Το 1937 αρχίζει να μυρίζει μπαρούτι για αυτούς που έχουν αυξημένη την αίσθηση της όσφρησης. Κάποιοι νιώθουν ότι τα χρόνια αυτά δεν είναι απλώς και ευτυχώς μεταπολεμικά. Για εμάς πλέον είναι μεσοπολεμικά.
Διέκρινα 4 πυλώνες στις οποίες στηρίζεται το μυθιστόρημα Περαίας του Βασίλη Μοσκόβη.
Μια παρέα νέων. 16 με 30 χρονών, ... στον αστικό Πειραιά και στον αλήτικο Περαία, ... με ιδανικά, και δίψα για μόρφωση, εμπειρίες, ανέλιξη, ιδεολογία, Τέχνη, ... στην σκιά κάτι ανεξήγητα φοβερού που έρχεται.
Το βιβλίο, το διάβασα (σκόπιμα και μελετημένα), κατά την διάρκεια επαγγελματικής διαμονής στον Πειραιά. Περπατούσα καθημερινά τους δρόμους της Τρούμπας, την Οδό Φίλωνος και την Οδό Νοταρά. Αναπόφευκτες οι συγκρίσεις. Οι τόποι αλλάζουν σαν τους ανθρώπους. Μπορεί να αλλάζουν σωματικά, στο πρόσωπο, αλλά η φυσιογνωμία και η ψυχή παραμένει.
Το βιβλίο είναι μυθιστόρημα, και σε όγκο, αλλά κυρίως στον μύθο και στα πρόσωπα. Ο μύθος είναι εκτεταμένος και πολυεπεισοδιακός και πολυπρόσωπος καθώς προβάλλονται πολλά γεγονότα και διάφοροι χαρακτήρες.
Ο Ιάσονας για ποιο ιδανικό πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο χαμό του; Για κανένα. Αυτή είναι η τραγωδία της γενιάς μου. Δεν μπορούμε να πιστεύουμε σε τίποτε μεγάλο κι οι πιο ζωντανοί από μάς επαναστατούν για να επαναστατήσουν ενάντια στην πλήξη και στην ανία. Για να ξεφύγουν από τις αθλιότητες της καθημερινής ρουτίνας, έστω και με τίμημα το θάνατο. Στο είδος αυτό ανήκουν ο Ιάσονας, ὁ Στέλιος, ὁ Μένης, ὁ Τρίαρχος. Ο Μπούρας κι εγώ, που δεν έχουμε τόλμη και φτερά, προσπαθούμε να παίξουμε ρόλο ηγέτη ανάμεσα στα μυρμήγκια που σέρνονται στην επιφάνεια του πλανήτη, εκείνος υποδουλώνοντας τα κι εγώ ζητώντας να υποδουλωθώ σ᾿ αυτά.
Πολλά πρόσωπα, εντάσσονται σε κάθε κεφάλαιο, χωρίς όμως να διαταράσσεται η ροή. Ο συγγραφέας θέλει να προβάλει κατά κύριο λόγο την γενιά αυτή στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Στην πορεία ο αναγνώστης καταφέρνει να συνδεθεί και να αποκτήσει σύνδεση και έγνοια για τους ήρωες. Χαρακτήρες που κινούνται στην Καστέλα, στην Φρεαττύδα και είναι αστοί, αλλά συναντιόνται και με τους συνομήλικους τους στην Τρούμπα και στα μπουρδέλα στα Βούρλα. (Με την ευκαιρία έμαθα ότι στην περιοχή των Βούρλων την δεκαετία του 1870, κατασκευάστηκε ένα τεράστιο κτίριο που κάλυπτε ολόκληρο το οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο αποτέλεσε κρατικό οίκο ανοχής [!] - ένα από τα πιο ωραία κεφάλαια του βιβλίου λαμβάνουν χώρα εκεί). Είναι οι ηλικίες αλλά και είναι και οι καιροί, που τα πάντα φουρτουνιάζουν, τα κύματα μεγαλώνουν, αλλά ακόμη περισσότερο φουντώνει η επιθυμία, η ιδεολογία, η λαχτάρα για ζωή, έρωτα, τέχνη. Και είναι και οι αρρώστιες, και ο θάνατος. Και ο αναγνώστης κλείνει τα μάτια με απελπισία και νιώθει στην τραγικότητα των ηρώων γιατί ξέρει τι έρχεται σύντομα μετά.
Και ο συγγραφέας ξέρει τι έρχεται μετά. Εντέχνως δεν το παίρνει εκεί όμως. Χωρίς να αναφέρει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο απλώνει την φοβερή σκιά του πάνω από την νεολαία του.
Αυτή είναι η τραγωδία της γενιάς μου.
Το βιβλίο βεβαίως γράφτηκε την δεκαετία του 1970 με όλη την απαιτούμενη και χωνεμένη πια εκ των υστέρων γνώση.
Η γραφή του Βασίλη Μοσκόβη είναι όμορφη. Με κατάλληλες διακυμάνσεις και σωστές δόσεις ρεαλισμού, λυρισμού, φιλοσοφίας, αργκό. Δεν τον ήξερα το συγγραφέα, χαίρομαι που τον γνώρισα μέσα από αυτό το βιβλίο, θέλω να διαβάσω και κάτι άλλο από το έργο του.