: ...Έκαστος τότε εφρόντιζε περί της ιδίας σωτηρίας και δεν είχε τον καιρόν ούτε περί άλλων να ερωτά, ούτε περί εαυτού να λαλή. Αλλ' ότε εστηρίξαμεν εις την χείρα την κεφαλήν άνευ του φόβου ρομφαίας σειομένης άνωθέν της, ότε εκαθήσαμεν υπό την σκέπην ξένης θύρας, την οποίαν δεν ήτο φόβος να μαυρίση Τούρκου σκιά, και είδεν έκαστος ημών την λύπην του ζωγραφισμένην εις του γείτονός του την παρουσίαν, τότε ήρχισε να ερωτά και να μανθάνη ο είς του άλλου τα πάθη και να ερευνά περί συγγενών και φίλων απόντων. Ποσάκις απηύθυνα ερωτήσεις κ' εγώ ματαίας! Ποσάκις, αναπολών την τελευταίαν εις το παρεκκλήσιον συνάθροισίν μας, επροσπάθησα ν' ανιχνεύσω την τύχην των αποτελούντων τον κύκλον εκείνον προσώπων. Αλλ' ουδέν εμάνθανα ερωτών. Ενθυμούμην προ πάντων την μικράν Δέσποιναν, και τον τελευταίον περίπατόν μας, και τα πικρά προαισθήματα και τα ήσυχα δάκρυά της, ενόμιζα δε ότι ακούω εισέτι την γλυκείαν παιδικήν φωνήν της: Θα σκοτώσουν τον πατέρα μου, θα τον σκοτώσουν ! Πόσα όμως άλλα ήκουσα τότε σπαραξικάρδια επεισόδια των αιματηρών εν Χίω σελίδων της ελληνικής ιστορίας, πόσας άλλας φοβεράς σκηνάς...