Ένα διήγημα για τον ναυτικό που δεν μπορεί να μείνει μακριά από τη σαγήνη της θάλασσας.
" Έλα, Έλα, να σε πλαγιάσω στους κόρφους μου, να σ’ αναστήσω μ’ ένα μου φίλημα.
Τι κάθεσαι άψυχο ξύλο και βάρυπνο; Δε βαρέθηκες του δάσου τη νάρκη και την άβουλη ζωή; Ντροπή σου!
Έβγα να παλέψης με το κύμα· όρμησε στηθάτο να κουρελιάσης τον άνεμο. Έλα να γίνεις ζήλια της φάλαινας, σύντροφος στο δελφίνι, του γλάρου ανάπαψη, τραγούδι των ναυτών, καύχημα του καπετάνιου σου.
Έλα, χρυσό μου, Έλα!..."