C’est l’histoire d’un va-et-vient (coming and going) incessant entre deux jardins, celui de l’enfance, situé dans le quartier de Callithéa à Athènes, et le jardin du Luxembourg, où le narrateur erre péniblement, soutenu par ses béquilles. (crutches)
La solitude fait peu à peu surgir (emerge) autour de lui tous les héros de son enfance, ceux qui ont réellement fréquenté le Luxembourg.
Comme les romanciers aiment bien envoyer leurs personnages sous terre, dans les égouts ( sewers) ou dans les terriers, l’histoire finira dans les catacombes.
Comme on le devine (guess), le personnage central du roman est la littérature.
Ο Αλεξάκης σε αυτό το βιβλίο, πιο πολύ από ποτέ, επιλέγει την αυτοαναφορικότητα, και μπλέκει το πραγματικό με το φανταστικό όσο ποτέ άλλοτε. Και, νομίζω, είναι από αυτά τα έργα που κάθιστά σαφές στο αναγνωστικό κοινό τι θέλει να γράψει. Είναι ονειροπόλος, λεπτός άνθρωπος, καυστικός και νοσταλγικός την ίδια στιγμή.
Αγαπάει τους ήρωες τις παιδικής του ηλικίας και τους βάζει να εισβάλλουν αναπάντεχα στο παρόν, μέσα από ονειρικές στιγμές. Αγαπάω αυτό που κάνει, το έργο του διατρανώνει, κρυπτικά ίσως, γιατί κάποιος αγαπάει να διαβάζει και να γράφει: πρωτίστως γιατί δεν του αρέσει αυτό που βλέπει γύρω του ή γιατί δεν ξέρει πως να το ερμηνεύσει.
Υπάρχουν άνθρωποι στους οποίους θα μπορούσα να προτείνω τον Αλεξάκη και τούτο το βιβλίο του. Είναι αυτοί που τους αρέσει η υφή των πραγμάτων, η ανάμνησή τους, η θέση τους στην ίδια μας την ζωή και όχι τόσο η αντικειμένική τους αξία σε αυτόν τον κόσμο. Δεν διαβάζουμε για να αποθησαυρίσουμε γνώση αλλά επειδή είναι ένας άλλος κόσμος αυτός των βιβλίων.
Ο μικρός Θεούλης πάντα θα κάνει το θαύμα του: εδώ μπερδευονται αλλοτε γλυκά κι αλλοτε πικρά, ο ντοστογιεφσκι, ο θερβάντες, ο Μικρός ηρωας, ο Γιωργος θαλάσσης, ο Καραγκιόζης, ολοι οι μικροί και οι μεγάλοι ηρωες της ζωης του συγγραφέως, και κάπου εκεί ανάμεσα μπαίνει σφήνα και ο θάνατος, αλλά στο τέλος ολα καλά, κανείς δεν πεθαίνει, ολα ανασταίνονται, ολα παίρνουν αναβολή, μεχρί το επόμενο ατυχημα, μεχρι τον επόμενο θάνατο
(μούρλια, αλλά οχι για να τρελαθείς, γιατί κάτι γίνεται απο την μέση και πέρα και πέφτει ο πυρετός, εξού και το τριαράκι)
Bel exercice de style. Alexakis a voulu faire un pont entre le réel et la fiction. On retrouve parmi ses personnages fictifs; Alice au pays des merveilles, les trois mousquetaires, les personnages de Victor Hugo, etc. Du côté du réel on retrouve un clochard italien, une personne qui fait payer le droit d'accéder aux toilettes, deux soeurs qui tiennent un théâtre de marionnettes et l'auteur même dans le rôle principal.
L'idée de départ est excellente, par contre, le récit d'Alexakis est loin d'être aussi passionnant qu'on pourrait le croire. En fait, il est un peu ennuyeux. C'est un texte bien écrit et pas si mauvais, mais si vous voulez vraiment goûter au talent d'Alexakis, je vous conseil «Le premier mot».
J'ai adoré ce livre toujours entre fiction et réalité, où l'écrivain malicieux, facétieux, drôle, fantasque, la tête remplie de souvenirs, nous emmène en balade dans les allées du magnifique jardin du Luxembourg. Vassilis Alexakis est vraiment un conteur remarquable... Ses nombreux tours, détours et retours m'ont fait aimer cet enfant grec ainsi que son regard plein d'amour sur la France, la « faune » du jardin et les héros romanesques de sa jeunesse.
L'idée de faire intervenir tous ces personnages de la littérature est intéressante, mais le résultat est long, ennuyeux, parfois narcissique et la vision du narrateur sur les femmes plutôt dégoûtante....
Que l'on écrive ce genre de choses passe encore (j'imagine qu'il faut bien s'occuper), mais pourquoi diable les publier..? Outre la vacuité du propos et la totale platitude de l'écriture, ce texte insipide est misogyne de bout en bout.