κι αυτό επειδή δεν τον μαρτύρησε ο αντικρινός του ο δεξιός!’’ Περιγράφοντας την γειτονιά του μαθαίνουμε για τις ταξικές ��νισότητες της πόλης ,μέχρι την Εγνατία ζούσαν οι πλούσιοι θεσσαλονικείς ,πάνω από την Εγνατία οι φτωχοί δεν είχαν ,ούτε φως ,ούτε νερό ,οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και τα σπίτια κτισμένα με άχυρα και λάσπη ,χωρίς κλειδαριές γιατί δεν υπήρχε τίποτα να τους κλέψουν .Επίσης βλέπουμε πολλά επαγγέλματα που δεν υπάρχουν σήμερα, ο μικροπωλητής ,ψιλικατζής που γυρνούσε με ένα καφάσι μικροπράγματα κρεμασμένο στον λαιμό και πουλούσε την πραμάτεια του στις γειτονιές, ο τροχιστής ,ακονιστής μαχαιριών που γυρνούσε και φώναζε ‘’μαχαίρια, ψαλίδια ,ακονίζω’’,ο γιαουρτζης με τις τσανάκες του και τα γιαούρτια του, ο γαλατάς με τα γκιούμια του και τέλος δεν υπάρχει παιδική εργασία... Επίσης πράγματα που δεν υπάρχουν σήμερα είναι και οι τουαλέτες έξω από το σπίτι ,το χαρτί εφημερίδας που χρησιμοποιούσαν αντί για χαρτί υγείας, το πλύσιμο των δοντιών με αλατόνερο, οι χωμάτινες στάμνες που μετάφεραν το νερό από τις κεντρικές βρύσες κτλ.
Ο συγγραφέας μας μιλαει και για αυτόν,στην αρχή του βιβλίου και η γνώμη του για τον ίδιο του ,τον εαυτό , δεν είναι και τόσο καλή, πίστευε ότι δεν του έκοβε και πολύ. και αυτό γιατί νόμιζε ότι οι καρέκλες και τα τραπέζια που είχαν τέσσερα πόδια ήταν σαν τα σκυλιά και τα γατιά που περπατούσαν και ότι οι πέτρες όταν τις ποτίζεις μεγαλώνουν .επίσης λέει ότι ήταν στην αρχή ψωροπερήφανος και καυχησιάρης γιατί ο πατέρας του νίκησε τους ιταλούς στην πάλη και μετά έγινε ξευτίλας και τον κορόιδευαν όλοι. Στην σελ 241 όμως κάνει καλύτερες σκέψεις για τον εαυτό του και εκεί που μέχρι τότε τον έβλεπε σαν χαζό ,τώρα αρχίζει να πιστεύει ότι έχει μυαλό ,είναι σαν οι τρεις δουλειές που έκανε όντας ακόμη στο δημοτικό να τον ξύπνησαν και να άρχισε να σκέφτεται πιο βαθιά και να κάνει σχέδια για το μέλλον. Γ ια το πώς ο μπαμπάς του θα γίνει από Γιαννάκης- Γιάννης και αυτός από γιος –υιός και για το πως θα ανοίξουν δικό τους μαγαζί.
Ο Σουρουνης έχει πασπαλίσει με αφηγηματική χρυσόσκονη όλη την παιδική του ηλικία σε αυτό το βιβλίο και σε κάνει να θέλεις να ψάξεις μόνος σου να βρεις την οδό μουσών ,το κουλέ καφέ ,το γεντι κουλέ και τον ταξιάρχη και να δεις τι έχει μείνει σήμερα από όλη αυτή τη μαγεία του παρελθόντος .Ένα σπουδαίο βιβλίο από έναν εξαιρετικό συγγραφέα..ανθρώπινος, αληθινός ,συγκινητικός με καταπληκτική αφηγηματική δεινότητα παίρνει ένα απλό συνηθισμένο αντικείμενο, και περιγράφοντάς το, το κάνει να γίνεται καθαρό, αγνό, αστραφτερό… τενεκέδες που γυαλοκοπάν, σωροί από κίτρινα λεμόνια που μοσχοβολούν, κόκκινα γινωμένα καρπούζια που τα γεύεσαι και τρέχουν τα ζουμιά τους από το στόμα σου.Εξαιρετικός!!