Δύο δημοσιογράφοι από την Αγγλία ταξιδεύουν στη Σερβία για να καλύψουν μια ελληνική αρχαιολογική αποστολή. Προορισμός τους, μια παλιά ερειπωμένη ορθόδοξη εκκλησία που σχετίζεται με μια σειρά από θρύλους και περίεργα περιστατικά. Οι ντόπιοι ισχυρίζονται ότι κάθε χρόνο, κατά τη διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου, από την εκκλησία αυτή βγαίνουν οι μυστηριώδεις Βολέγκαροι, οι απεσταλμένοι του Αγίου Βλάσιου, που φέρνουν τον θάνατο και την αναγέννηση. Καθώς οι ήρωες επιχειρούν να ρίξουν φως στην υπόθεση των περίεργων αυτών πλασμάτων, παλιά μυστικά έρχονται στην επιφάνεια, που τους αναγκάζουν να αντιμετωπίσουν το παρελθόν τους και όλα εκείνα που προσπαθούσαν να αποφύγουν μια ολόκληρη ζωή.
Αποκλειστική πώληση και διάθεση: https://volegaroi.wordpress.com/
Ένα βιβλίο, που δεν ξέρω γιατί, ήθελα πολύ να διαβάσω, όμως δεν μπορούσα να το βρω πουθενά. Αναγκάστηκα και το πήρα δεύτερο χέρι (μάλιστα την προηγούμενη έκδοσή του, που δεν κυκλοφορεί πλέον) και μετά ανακάλυψα πως μπορείς να το πάρεις από την ίδια την συγγραφέα... όου, γουέλ. Την επόμενη φορά θα το ψάξω καλύτερα.
Στις 685 σελίδες της έκδοσης του 2013 θα βρει κανείς πολλά πράγματα: Σέρβους, Έλληνες, Άγγλους, υπερφυσικά πλάσματα, ψυχοπαθείς. Δεν θα βρεις όμως, όπως συχνά-πυκνά βλέπουμε, μια περιπετειούλα αποκομμένη από το ιστορικό και κοινωνικό της υπόβαθρο.
Τι θα πει αυτό: πολύ απλά, ο μέσος όρος ενός τέτοιου μυθιστορήματος (ενός περιπετειώδους θρίλερ με μεταφυσικές προεκτάσεις τρόμου) αγαπά να τοποθετεί την πλοκή του σε "εξωτικές" τοποθεσίες. Καλώς, μαζί του κι εγώ. Αλλά αυτές οι τοποθεσίες έχουν παρελθόν. Δεν μπορείς να βάζεις τον ήρωά σου να διατρέχει τα χιονισμένα τοπία πέριξ του Πρίπγιατ και να μην αναφέρεις το θεματάκι του 1986. Δε γίνεται να πας βολτίτσα στην Ταϊλάνδη το 2006 και να μην αναφέρεις το τσουνάμι. Δε γίνεται να μελετάς την ελληνική μαθητιώσα νεολαία του 2017 και να μην αναφέρεις τα fidget spinners.
Ε, αυτά η Μαντέλη δεν τα κάνει. Κι αυτό είναι υπέροχο. Η Σερβία της, έστω από την περιορισμένη οπτική γωνία ενός μικρού χωριού στη μέση του τίποτα, είναι η Σερβία που περίμενα να δω: εκείνη που, το 2013 που διαδραματίζεται το βιβλίο, έχει ακόμη εμφανή τα σημάδια του εμφυλίου, τόσο στο τοπίο της όσο και στις κοινωνικές δομές της και τους χαρακτήρες των ανθρώπων της. Και ταυτόχρονα, είναι μια χώρα που δεν αποτελεί κάποια ξεκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο Γουακάντα: ναι, η αστυνομία κι οι τοπικοί άρχοντες θυμίζουν λίγο το 1950, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν πολύ σύγχρονα πράγματα, όπως η Πανσερβική Ερευνητική Ένωση,που μελετά τα παραφυσικά φαινόμενα. Δε λέω πως είναι έτσι όντως τα πράγματα στη Σερβία σήμερα, γιατί δεν έχω ιδέα πώς είναι. Αλλά το κείμενο με ΠΕΙΘΕΙ πως είναι έτσι τα πράγματα κι αυτό είναι υπέροχο, γιατί κατά βάση μου λέει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας αντιμετωπίζει τους ήρωες και την ιστορία της: με σεβασμό.
Σπάνια πλέον γράφω τόσο μεγάλα σχόλια κάτω από βιβλία αλλά νομίζω πως εδώ αξίζει τον κόπο, έστω και μόνο για να αναφερθεί ο τρόπος με τον οποίο μπλέκονται οι -όπως εγώ τις καταλαβαίνω με τα λίγα που ξέρω- βαθιές γνώσεις της Μαντέλη για την λαογραφία, τις σχέσεις μεταξύ των παλαιών θεών και των Χριστιανικών αγίων κι η χαρακτηριστικά ρεαλιστική ματιά της πάνω στο θέμα. Η "λύση" του μυστηρίου της ύπαρξης και δράσης των Βολέγκαρων, που δίνεται στις τελευταίες 5-10 σελίδες του βιβλίου είναι εξαιρετική, και δίνει σε αυτά τα πλάσματα θέση όχι μόνο την μυθολογία της υπόθεσης, αλλά και στην οικολογία της. Η περιγραφή της αίθουσας και των όσο περιέχει, ενώ δείχνει τυχαία και απλά ατμοσφαιρική έχει οργανικό ρόλο στην κορύφωση του δράματος.
Δεν έχει αδυναμίες λοιπόν, το βιβλίο; Έχει. Οι δύο μεγαλύτερές του είναι οι φλύαροι, διδακτικοί διάλογοι ("νόμιζα ότι...", "αυτά τα λέει η τηλεόραση, στην πραγματικότητα...") και μια τάση να πηγαινοέρχονται πράγματα και άνθρωποι σε βόλτες που ως ένα σημείο με κούρασαν. Αλλά ήταν ένα πολύ ογκώδες βιβλίο που το διάβασα γρήγορα (χοντρικά σε τρεις καθησιές, άσχετα που φαίνεται τόσος πολύ ο χρόνος στον μετρητή του gr), και που άφησα άλλα ογκώδη βιβλία στη μέση για να το τελειώσω. Ίσως να μην είναι για τέσσερα αστέρια, αλλά για τριάμιση, όμως δίνω το τέταρτο με το χέρι στην καρδιά και με την ευχή να μην αργήσει το επόμενο βιβλίο της.
Ένα βιβλίο, που δεν ξέρω γιατί, ήθελα πολύ να διαβάσω, όμως δεν μπορούσα να το βρω πουθενά. Αναγκάστηκα και το πήρα δεύτερο χέρι (μάλιστα την προηγούμενη έκδοσή του, που δεν κυκλοφορεί πλέον) και μετά ανακάλυψα πως μπορείς να το πάρεις από την ίδια την συγγραφέα... όου, γουέλ. Την επόμενη φορά θα το ψάξω καλύτερα.
Στις 685 σελίδες της έκδοσης του 2013 θα βρει κανείς πολλά πράγματα: Σέρβους, Έλληνες, Άγγλους, υπερφυσικά πλάσματα, ψυχοπαθείς. Δεν θα βρεις όμως, όπως συχνά-πυκνά βλέπουμε, μια περιπετειούλα αποκομμένη από το ιστορικό και κοινωνικό της υπόβαθρο.
Τι θα πει αυτό: πολύ απλά, ο μέσος όρος ενός τέτοιου μυθιστορήματος (ενός περιπετειώδους θρίλερ με μεταφυσικές προεκτάσεις τρόμου) αγαπά να τοποθετεί την πλοκή του σε "εξωτικές" τοποθεσίες. Καλώς, μαζί του κι εγώ. Αλλά αυτές οι τοποθεσίες έχουν παρελθόν. Δεν μπορείς να βάζεις τον ήρωά σου να διατρέχει τα χιονισμένα τοπία πέριξ του Πρίπγιατ και να μην αναφέρεις το θεματάκι του 1986. Δε γίνεται να πας βολτίτσα στην Ταϊλάνδη το 2006 και να μην αναφέρεις το τσουνάμι. Δε γίνεται να μελετάς την ελληνική μαθητιώσα νεολαία του 2017 και να μην αναφέρεις τα fidget spinners.
Ε, αυτά η Μαντέλη δεν τα κάνει. Κι αυτό είναι υπέροχο. Η Σερβία της, έστω από την περιορισμένη οπτική γωνία ενός μικρού χωριού στη μέση του τίποτα, είναι η Σερβία που περίμενα να δω: εκείνη που, το 2013 που διαδραματίζεται το βιβλίο, έχει ακόμη εμφανή τα σημάδια του εμφυλίου, τόσο στο τοπίο της όσο και στις κοινωνικές δομές της και τους χαρακτήρες των ανθρώπων της. Και ταυτόχρονα, είναι μια χώρα που δεν αποτελεί κάποια ξεκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο Γουακάντα: ναι, η αστυνομία κι οι τοπικοί άρχοντες θυμίζουν λίγο το 1950, αλλά ταυτόχρονα υπάρχουν πολύ σύγχρονα πράγματα, όπως η Πανσερβική Ερευνητική Ένωση,που μελετά τα παραφυσικά φαινόμενα. Δε λέω πως είναι έτσι όντως τα πράγματα στη Σερβία σήμερα, γιατί δεν έχω ιδέα πώς είναι. Αλλά το κείμενο με ΠΕΙΘΕΙ πως είναι έτσι τα πράγματα κι αυτό είναι υπέροχο, γιατί κατά βάση μου λέει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας αντιμετωπίζει τους ήρωες και την ιστορία της: με σεβασμό.
Σπάνια πλέον γράφω τόσο μεγάλα σχόλια κάτω από βιβλία αλλά νομίζω πως εδώ αξίζει τον κόπο, έστω και μόνο για να αναφερθεί ο τρόπος με τον οποίο μπλέκονται οι -όπως εγώ τις καταλαβαίνω με τα λίγα που ξέρω- βαθιές γνώσεις της Μαντέλη για την λαογραφία, τις σχέσεις μεταξύ των παλαιών θεών και των Χριστιανικών αγίων κι η χαρακτηριστικά ρεαλιστική ματιά της πάνω στο θέμα. Η "λύση" του μυστηρίου της ύπαρξης και δράσης των Βολέγκαρων, που δίνεται στις τελευταίες 5-10 σελίδες του βιβλίου είναι εξαιρετική, και δίνει σε αυτά τα πλάσματα θέση όχι μόνο την μυθολογία της υπόθεσης, αλλά και στην οικολογία της. Η περιγραφή της αίθουσας και των όσο περιέχει, ενώ δείχνει τυχαία και απλά ατμοσφαιρική έχει οργανικό ρόλο στην κορύφωση του δράματος.
Δεν έχει αδυναμίες λοιπόν, το βιβλίο; Έχει. Οι δύο μεγαλύτερές του είναι οι φλύαροι, διδακτικοί διάλογοι ("νόμιζα ότι...", "αυτά τα λέει η τηλεόραση, στην πραγματικότητα...") και μια τάση να πηγαινοέρχονται πράγματα και άνθρωποι σε βόλτες που ως ένα σημείο με κούρασαν. Αλλά ήταν ένα πολύ ογκώδες βιβλίο που το διάβασα γρήγορα (χοντρικά σε τρεις καθησιές, άσχετα που φαίνεται τόσος πολύ ο χρόνος στον μετρητή του gr), και που άφησα άλλα ογκώδη βιβλία στη μέση για να το τελειώσω. Ίσως να μην είναι για τέσσερα αστέρια, αλλά για τριάμιση, όμως δίνω το τέταρτο με το χέρι στην καρδιά και με την ευχή να μην αργήσει το επόμενο βιβλίο της.
( Δεν περιέχει spoilers στην πραγματικότητα, αλλά ίσως η εισαγωγή που προβάλω να είναι παραπάνω περιγραφική από όσο θα έπρεπε )
Οι Βολέγκαροι είναι ένα πρωτότυπο, συναρπαστικό μυθιστόρημα, με έντονη δράση, κινηματογραφική γραφή και φανταστικές προεκτάσεις για το οποίο πληροφορήθηκα σχετικά πρόσφατα, διαβάζοντας δύο συνεντεύξεις της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως του, αρχικά σε ένα φοιτητικό site που ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία του φανταστικού κι έπειτα σε ένα γνωστό εβδομαδιαίο περιοδικό που έχει ως αντικείμενο το ανεξήγητο και τα φαινόμενά του.
Η ιστορία ξεκινάει αρκετά χρόνια πριν τη βασική πλοκή, σε ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό της πρώην Γιουγκοσλαβίας, με έναν ντόπιο άντρα που στέκεται μαζί με τον ανήλικο γιο του έξω από μία σκοτεινή πύλη, το εσωτερικό της οποίας κρύβει, ίσως, τα πιο περίεργα, τρομακτικά και θανατηφόρα πλάσματα που έχει αντικρίσει ποτέ άνθρωπος κι είναι γνωστά με το όνομα Βολέγκαροι. Μπαίνοντας μέσα, ο μυστήριος άντρας δεν φαίνεται να χάνει χρόνο, προσφέροντας σάρκα στα πλάσματα αυτά για να τα καθησυχάσει, ενώ παράλληλα προσπαθεί να μυήσει τον φοβισμένο του γιο στα μυστήρια της σπηλιάς, αρχής γενομένης από τη γνωριμία του παιδιού με τους ανατριχιαστικούς φύλακές της.
Μετά τον σύντομο αυτόν πρόλογο που μας προϊδεάζει για τα όσα θα ακολουθήσουν στις επόμενες σελίδες, μεταφερόμαστε στο 2013, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, σε ένα διαμέρισμα στο βροχερό, ομιχλώδες και παγωμένο Λονδίνο. Εκεί γνωρίζουμε έναν φωτογράφο άγριας ζωής, τον Ντέιαν Γιάνκοβιτς, που μόλις έχει χωρίσει από τη διάσημη γυναίκα του και νιώθει τη ζωή στο διαμέρισμά του πιο βαρετή, ανιαρή και στενάχωρη από ποτέ. Μέχρι που ένα τηλεφώνημα από τον εργοδότη του, που υπό άλλες πιο ευχάριστες συνθήκες θα τον είχε δυσαρεστήσει, τον βγάζει από τη μιζέρια του, στέλνοντάς τον σε μία αρχαιολογική αποστολή στην αρκετά κάτω από το μηδέν, κατά τη περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου, Σερβία, για να φωτογραφήσει μία πρωτοχριστιανική σπηλιά, το εσωτερικό της οποίας κρύβει μία ορθόδοξη εκκλησία που ανακαλύφθηκε σχετικά πρόσφατα και έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον σε μία ελληνική αποστολή. Στην αποστολή αυτή, θα δεχθεί να τον συνοδέψει η συνάδελφός του Λίντα Μίλτον, η οποία έχει εμπειρία από αμφιλεγόμενα θέματα, όπως για παράδειγμα η μαύρη μαγεία, με σκοπό να γράψει ένα άρθρο για τον χώρο που θα επισκεφθούν και θέλοντας να ξεφύγει κι αυτή για λίγο από τη δύσκολη, βαρετή και προβληματική ζωή της.
Φτάνοντας στο χιονισμένο, κρύο, απομακρυσμένο και ορεινό χωριό Βελέσοβο της Σερβίας, οι δύο συνεργάτες θα γνωρίσουν και τα υπόλοιπα μέλη της αποστολής, με επικεφαλής την Ελληνίδα αρχαιολόγο Μαρίνα Νικηφόρου, αλλά και τα σκυθρωπά πρόσωπα των ντόπιων κατοίκων, που τους αποφεύγουν και δείχνουν να σφύζουν από υγεία ανεξαρτήτως ηλικίας, κοιτώντας τους με βλοσυρό και άγριο βλέμμα. Σύντομα θα μεταφερθούν μαζί με τους άλλους της αρχαιολογικής έρευνας στη σπηλιά και στο εσωτερικό της κι εκεί θα εντυπωσιαστούν από τα σύμβολα, τα σκαλίσματα, τις λέξεις σε διάφορες αρχαίες γλώσσες, τα σκοτεινά και άγρια εικονίσματα των αγίων και τα ψηφιδωτά της παλιάς ορθόδοξης εκκλησίας, που σύμφωνα με τη Μαρίνα, είναι πιο παλιά κι από την άφιξη των Σλαβικών λαών στην Ευρώπη, δηλαδή πριν και τον μακρινό 6ο αιώνα μ.Χ.
Όλα τα παραπάνω θα γίνουν η αφορμή για να μάθουμε την ιστορία των δύο βασικών χθόνιων Θεών του Σλαβικού πάνθεον, του Πέρουν, του Θεού δηλαδή που αντιπροσωπεύει το αρσενικό, το φως, τη φωτιά, τον κεραυνό και του Βέλες, του Θεού εκείνου που κυριαρχεί στο σκοτάδι και αντιπροσωπεύει το θηλυκό στοιχείο, τη μουσική και το νερό. Και αφού οι εξιστορήσεις σχετικά με τους αρχαίους και τους τωρινούς Θεούς, τις ομοιότητές τους και τα ασαφή όρια που διαχωρίζουν το καλό με το κακό μάς έχουν κεντρίσει για τα καλά το ενδιαφέρον, ένα εξάκτινο αστέρι, όμοιο με αυτά που υπάρχουν ζωγραφισμένα στις πόρτες των σπιτιών των κατοίκων για να χαρίζουν προστασία, από τα όσα σύμφωνα με προειδοποιήσεις τρομερά διαδραματίζονται εκείνες τις κρύες νύχτες του Χειμώνα στο χωριό, ζωγραφισμένο στο πάτωμα της εκκλησίας, θα προκαλέσει εκ νέου το ενδιαφέρον, αποκαλύπτοντας ένα άνοιγμα και μερικά κακοτράχαλα σκαλοπάτια που οδηγούν σε μία δεύτερη, αυτή τη φορά υπόγεια, πιο σκοτεινή, δυσοίωνη και ανεξερεύνητη, όπως φαίνεται, πανάρχαια σπηλιά. Οι ήρωες θα κλιθούν να την κατέβουν και να βρεθούν μπροστά σε μία δεύτερη πύλη με ένα κερασφόρο κεφάλι στην κορυφή της, που θυμίζει τον Θεό Πάνα ή και τον ίδιο τον διάβολο, η είσοδος της οποίας βρίσκεται κατεστραμμένη. Από την οπτική επαφή με την προαναφερόμενη πύλη, αυτή που θα επηρεαστεί περισσότερο είναι η Λίντα γιατί αυτομάτως θα της θυμίσει την ίδια εκείνη πύλη που έβλεπε συστηματικά στους εφιάλτες της τα προηγούμενα βράδια κι ενώ βρισκόταν ακόμη στην Αγγλία.
Από αυτό το σημείο κι έπειτα και αφού οι ήρωες έχουν βρει ένα μικρό πέρασμα για να ανακαλύψουν τι κρύβει το εσωτερικό της, ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση και οι καταιγιστικές εξελίξεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Το δέος που νιώθουν οι πρωταγωνιστές μπροστά στη νέα τους ανακάλυψη, γρήγορα αντικαθίσταται από ανησυχίες που τους προκαλούν νέα πρόσωπα που άλλοτε εμφανίζονται για να τους βοηθήσουν με τη σπηλιά κι άλλες φορές για να τους απομακρύνουν, απειλώντας τους ακόμη και με όπλο. Η μόνη που φαίνεται να τους πλησιάζει ειλικρινά είναι μία ηλικιωμένη γυναίκα και ένας άντρας που ερευνά χρόνια τη σπηλιά και βρίσκεται στο Βελέσοβο με σκοπό να τους ενημερώσει για τα όσα μυστήρια την αφορούν. Η γριά γυναίκα, που από μόνη της δέχεται να μιλήσει στη Λίντα, η οποία από τη στιγμή που βρέθηκε στον αρχαιολογικό χώρο βλέπει οράματα και ακούει φωνές που δεν θα έπρεπε φυσιολογικά να ακούει, εμφανίζεται κι αυτή με σκοπό να προειδοποιήσει εκείνη και τους συνεργάτες της για τα τρομακτικά πλάσματα που βρίσκονται στα βάθη της υπόγειας σπηλιάς και μπορούν να φέρουν είτε την αναγέννηση σε αυτούς που φροντίζουν να μένουν μακριά, προφυλάσσοντας τους εαυτούς τους με τα κατάλληλα μέτρα και δείχνοντας τους τον απαιτούμενο σεβασμό, είτε το θάνατο σε αυτούς που θα δείξουν άγνοια, θα ακούσουν το ανατριχιαστικό ουρλιαχτό τους και θα βρεθούν τυχαία ή μη στο δρόμο τους.
Παράλληλα όμως, θα γνωρίσουμε και τον αινιγματικό, γοητευτικό φύλακα της σπηλιάς, τον Σρέτσκο Πέτροβιτς, που παρουσιάζεται ευγενικός και διατεθειμένος να απαντήσει σε όλες τις απορίες των ξένων που φιλοξενεί το χωριό του, αλλά που όσο προχωράει η πλοκή θα ανακαλύψουμε ότι κρύβει περισσότερα απ' όσα νομίζαμε, καθιστώντας τον χαρακτήρα του έναν από τους πιο μυστήριους και ενδιαφέροντες που έχω συναντήσει σε λογοτεχνικό βιβλίο. Σημαντικό κομμάτι του βιβλίου είναι και η έννοια της μοίρας και πόσο αυτή είναι προκαθορισμένη να ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο μονοπάτι ή πόσο επηρεάζεται από τις επιλογές και τις αποφάσεις των ανθρώπων. Επίσης, το παρελθόν είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας του μυθιστορήματος, καθώς με σύντομα φλας μπακ ενημερωνόμαστε για περιστατικά που επηρέασαν τις προσωπικότητες και τις ζωές των ηρώων, ενώ παράλληλα καταλαβαίνουμε ότι όσο και να προσπαθούμε να ξεφύγουμε από αυτό, εκείνο θα είναι εκεί να μας υπενθυμίζει την παρουσία και τη δυναμική του.
Τα συναισθήματα που αποκόμισα διαβάζοντας την παραπάνω ιστορία ήταν ποικίλα και έντονα. Ένιωσα ενθουσιασμό μαθαίνοντας πληροφορίες για Θεούς που δεν γνώριζα, για θρησκευτικές ομοιότητες, που αν και είχα κάποια ιδέα, ποτέ μέχρι τότε δεν είχα ενημερωθεί περισσότερο, τρόμο και δέος, όποτε οι πρωταγωνιστές βρίσκονταν μέσα σε μία ή και στις δύο σπηλιές και ακόμη περισσότερο τρόμο στις σκηνές δράσης με τα τρομακτικά και θανατηφόρα πλάσματα του Βελέσοβο, αδρεναλίνη και αγωνία τις στιγμές εκείνες που κάποιος από τους ήρωες ή όλοι μαζί έπρεπε να έρθουν αντιμέτωποι με τους Βολέγκαρους, συμπάθεια και απέχθεια ταυτόχρονα για κάποιο από τα πρόσωπα, εκνευρισμό με τις κινήσεις κάποιων άλλων και νεύρα για τις υπερβολικά ορθολογικές σκέψεις μίας συγκεκριμένης ηρωίδας, που αν και κάποια πράγματα συνέβησαν ακριβώς μπροστά της, προσπαθούσε να απορρίψει το ανεξήγητο της ιστορίας και επίσης, χαρά που φτάνοντας στη τελευταία σελίδα και κλείνοντας το βιβλίο, αισθάνθηκα πλήρης με αυτό που διάβασα. Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στο ρομαντικό κομμάτι, που γίνεται '' ορατό '' και σαφή, μόλις στις τελευταίες σελίδες, κάτι που με ξάφνιασε και χαροποίησε ιδιαίτερα γιατί η πλοκή του βιβλίου είναι τέτοια, που το αντίθετο μάλλον, θα φάνταζε υπερβολικό. Και για να μη παρεξηγηθώ, κι εμένα μ' αρέσει το συναίσθημα, αλλά το να παρακολουθώ ενδεχομένως μία μεγάλη ιστορία αγάπης παράλληλα με τα όσα μυστήρια κι επικίνδυνα συμβαίνουν στις σελίδες του βιβλίου, θα με ξένιζε, ενώ αντίθετα μ' άρεσε που η συγγραφέας αποφάσισε να δώσει χώρο και χρόνο στους πρωταγωνιστές να συνειδητοποιήσουν και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, αν κι εφόσον έχουν αποφύγει τον κίνδυνο, καθιστώντας την ιστορία της πιο αληθοφανή.
Πραγματικά οι Βολέγκαροι είναι ένα από τα πιο άρτια λογοτεχνικά κείμενα που έχω διαβάσει και αισθάνομαι ιδιαίτερα χαρούμενη, αλλά και περήφανη που είναι γραμμένο από εγχώριο συγγραφέα και δη γυναίκα.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Είναι πραγματικά υπέροχο να ανακαλύπτεις νέους συγγραφείς που έχουν να σου δώσουν κάτι πραγματικά ενδιαφέρον να διαβάσεις. Την Ευρυδίκη Μαντέλη και το βιβλίο της Βολέγκαροι το ανακάλυψα τυχαία σε μια επίσκεψή μου σε μεγάλο βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης. Ο τίτλος του βιβλίου μου προκάλεσε το ενδιαφέρον και μόλις διάβασα από πίσω την περίληψη, είχα ήδη αποφασίσει να το πάρω να το διαβάσω. Η υπόθεση του βιβλίου έχει έντονα στοιχεία της βαλκανικής παράδοσης κάτι που προσωπικά με ενδιαφέρει πολύ, μιας και θεωρώ ότι οι λαοί της Βαλκανικής χερσονήσου έχουν πολλά κοινά στοιχεία που για λόγους ηλιθίων εθνικιστικών πολιτικών τείνουμε να αγνοούμε. Ο χώρος που λαμβάνει δράση η ιστορία του βιβλίου είναι ένα Σέρβικο χωριό, αλλά θα μπορούσε άνετα να είναι και το δικό μου χωριό στη Δυτική Μακεδονία. Πραγματικά πολλές από τις παραδόσεις που περιγράφονται στο βιβλίο, υπάρχουν και στο δικό μου χωριό, έστω και με παραλλαγές στα ονόματα. Πέραν των άλλων η Ευριδίκη Μαντέλη αποδεικνύει ότι γνωρίζει καλά αυτό που γράφει και είναι πολλές οι περιπτώσεις που με έμαθε κάτι ενδιαφέρον κατά την ανάγνωση του βιβλίου. Η μαεστρία της όμως ως συγγραφέα είναι η αίσθηση του ρυθμού που έχει. Το βιβλίο είναι 680 σελίδες περίπου αλλά σε κανένα σημείο δεν πλατειάζει ή κουράζει. Απεναντίας όσο προχωράς προς το τέλος του τόσο η δράση γίνεται καταιγιστική και δύσκολα θα μπορέσει κάποιος να το αφήσει πριν φτάσει στο τέλο�� του. Επανερχόμενος στην αρχική δήλωση μου, θέλω να συμπληρώσω ότι είναι μεγάλη μου χαρά που ο χώρος της ελληνικής φανταστικής λογοτεχνίας εμπλουτίστηκε με ένα βιβλίο πολύ καλό, αλλά και με μια εξαιρετικά ταλαντούχα συγγραφέα. Νομίζω δεν θα υπερβάλλω αν πω ότι αυτό το βιβλίο αν είχε κυκλοφορήσει στην Αγγλική θα ήταν ήδη μπεστ σέλερ και πιθανόν να προγραμματιζόταν η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη ή ως σειρά.
Όταν το πρωτοείδα στο ράφι του βιβλιοπωλείου με κίνησε τη περιέργεια ο τίτλος, που παρεπιπτόντως τον τόνιζα λάθος στην αρχή. Διαβάζοντας τη περίληψη πείστηκα να το αγοράσω. Και δεν έκανα λάθος στην αγορά μου. Κατ'αρχήν δεν είναι μια απλή περιπέτεια με τερατάκια που κυνηγούν μια παρέα ανθρώπων. Είναι προσεγμένο και πολύ ψαγμένο λαογραφικά. Η Μαντέλη έχει κάνει πολύ μεγάλη έρευνα και φαίνεται διάσπαρτη μέσα στο βιβλίο. Επίσης οι χαρακτήρες των περισσοτέρων είναι ξεχωριστοί και κάποιοι από αυτούς σου εξάπτουν τα δικά σου συναισθήματα. Ένα πράγμα με χάλασε μόνο. Κάποιοι διάλογοι. Κάπου-κάπου οι διάλογοι ξεφεύγουν λίγο από το ρεαλισμό που αποτυπώνεται στη σκηνή. Παρόλα αυτά είναι μια πολύ καλή περιπέτεια και τη συνιστώ στους φαν του είδους.
Το βιβλίο μου το σύστησε μία φίλη, από την αρχή με τράβηξε ο περίεργος τίτλος του και η περίληψή που διάβασα μου προκάλεσε ενδιαφέρον. Το βιβλίο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν θρίλερ με μεταφυσικές προεκτάσεις και πλούσιο σε λαογραφικά στοιχεία και παρ’ ότι είναι μεγάλο δεν σε κουράζει, κρατάει το ενδιαφέρον σου αμείωτο. Ενώ όμως χτίζεται η ιστορία με όμορφο τρόπο, και περιμένεις να διαβάσεις την εξήγηση του μυστηρίου με αγωνία, το τέλος δεν είναι αντάξιο της διαδρομής! Εξ ου και έχασε το 5ο αστέρι από μένα.
Το μεγαλύτερο υπέρ του βιβλίου είναι η πάρα πολύ προσεγμένη λαογραφία του. Η συγγραφέας έριξε τρελή δουλειά στο να φτιάξει έναν πιστικό κόσμο στην Σερβία, με πλούσιο παρελθόν, μυθολογία, και παραδόσεις.
Το μεγαλύτερο κατά είναι το πόσο άκομψα μας παρουσιάζεται το παραπάνω. Πάνω από το μισό βιβλίο είναι ουσιαστικά ερωταπαντήσεις μεταξύ των χαρακτήρων, που όσο κι αν το περιμένεις κάτι τέτοιο σε μια ιστορία μυστηρίου, υπάρχει μια γραμμή που αν την περάσεις, τότε το ενημερωτικό μετατρέπεται σε σχολαστικό.
Να το θέσω κι έτσι. Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο πως μιλάει κάποιος όταν κάνει διάλεξη σε κάποιο πανεπιστήμιο και πως μιλάει όταν είναι με φίλους σε μια ταβέρνα. Οι περιγραφές και εξηγήσεις που κάνανε οι χαρακτήρες όπου κι αν πηγαίνανε ακούγονταν σαν διαλέξεις αντί για κάτι φυσικό και άτσαλο. Παραήταν προσεγμένες σε σημείο που ήταν λες και αφηγούνταν προετοιμασμένο λόγο. Δηλαδή μουντά, ξερά, επιστημονικά. Και ναι, επιστήμονες και ερευνητές είναι οι χαρακτήρες, αλλά όπως είπα θα έπρεπε να ακούγονται πιο φυσιολογικοί όταν δεν είναι σε εργαστήριο αλλά καταμεσής μιας σπηλιάς, γεμάτη με τέρατα και παγανιστικά σύμβολα.
Αν αυτό δε σας χαλάει, θα την καταβρείτε με τον τεράστιο όγκο πληροφοριών με τον οποίο σας βομβαρδίζει σε κάθε σελίδα η συγγραφέας, λες και έχει βαλθεί να σου πει την θρησκευτική ιστορία του κόσμου με όσες το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες μπορεί. Αυτό συχνά απαιτεί από έναν δεύτερο χαρακτήρα να ρωτάει κάτι χαζό ή λάθος ώστε ο ειδήμονας να τον διορθώσει, κάτι που επίσης το κάνει ενοχλητικό μετά από λίγο. Γίνεται κάτι σαν θεωρίες συνομωσίας που συνεχώς σου λένε «Α η τηλεόραση σου τα δείχνει λάθος, όλα είναι μια σκευωρία, εγώ θα σου πω τι πραγματικά έγινε.» Και ναι, αυτό είναι μέρος της γλύκας τέτοιων ιστοριών, απλά καταντάει να μην είναι μυστήριο αλλά και κατάρριψη όλων όσων ήδη γνωρίζουν οι χαρακτήρες.
Το αν σας αρέσει το βιβλίο εξαρτάται καθαρά στο πόσο βάζετε προτεραιότητα στις λεπτομέρειες παρά στην ιστορία στο σύνολό της. Η ανάπτυξη του κόσμου είναι εκπληκτική, με την πλοκή να είναι αργή, μουντή, και όχι πολύ ενδιαφέρουσα. Οι Βολέγκαροι που είναι και ο τίτλος του βιβλίου δεν είναι τόσο σημαντικοί από μόνοι τους, και στην τελική μπορείς να τους δεις απλά σαν μεταλλαγμένους λύκους. Το πώς αντιδράνε και φέρονται οι υπόλοιποι χαρακτήρες ολόγυρά τους μέσα από δεισιδαιμονίες και θρησκευτικά ταμπού είναι το πραγματικό ζουμί, δηλαδή η μυθολογία που έχει χτιστεί μετά από μια χιλιετία παρεξηγήσεων και συμβολισμών.
Αν σας ενθουσιάζει η ιδέα ενός μυστηρίου όπου κάποιοι γυρεύουνε έναν κλεμμένο πίνακα ζωγραφικής και όλα έχουν να κάνουνε με αυτόν που το ζωγράφισε, αυτόν που τον έκλεψε, κι αυτόν που τον ανέλυσε, τότε ευχαρίστως σας προτείνω το βιβλίο. Αν πάλι θέλετε να δείτε το πώς βρίσκουνε στοιχεία για το που βρίσκεται ο ρημαδιασμένος ο πίνακας, τότε δε θα σας το πρότεινα, γιατί ο καθαυτός πίνακας δεν έχει πολύ σημασία όσο η ιστορία γύρω από αυτόν.