Ο Θεός φαίνεται να έχει εγκαταλείψει τον Παράδεισο. Ένας ολόκληρος κόσμος που κινείται ασταμάτητα σ' ένα δραματικό ναπολιτάνικο παλκοσένικο του περασμένου αιώνα. Οι πρωταγωνιστές πολλοί: άνθρωποι, άγγελοι, δαίμονες, φαντάσματα...
Mυθιστορηματική αναπαράσταση μιας άγνωστης πραγματικότητας του Ελληνισμού της Διασποράς από τη συγγραφέα των βιβλίων Οι κόρες του νερού και Lacryma Christi - Το δάκρυ του Χριστού, το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας, με ηρωίδα την Αμαλία Κορωναίου, η οποία ξεκινάει ένα ταξίδι στη Νάπολη της Ιταλίας σε αναζήτηση της μητέρας της για να καταλήξει στην αυτογνωσία.
Ένας μεγάλος έρωτας, ένα αβάσταχτο μίσος, ένα τραγικό έγκλημα. Mια ιστορία γεμάτη πάθος, όπου μπερδεύονται πραγματικότητα και φαντασία, μνήμη και μύθος, πόθοι και έχθρες, έγκλημα και τιμωρία. Ένα καλειδοσκόπιο χαρακτήρων, ένα μυθιστόρημα που προσεγγίζει τα θέματα της δυσκολίας των σχέσεων, της αναζήτησης ταυτότητας, της νοσταλγίας, του έρωτα, της αλληλεγγύης και του αλτρουισμού μέσα στο χάος των ανθρωπίνων παθών. Πού τελειώνει η ζωή και πού αρχίζει το παραμύθι; Πού τελειώνει το παραμύθι και πού αρχίζει η πραγματικότητα; Τι είναι ο αληθινός έρωτας; Είναι παντοτινός ή έχει ημερομηνία λήξης;
Η Φιλομήλα Λαπατά γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι ο καρπός μιας Μακεδόνισσας κι ενός πολίτη του κόσμου. Σπούδασε δημόσιες σχέσεις και εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα. Παραμένει, όμως, μόνιμη μαθήτρια της ζωής.
Η πολυπλοκότητα των διαπροσωπικών σχέσεων την απασχολεί από πολύ παλιά, και αυτός ο προβληματισμός της αποτυπώνεται στα βιβλία της.
Καθώς αγαπά την ποικιλία, ζει μεταξύ δύο κόσμων: της Ελλάδας και της Ιταλίας.
Τρίτο και τελευταίο βιβλίο της "Τριλογίας της Διασποράς", το "Εις το όνομα της μητρός" έρχεται να ρίξει αυλαία σε μια σειρά που αγαπήθηκε από τον κόσμο, και όχι άδικα, έτσι ακριβώς όπως την άνοιξε. Εντυπωσιακά, με ένταση, πάθη, συναίσθημα, δράση, εικόνες και μνήμες μιας άλλης εποχής, ο σπόρος της οποίας συνέχισε να υπάρχει, να καρπίζει και ν' ανθίζει με το πέρασμα των χρόνων, γιατί έτσι καμωμένοι είμαστε οι άνθρωποι, φτιαγμένοι όχι μόνο από σάρκα και αίμα, αλλά και από αναμνήσεις, όνειρα, ελπίδες, επιθυμίες που μεταλαμπαδεύτηκαν από γενιά σε γενιά.
Για μια ακόμα φορά, στην καρδιά της αφήγησής της, η κυρία Λαπατά έχει το γυναικείο στοιχείο, εκείνο που γεννά, αναθρέφει, δίνει δύναμη, σάρκα και οστά, αλλά που την ίδια στιγμή μπορεί να ισοπεδώσει και να καταστρέψει τα πάντα στο πέρασμά της, άλλες φορές κατ' επιθυμία της και άλλες επειδή απλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Γιατί οι γυναίκες είναι όντα πολύπλοκα και πολυδιάστατα, δεν έχουν μόνο μία όψη ούτε μία μόνο οπτική, και αυτό είναι κάτι που η συγγραφέας, άλλοτε με ευθείς και άλλοτε με πιο πλάγιους τρόπους, φροντίζει να μας το θυμίζει, προκαλώντας παράλληλα τον θαυμασμό μας με τρόπους εξαιρετικά ευφυείς και καλοσχεδιασμένους.
Η ιστορία της αυτή θα έλεγε κανείς πως διαθέτει πολλά στοιχεία αρχαίας τραγωδίας, με όλο το δράμα αυτής να μετουσιώνεται και ν' αποκτά υπόσταση μέσα από τους ήρωές της, που πέφτουν σε ένα τρομερά μεγάλο αμάρτημα, μια ύβρη απέναντι στον Θεό και στον άνθρωπο, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς. Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα, τόσο μονοδιάστατα; Ή μήπως πίσω απ' αυτά που βλέπουμε και κρίνουμε τόσο επιπόλαια πολλές φορές, υπάρχει κάτι μεγαλύτερο, κάτι βαθύτερο, κάτι που ίσως να είναι πάνω και πέρα από εμάς;
Για μια ακόμα φορά, η κυρία Λαπατά, μας ταξιδεύει στον χώρο και στον χρόνο και με λόγο γλαφυρό και σε καμία περίπτωση φλύαρο, γεννά μπροστά στα μάτια μας εικόνες ενός παρελθόντος που μπορεί να ξεχάστηκε αλλά δεν λησμονήθηκε. Ενός παρελθόντος που καθόρισε ένα μέλλον που δεν ήταν πάντοτε εύκολο, αλλά που άξιζε να διαβεί κανείς για να φτάσει στο δικό του παρόν, κυνηγώντας την πολυπόθητη λύτρωση που δεν είναι όμοια για όλους, αλλά εξίσου δυνατή και έντονη, μα πάνω απ' όλα απελευθερωτική, και αν μη τι άλλο κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά σε μια τόσο καλοστημένη δραματουργική πλοκή, που στην πορεία της ένωσε τόσες ζωές, τόσους ανθρώπους, τόσες ιστορίες, σε μια κοινή διαδρομή που είχε τόσα να πει και να διδάξει.
Αν κάτι αγαπώ στην γραφή της κυρίας Λαπατά, είναι ο τρόπος με τον οποίο δίνει έμφαση ακόμα και στις πιο μικρές λεπτομέρειες, σε εκείνες που με μια πρώτη ανάγνωση μπορεί να μην φαντάζουν σημαντικές, αλλά που στην πραγματικότητα προσθέτουν το δικό τους λιθαράκι στην δημιουργία μιας εικόνας, η οποία με τη σειρά της έχει κάτι να πει, μια ιστορία να αφηγηθεί, κάποιον ήρωα να συστήσει, και όσο πιο παραστατικά το κάνει, τόσο πιο εύκολα θα πορευτούμε μαζί του, ίσως και να ταυτιστούμε, μα πάνω απ' όλα θα ταξιδέψουμε από τόπο σε τόπο και από ιστορία σε ιστορία και στην προκειμένη περίπτωση, στην Τεργέστη του 1800, στη Νάπολη και στην Αθήνα του 1850, φτάνοντας μέχρι την Αθήνα των αρχών του 21ου αιώνα την οποία και την αντικρίζουμε πλέον με άλλα μάτια.
Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν το συγκεκριμένο βιβλίο είναι το αγαπημένο μου της σειράς -που μάλλον δεν είναι, όσο περισσότερο το σκέφτομαι-, αλλά αυτό δεν σημαίνει σε καμία των περιπτώσεων πως το θεωρώ πιο αδύναμο σε οποιοδήποτε σημείο του. Το βρίσκω αρκετά διαφορετικό, σε πολλά πράγματα, αλλά αυτό δεν λειτουργεί σε καμία των περιπτώσεων αρνητικά. Αντίθετα, θα έλεγα πως όσο η τριλογία προχωράει, έρχεται όλο και πιο κοντά στο σήμερα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, άρα πλησιάζει περισσότερο τη σύγχρονη αισθητική και λογοτεχνική διάθεση, χωρίς όμως να χάνει την ιστορική αφηγηματική της ταυτότητα, εξισορροπώντας όλα αυτά με μεγάλη μαεστρία που τελικά μας κερδίζει σε όλα τα σημεία.
.... Η τριλογία ολοκληρώνεται με το τρίτο καί τελευταίο βιβλίο,που έχει τον τίτλο ''Εις το όνομα της μητρός''. Θεωρώ πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ιδανικός επίλογος από αυτόν που επέλεξε η συγγραφέας. Ο κύκλος έρχεται να ολοκληρωθεί με τον καλύτερο τρόπο κι όπως αρμόζει. Για μένα είναι το πιο δυνατό από τα τρία βιβλία. Θεωρώ πως εσκεμμένα η συγγραφέας αύξανε την αγωνία καί κλιμακωνόταν όλη η ένταση από βιβλίο σε βιβλίο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τρία βιβλία που διαβάζονται με μία ανάσα καί ικανοποιούν στον μέγιστο βαθμό καί τον/την πιο απαιτητικό/ή αναγνώστη/στρια.
Η γυναικεία παρουσία καί ύπαρξη είναι πιο τραγική από ποτέ. Όλα τα πρόσωπα του βιβλίου μοιάζουν σαν άλλοι τραγικοί πρωταγωνιστές ενός δραματικού έργου,παρόμοιο με των αρχαίων τραγικών. Θα υποπέσουν,ακούσια ή εκούσια,στην διάπραξη της τρομερής ύβρεως με τα ολέθρια αποτελέσματα. Θα νιώσουν την επερχόμενη νέμεση να τους/τις ''σφυροκοπά'' αλύπητα καί μέχρις εσχάτων. Πόσοι/ες θα φανούν δυνατοί/ες καί θα αντέξουν; Ποιοί/ές θα λυγίσουν καί θα αφεθούν αγόγγυστα στην μοίρα τους; Η πολυπόθητη λύτρωση θα έρθει για όλους κι όλες,ή,λίγοι/ες θα είναι οι τυχεροί/ες που θα γευτούν το αγγιγμά της; Να θυμάστε πως κανείς καί καμία δεν θα μείνει απόλυτα αλώβητος/η από αυτήν την συγκυρία...
Όσα ήδη σας έχω αναφέρει για την γραφή της συγγραφέως πολλαπλασιάζονται σε αυτό το βιβλίο. Όπως καί στο προηγούμενο βιβλίο,έτσι καί σε αυτό,στις πρώτες σελίδες θα μπορέσετε να βρείτε έναν κατατοπιστικό κατάλογο με τα ονόματα των προσώπων που θα παρελάσουν μέσα στην υπόθεση του βιβλίου,καθώς καί τους δεσμούς συγγένειας που τους ένωναν. Αυτό θα σας βοηθήσει να έχετε ένα πλάνο καθ'όλη την διάρκεια της ανάγνωσης καί να μην μπερδευτείτε με το ποιος είναι ποιος καί τι ρόλο θα διαδραματίσει η παρουσία του μέσα στην πλοκή. Πιστεύω πως κανένας ήρωας δεν τοποθετήθηκε τυχαία μέσα στην ιστορία. Καθένας καί καθεμία θα επιτελέσει τον δικό του/της σκοπό καί θα βάλει το λιθαράκι του/της για την ομαλή ροή κι τελική έκβαση.
Η συγγραφέας αυτήν την φορά μεταφέρει την πλοκή του βιβλίου μέχρι καί τις μέρες μας,πιο συγκεκριμένα λίγα χρόνια πρίν,το 2005. Η κεντρική ηρωϊδα θα παλέψει με τους προσωπικούς κι όχι δαίμονές της. Θα έρθει αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα. Τα λάθη του παρελθόντος,που παραμένουν κρυμμένα στο σκοτάδι καί αδημονούν να έρθουν στο φώς με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είμαστε,άραγε,ποτέ έτοιμοι/ες να αντιμετωπίσουμε την αλήθεια κατάματα,ή,μας τρομάζει το τι θα μάθουμε; Είμαστε διατεθειμένοι/ες να σηκώσουμε στις πλάτες μας το βάρος από το μέγεθος των αποκαλύψεων;
Ως ένα περίτεχνο χειροποίητο κέντημα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το μυθιστόρημα. Είναι ολοφάνερο πως η συγγραφέας επιθυμεί να μπεί όλο καί πιο βαθειά στις ψυχές των ηρώων της. Τους/τις απογυμνώνει καί σαν αγνά μωρά τους φέρνει ενώπιόν μας. Θα μάθουμε τις σκέψεις,τα πάθη,τους έρωτες,τα μίση,τις διαπροσωπικές σχέσεις με τους οικείους τους,την σχέση τους με τους γονείς τους,τα λάθη καί την ανάγκη τους για συγχώρεση. Θα αναπτύξουμε για όλους συναισθήματα. Κανείς καί καμία δεν θα μας αποτρέψει από το να τους/τις νιώσουμε οικείους.
''Ο Θεός φαίνεται να έχει εγκαταλείψει τον Παράδεισο, και ένας ολόκληρος κόσμος κινείται ασταμάτητα σε ένα δραματικό ναπολιτάνικο παλκοσένικο του 19ου αιώνα. Οι πρωταγωνιστές πολλοί: άνθρωποι, άγγελοι, δαίμονες, φαντάσματα… Η ηρωίδα Αμαλία Χάρβεϊ ξεκινάει ένα ταξίδι στη Νάπολη της Ιταλίας σε αναζήτηση της μητέρας της, για να καταλήξει στην αυτογνωσία. Ένας μεγάλος έρωτας, ένα αβάσταχτο μίσος, ένα τραγικό έγκλημα. Μια ιστορία γεμάτη πάθος, όπου μπερδεύονται πραγματικότητα και φαντασία, μνήμη και μύθος, πόθοι και έχθρες, έγκλημα και τιμωρία. Ένα καλειδοσκόπιο χαρακτήρων, ένα μυθιστόρημα που προσεγγίζει τα θέματα της δυσκολίας των σχέσεων, της αναζήτησης ταυτότητας, της νοσταλγίας, του έρωτα, της αλληλεγγύης και του αλτρουισμού μέσα στο χάος των ανθρώπινων παθών. Πού τελειώνει η ζωή και πού αρχίζει το παραμύθι; Πού τελειώνει το παραμύθι και πού αρχίζει η πραγματικότητα; Τι είναι ο αληθινός έρωτας; Είναι παντοτινός ή έχει ημερομηνία λήξης;''(Περίληψη οπισθοφύλλου)
Κρατώντας καί το τελευταίο βιβλίο της τριλογίας στα χέρια μου,μπορώ να σας πώ με βεβαιότητα,πως πέρα από τις πολλές ιστορικές γνώσεις που έλαβα,πήρα καί σημαντικά μαθήματα γι�� την ζωή μου. Διδάχθηκα την αξία της ανθρωπιάς καί της προσφοράς στον συνάνθρωπο. Γνώρισα την γοητεία του έρωτα καί την πικρή γεύση της απώλειάς του. Ο πόνος με δυνάμωσε καί με έμαθε ότι για να θεωρούμαι ζωντανή,πρέπει να νιώθω. Άν δεν νιώθω τίποτα,είμαι χαμένη. Η αναζήτηση της ταυτότητάς μας καί η διατήρηση στην μνήμη καί στην καρδιά μας του τόπου μας καί εκείνου των προγόνων μας θα καίει πάντα σαν φωτιά καί θα μας ζεσταίνει με θαλπωρή.
Θα μπορούσα να σας μιλάω,όχι ώρες,αλλά μέρες ολόκληρες για την συγκεκριμένη τριλογία,μα κάπου εδώ θα ολοκληρώσω το αφιέρωμά μου σε αυτήν,με την παρότρυνση προς εσάς να σπεύσετε να τα αναζητήσετε καί να τα διαβάσετε. Είναι εξαιρετικά βιβλία. Την τριλογία την κατατάσσω σε μία εκ των πέντε καλυτέρων που έχω διαβάσει μέχρι σήμερα. Η μαγεία τους θα με συντροφεύει,αναμφίβολα,για πολύ καιρό.
Η Φιλομήλα Λαπατά είναι, για μένα, σταθερή αξία. Τα βιβλία της είναι ευκολοδιάβαστα, οι χαρακτήρες της καλοδουλεμένοι και γεμάτοι πάθος, οι ιστορίες τους συναρπαστικές και (κυρίως) απόλυτα πειστικές. Αυτό δε που εκτιμώ ιδιαίτερα, είναι η επιμονή της στην λεπτομέρεια όταν πλάθει το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο τοποθετεί την ιστορία της. Τα κτίρια, οι δρόμοι, η καθημερινότητα και η νυχτερινή ζωή, οι παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα περιγράφονται με σχολαστική προσοχή ως προς την αυθεντικότητα τους. Μέσα απ' τις σελίδες του "Εις το όνομα της μητρός" η Λαπατά μας μεταφέρει στην Νάπολη του 19ου αιώνα, με την αριστοκρατία και την φτωχολογιά της, τα σοκάκια και τα παλάτια της, τις εκκλησίες και τα θέατρα της, την ναπολιτάνικη τοπολαλιά και την περίφημη κουζίνα της. Η ορφανή Αμαλία επιστρέφει σ' αυτή την μαγευτική πόλη που εγκατέλειψε ως παιδί για να εντοπίσει τις ρίζες της, και ν' ανακαλύψει ποιά ήταν επιτέλους η μητέρα που δεν πρόλαβε να γνωρίσει και ποιά οικογενειακά μυστικά κρύβονται πίσω από τη γέννηση της.
Με το μυθιστόρημα «Εις το όνομα της μητρός» από τις Εκδόσεις Καστανιώτη ολοκληρώνεται η τριλογία της συγγραφέως Φιλομήλας Λαπατά. Τριλογία που αποτελείται από τρία αυτόνομα μυθιστορήματα με κοινό όμως θεματικό άξονα, ο οποίος δεν είναι άλλος απ’ τον απόδημο Ελληνισμό. Ξεκινώντας απ’ τις παραδουνάβιες ηγεμονίες στις Κόρες του νερού (1ο βιβλίο), η συγγραφέας συνεχίζει να μας ταξιδεύει στη Σαρδηνία και τη Σικελία μέσα απ’ τις σελίδες του 2ου μυθιστορήματος της σειράς, που έχει τον τίτλο «Lacryma Christi Το δάκρυ του Χριστού», ενώ το ταξίδι στις αποικίες των Ελλήνων της Διασποράς ολοκληρώνεται με το «Εις το όνομα της μητρός» μέσα απ’ το οποίο η κυρία Λαπατά μας ταξιδεύει στην Νάπολη, μία πόλη της Ιταλίας, οι ρίζες της οποίας όμως είναι ελληνικές, αφού ιδρύθηκε κάπου στον 9ο με 8ο αιώνα προ Χριστού από κατοίκους της Κύμης, αρχαίας ελληνικής αποικίας της Νότιας Ιταλίας, με το όνομα Παρθενόπη. Το ταξίδι στη Νάπολη ξεκινά με αφορμή την επιστροφή της Αμαλίας Κορωναίου, τελευταία απόγονο της οικογένειας, η οποία αφήνει πίσω της την Αθήνα και επιστρέφει στη Νάπολη με σκοπό να ξεδιαλύνει το ομιχλώδες παρελθόν της οικογένειας της. Ένα παρελθόν γεμάτο ανομολόγητα πάθη, λάθη κι αμέτρητα μυστικά!Ουσιαστικά, αυτή η επιστροφή δίνει το έναυσμα στη συγγραφέα να ξεδιπλώσει την ιστορία τριών γενεών Ελλήνων της Διασπόρας, που γεννήθηκαν, ενηλικιώθηκαν, αγαπήθηκαν, μίσησαν και γενικότερα έζησαν κατά κύριο λόγο στους δρόμους της Νάπολης! Ο συγγραφικός φακός της κυρίας Λαπατά εστιάζει άλλοτε στην οικογένεια Κορωναίου κι άλλοτε στην οικογένεια της Γιολάντα Μπιμπό, διάσημης θεατρίνας της πόλης, επονομαζόμενη και ως Λελέ. Ξεδιπλώνεται λοιπόν παράλληλα η καθημερινότητα και των δύο οικογενειών μέσα από την παρουσίαση της οποίας, η συγγραφέας δημιουργεί ένα ενδιαφέρον δίπολο που σχετίζεται με την ανατροφή που επιλέγουν να δώσουν οι γονείς στα παιδιά τους, και κατά πόσο τελικά αυτή σε συνδυασμό με τα γονεϊκά και οικογενειακά γενικότερα πρότυπα, επηρεάζουν ή και καθορίζουν πολλές φορές το μέλλον και τις επιλογές των παιδιών. Μέσα απ’ την παρουσίαση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων τρόπων ανατροφής η συγγραφέας καταφέρνει να πυροδοτήσει τη σκέψη του αναγνώστη και να δημιουργήσει μία πληθώρα προβληματισμών που απορρέουν κυρίως απ’ τις αντιθέσεις που διακρίνει κανείς μεταξύ της οικογένειας Κορωναίου και της οικογένειας Μπιμπό. Από τη μία έχουμε την οικογένεια Κορωναίου, όπου ο αναγνώστης συναντά ένα πιο κλασικό πρότυπο, ίσως και αρκετά απαρχαιωμένο για την εποχή μας, όπου τα παιδιά των αριστοκρατικών θα λέγαμε οικογενειών πρέπει να ακολουθούν τόσο ένα συγκεκριμένο ημερήσιο πρόγραμμα δραστηριοτήτων, όσο κι ένα μοτίβο συμπεριφοράς, αυτό του “καθώς πρέπει”, ενώ επιβάλλεται να αποτελέσουν άξιοι συνεχιστές των οικογενειακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, αφού ως απόγονοι θα κληρονομήσουν τόσο το βάρος του ονόματος του, όσο και το βάρος των οικογενειακών επικερδών επιχειρήσεων.
Εις το όνομα της μητρός, από τις εκδόσεις Καστανιώτη (2005) Από την άλλη όμως, έχουμε την οικογένεια Μπιμπό, όπου η Ινκορονάτα, που στα ιταλικά σημαίνει εστεμμένη, κόρη της Λελέ και του Αλμπέρ Μπιμπό μεγαλώνει σε ένα πρωτότυπο και ανοιχτόμυαλο για την εποχή οικογενειακό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον όπου η ευτυχία είναι στάση ζωής και τη συναντάς στα πιο μικρά και απλά πράγματα της καθημερινότητας, παρότι τα πλούτη ρέουν άφθονα και στη ζωή των Μπιμπό. Η Ινκορονάτα λοιπόν, ανατρέφεται με περισσή αγάπη κι ελευθερία, σε ένα σπίτι όπου η αγάπη για την τέχνη πρωταγωνιστεί τόσο μέσα απ’ την αγάπη της μητέρας της για το λυρικό θέατρο, όσο και μέσα απ’ τις βραδινές συναντήσεις που διοργανώνει η Λελέ Μπιμπό στο σπίτι τους, όπου δίνουν το παρόν ζωγράφοι, ποιητές και γενικότερα καλλιτέχνες της πόλης. Αναπόφευκτα, λοιπόν, η αγάπη για την τέχνη του λυρικού θεάτρου θα μεταδοθεί και στην Ινκορονάτα, η οποία θα γίνει ένας ζωντανός θρύλος για την πόλη της Νάπολης λόγω του ανυπέρβλητου ταλέντου της, μα και της ασύγκριτης ομορφιάς της. Τα πρόσωπα των δύο αυτών οικογενειών πρωταγωνιστούν στις σελίδες του βιβλίου, με τη συγγραφέα να εστιάζει κυρίως στη θυελλώδη ερωτική σχέση που καλλιεργείται μεταξύ του Λαέρτη Κορωναίου και της Ινκορονάτα Μπιμπό. Ένας έρωτας απόλυτος και ζηλευτός, έρωτας μεθυστικός που ζαλίζει τον αναγνώστη με την ένταση του! Έρωτας όμως τραγικός που τελικά θα αποδειχτεί καταστροφικός και θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πορεία που θα λάβουν οι ζωές των επόμενων γενεών των δύο αυτών οικογενειών. Ταυτόχρονα, η συγγραφέας πέρα από το να αποδώσει το μεγαλείο του έρωτα και τη σημαντικότητα του για την ανθρώπινη ύπαρξη, καθώς και να απαντήσει ερωτήματα που άμεσα τον αφορούν, εδώ και αιώνες, επιχειρεί να αναβιώσει λεπτομερώς, με αξιοσημείωτη γλαφυρότητα την ζωή των ανθρώπων της Νάπολη, της πόλης των αντιθέσεων, αφού η πλέμπα συμβίωνε αρμονικά με την αριστοκρατία! Η Λαπατά μέσα από την άκρως εικονοπλαστική της γραφή μας δίνει μία πληθώρα πληροφοριών που αφορούν τα κτίρια, τους δρόμους, τις συνήθειες των ανθρώπων, τα ήθη και τα έθιμα τους. Με σχολαστική ακρίβεια και μία πηγαία αυθεντικότητα μας μεταφέρει στη Νάπολη του 19ου αιώνα και μας καθιστά κοινωνούς της καθημερινότητας της αριστοκρατίας, μα και της φτωχολογιάς και μας δίνει την ευκαιρία να περιπλανηθούμε στα σοκάκια της πόλης, στα απαράμιλλου αρχιτεκτονικού κάλους κτίρια, εκκλησίες, επαύλεις, θέατρα, να συγχρωτιστούμε με τους ανθρώπους του δρόμου και να εξοικειωθούμε με την ναπολιτάνικη ντοπιολαλιά! Ακόμη, ένα ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίο και άξιο αναφοράς είναι η στάση και οι πεποιθήσεις της Γιολάντα Μπιμπό απέναντι στην υγεία του σώματος, οι οποίες φαίνεται να είναι επηρεασμένες απ’ τις θεωρίες του Ιπποκράτη. Συγκεκριμένα, η Γιολάντα Μπιμπό πίστευε ακράδαντα και προσπάθησε ταυτόχρονα να το μεταγγίσει και στη σκέψη της κόρης της, της Ινκορονάτα, πως η αποβολή των τοξικών συναισθημάτων και σκέψεων, ο αγώνας για ψυχική ισορροπία και γαλήνη, καθώς κι η εύρεση πάντα της θετική πλευράς όλων των καταστάσεων διατηρούν την υγεία του πνεύματος, και αποτελούν τελικά το μυστικό και για τη διατήρηση της υγείας του σώματος, η οποία βάσει των πεποιθήσεων της ήταν στενά συνυφασμένη με εκείνη της ψυχής! Το «Εις το όνομα της μητρός» λοιπόν είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, όπου ο έρωτας πρωταγωνιστεί. Είναι ένα μυθιστόρημα με αξιομνημόνευτους χαρακτήρες που ζουν τη ζωή τους στο έπακρο, εξού κι οι υπερβολές που διέπουν τον μύθο της συγγραφέως, οι οποίες δικαιολογούνται απόλυτα απ’ τις μυθιστορηματικές της φιγούρες! Είναι ένα μυθιστόρημα μνημόσυνο στους Έλληνες της Διασποράς που θα συγκινήσει και θα που θα συγκινήσει και θα σαγηνεύσει τον αναγνώστη, δίνοντας του την ευκαιρία να ταξιδέψει νοερά στη Νάπολη του 19ου αιώνα.
Το βιβλίο μου άρεσε αρκετά αν και βρήκα την πλοκή λίγο τραβηγμένη..πολύ ωραίες περιγραφές της ζωής της Ναπολης , δουλεμενοι χαρακτήρες, προσεκτική και διαλεγμενη γλώσσα.
Ένα βιβλίο που με ταξίδεψε στην Νάπολη του 19ου αιώνα και στα πολυσύχναστα σοκάκια της. Η ηρωίδα του, η πριμαντόνα Ινκορονάτα Μπιμπό είναι μία δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα της εποχής της, που ο έρωτας καθόρισε τη ζωή της. Ο τρόπος ζωής της σε βάζει σε σκέψεις. Κράτησα πολλά χωρία από τη σκέψη της. Είναι ένα βιβλίο που σε γεμίζει συναισθήματα και σου δημιουργεί εικόνες που θα αργήσεις να ξεχάσεις. Στο μυαλό μου έχει μείνει ως μια όμορφη ταινία.
'Αλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο της κας Λαπατά.Γνώστης της ελληνικής γλώσσας και με μια γραφή που σε καθηλώνει.Πλούσια πλοκή με έρωτες-πάθη-μυστικά που καλύπτουν τρεις γενιές του Ελληνισμού και της Διασποράς κυριαρχώντας συναισθήματα χαράς,λύπης,αγώνα,ελπίδας.Μια ιστορία που θίγει και τις δυσκολίες σχέσεων και την αναζήτηση ταυτότητας και την νοσταλγία του έρωτα.
Και μου άρεσε και δε μου άρεσε. Αν και έχει δυνατό στόρι και πλοκή δεν έπαυε να μου θυμίζει Μαντά αλλά σε πιο λογοτεχνικό και με περισσότερες απαιτήσεις. Με τα μάτια της συγγραφέως ζούμε την Τεργέστη του 1800, τη Νάπολη και την Αθήνα του 1850 περίπου και την Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα. Έρωτες, πάθη και μυστικά που καλύπτουν τρεις γενιές μιας οικογένειας μεταναστών κι επιτυχημένων στον εκάστοτε τόπο τους Ελλήνων. Από τις πιο απολαυστικές σκηνές η εισβολή της πόρνης-ερωμένης στην κηδεία του πρώην εραστή της, ντυμένη στα κόκκινα, κι ύστερα φτύνει κατάμουτρα το νεκρό μπροστά στα μάτια της οικογένειάς του και της καλής κοινωνίας της Νάπολης! Σκηνάρα, όχι αστεία! Από κει και πέρα έχουμε συναισθήματα, χαρές, λύπες, αγώνα ενάντια στην αδικία και τα σχέδια της ζωής, ελπίδες για μια νέα αρχή κι έναν άτυπο ατρειδικό κύκλο.
SPOILERS
Ο Έκτωρ Κορωναίος και η Αλκυόνη Παΐζη παντρεύονται το 1800 στην Τεργέστη. Εκείνος επιφανής κοσμηματοπώλης και προμηθευτής βασιλικών οίκων. Από τα παιδιά τους η Εκάβη αυτοκτονεί από έρωτα (συγκλονιστικές οι σκηνές του τέλους της ζωής της Αλκυόνης που αρνείτα να θάψει την κόρη της, κρατάει τα κόκαλά της κοντά της για να τα χαϊδεύει και να τους μιλάει κι όταν τελικά ο άντρας της τα καίει κρατάει τη στάχτη κοντά της και στο τέλος πικραμένη την τρώει και πεθαίνει! πολή δύναμη, μίσος και απελπισία, ειλικρινά θαύμασα αυτόν τον χαρακτήρα), ο Ιδομενέας εκθηλύνεται και τον διώχνουν από κοντά τους. Ντροπιασμένοι παίρνουν το τρίτο παιδί και φεύγουν για Νάπολη να ξεκινήσουν από την αρχή. Ο Λαέρτης λοιπόν πέφτει στα δίχτυα Ναπολιτάνας κοινής γυναίκας (όχι ακριβώς πόρνης) και ξετρελαίνεται μαζί της. Κι εκείνη μαζί του. Αλλά η κοινωνική ηθική και οι επιταγές της οικογενείας του τους χωρίζουν αλλά εκείνη μένει έγκυος. Κι εκείνος νιώθει παγιδευμένος σε έναν γάμο για τον οποίο αγωνίζεται η γυναίκα του κι εκείνη γεμίζει μίσος που την αρρωσταίνει θανάσιμα. Χρόνια αργότερα όμως η κόρη της κι ο γιος του ερωτεύονται! Και κάνουν και παιδί! Κι όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια η κόρη αυτοκτονεί από ντροπή ενώ ο Λαέρτης βάζει την Καόμρα να τρομάξει τον γιο του αλλά αυτοί τον σκοτώνουν. Κι έτσι η Ιταλίδα του ανακοινώνει ότι σκότωσε τον γιο τους και τον αφήνει να αρρωστήσει από τύψεις και στενοχώρια. Κι η απόγονος αυτής της ιστορίας μας αφηγείται την ιστορία, επιστρέφει στη Νάπολη και έρχεται αντιμέτωπη με την αλήθεια. Το βιβλίο κλείνει με τη φράση: "Ό,τι έγινε, έγινε για λόγους που μονάζχα η ζωή τους γνωρίζει. Δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν. Μπορώ όμως να διαλέξω τον τρόπο που θα το θυμάμαι και θα το τιμάω".Δεν αντιλέγω αλλά έχω μια ρεαλιστική απορία: ο γόνος από δύο αδέρφια κάποια στιγμή δεν αρρωσταίνει; ή ενδέχεται να φέρει άρρωστα παιδιά; Και πώς μπορεί η αφηγήτρια να το δέχεται τόσο αψήφιστα ότι οι γονείς της ήταν και μεταξύ τους αδέλφια; Κατά τα άλλα στρωτή αφήγησ, τοπικοί ιδιωματισμοί, η ιστορία της Τεργέστης, της Νάπολης και της Αθήνας κολλάει μια χαρά με τα γεγονότα του μυθιστορήματος και στις τελευταίες σελίδες υπάρχουν οπτικές αναπαραστάσεις της Νάπολης που συμπληρώνονυ την εικόνα για την εποχή και τον τόπο. Καλογραμμένο και συναισθηματικό.