Για πρώτη φορά στα ελληνικά ολόκληρο το μνημειώδες έργο του κορυφαίου Ιταλού λογοτέχνη.
Με φόντο τη Φεράρα και με επίκεντρο την εβραϊκή κοινότητά της, στην οποία ανήκε, ο μεγάλος συγγραφέας φτιάχνει ένα πανόραμα της Ιταλίας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το μυθιστόρημα αποτελείται από τα ακόλουθα έξι αυτοτελή κείμενα: Εντός των τειχών, Τα χρυσά γυαλιά, Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι, Πίσω από την πόρτα, Ο ερωδιός και Η μυρουδιά του κομμένου χόρτου. Το πρώτο και το τελευταίο από αυτά περιέχουν περισσότερα διηγήματα και προσωπικές μαρτυρίες και εξομολογήσεις. Τα άλλα τέσσερα είναι μυθιστορήματα. Καθένα από αυτά μπορεί να διαβαστεί και χωριστά, αλλά συνδέονται μέσα από γεγονότα και αξέχαστους χαρακτήρες, όπως ο σεβαστός γιατρός του οποίου η ομοφυλοφιλία γίνεται ανεκτή όσο παραμένει κρυφή, ένας επιζών από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου που οι εορτασμοί των γειτόνων για την επιστροφή του σταδιακά καταλήγουν στον εξοστρακισμό, ο Εβραίος αριστοκράτης που χάνει όλα του τα προνόμια, η δασκάλα που εξαιτίας της κομμουνιστικής ιδεολογίας της μπαίνει στο στόχαστρο ακόμα και των δικών της.
Giorgio Bassani was born in Bologna into a prosperous Jewish family of Ferrara, where he spent his childhood with his mother Dora, father Enrico (a doctor), brother Paolo, and sister Jenny. In 1934 he completed his studies at his secondary school, the liceo classico L. Ariosto in Ferrara. Music had been his first great passion and he considered a career as a pianist; however literature soon became the focus of his artistic interests. In 1935 he enrolled in the Faculty of Letters of the University of Bologna. Commuting to lectures by train from Ferrara, he studied under the art historian Roberto Longhi. His ideal of the “free intellectual” was the Liberal historian and philosopher Benedetto Croce. Despite the anti-Semitic race laws which were introduced from 1938, he was able to graduate in 1939, writing a thesis on the nineteenth-century writer, journalist, radical and lexicographer Niccolò Tommaseo. As a Jew in 1939, however, work opportunities were now limited and he became a schoolteacher in the Jewish School of Ferrara in via Vignatagliata. In 1940 his first book, Una città di pianura (“A City of the Plain”), was published under the pseudonym Giacomo Marchi in order to evade the race laws. During this period, along with friends he had made in Ferrara’s intellectual circle, he became a clandestine political activist. His activity in the anti-fascist resistance led to his arrest in May 1943; he was released on 26 July, the day after Benito Mussolini was ousted from power. A little over a week later he married Valeria Sinigallia, whom he had met playing tennis. They moved to Florence for a brief period, living under assumed names, then at the end of the year, to Rome, where he would spend the rest of his life. His first volume of poems, Storie dei poveri amanti e altri versi, appeared in 1944; a second, Te lucis ante, followed in 1947. He edited the literary review Botteghe oscure for Princess Marguerite Caetani from its founding in 1948 until it halted publication in 1960. In 1953 Passeggiata prima di cena appeared and in 1954 Gli ultimi anni di Clelia Trotti. In the same year he became editor of Paragone, a journal founded by Longhi and his wife Anna Banti. Bassani’s writings reached a wider audience in 1956 with the publication of the Premio Strega-winning book of short stories, Cinque storie Ferraresi. As an editorial director of Feltrinelli Bassani was responsible for the posthumous publication in 1958 of Giuseppe Tomasi di Lampedusa's Il Gattopardo, a novel which had been rejected by Elio Vittorini at Mondadori, and also by Einaudi, but which became one of the great successes of post-war Italian literature. Bassani’s enthusiastic editing of the text, following instructions from Elena Croce (daughter of Benedetto) who had offered him the manuscript, later became controversial however; recent editions have been published which follow the manuscript more closely. Also in 1958 Bassani’s novel Gli occhiali d’oro was published, an examination, in part, of the marginalisation of Jews and homosexuals. Together with stories from Cinque storie ferraresi (reworked and under the new title Dentro le mura (1973)) it was to be form part of a series of works known collectively as Il romanzo di Ferrara which explored the town, with its Christian and Jewish elements, its perspectives and its landscapes. The series also includes: Il giardino dei Finzi-Contini (1962, Premio Viareggio prizewiner); Dietro la porta (1964); L'airone (1968) and L'odore del fieno (1972). These works realistically document the Italian Jewish community under Fascism in a style that manifests the difficulties of searching for truth in the meanderings of memory and moral conscience. In 1960 one of his novels was adapted as the film Long Night in 1943. Bassani died in 2000, and was buried in the Jewish Cemetery in Ferrara. He was survived by his estranged wife Valeria and their two children.
Ο Μπασάνι έχει γίνει πλέον κλασικός… έτσι γίνεται… πεθαίνεις… περνάνε λίγα χρόνια και γίνεσαι κλασικός… Είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ολοκληρωμένο το μυθιστόρημα της Φερράρας στο ελληνικό κοινό. Πολύ ωραία εκδοτική κίνηση από τον Gutenberg αλλά αυτή η βιβλιοδεσία με δυσκολεύει, είναι και τα γράμματα κούτσικα, η ανάγνωση δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα. Ολίγον άθλος, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το όλο εγχείρημα για την αφεντιά μου. Έκανα ένα βασικό λάθος… δεν έψαξα να βρω τίποτα για τον Μπασάνι ή για το βιβλίο του πριν τον διαβάσω. Νόμιζα πως θα διαβάσω ένα opus magnum με κεντρικό ήρωα την πόλη της Φερράρας όπου εκεί θα ζούσαν όλοι οι ήρωες βγάζοντας το άχτι τους. Αμ δε! Και αυτό ήταν στην αρχή που με μπέρδεψε… με μπέρδεψε δηλαδή τόσο πολύ που αυτό δεν ήταν βιβλίο ήταν ο μίτος της Αριάδνης. Βασικά πρόκειται για έξι διαφορετικά βιβλία που το μόνο κοινό που έχουν είναι η πόλη της Φερράρας και κάνα δυο ήρωες που για ελάχιστες σειρές μπορεί να τους δείτε να σουλατσάρουν από το ένα βιβλίο στο άλλο. Όταν το κατάλαβα ήταν λίγο αργά, βαριόμουν οικτρά να τα ξαναπάρω από την αρχή. Υπήρχαν βιβλία που μου άρεσαν και άλλα που βαρέθηκα… Λίγα λόγια για το καθένα… Πρώτο βιβλίο {εντός των τειχών}: Βασικά είναι διηγήματα… αλλά αυτό πουθενά δεν το έλεγε, τουλάχιστον στην αρχή. Κι εγώ δεν είχα τη θεία επιφοίτηση για να καταλάβω εξ αρχής πως επρόκειτο για διηγήματα… κι από κάποια στιγμή κι έπειτα το ‘χασα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως ξεπηδούσαν στα κεφάλαια άσχετοι ήρωες, που πήγαν οι προηγούμενοι τι έγιναν, οπότε, στο πρώτο βιβλίο επικράτησε ένα χάος. Σαφώς εάν γνώριζα από την αρχή πως μιλάμε για διηγήματα, θα τα διάβαζα με άλλη λογική, όμως επικράτησε η λογική του χάους (λάθος μου, λάθος τους), πάντως δεν ξαναγύρισα από την αρχή. Βιβλίο 1 από μένα, χαμένο για χαμένο. Δεύτερο βιβλίο {τα χρυσά γυαλιά}: Ένας σεβάσμιος Ωριλάς εμφανίζεται στη μικρή πόλη της Φερράρας. Ευπόλυπτος, εργένης, κύριος… μέχρι που το κρυφό του πάθος βγαίνει στην επιφάνεια και… Μου άρεσε πολύ, οπότε από το σημείο αυτό και ύστερα διαβάζω τον Μπασάνι με πολύ ενδιαφέρον. Τρίτο βιβλίο {Ο κήπος των Φίντζι – Κοντίνι}: Το πιο διάσημο βιβλίο του μυθιστορήματος, έχει γυριστεί και σε ταινία. Ο νεανικός έρωτας του συγγραφέα (?) με την αδελφή του φίλου του. Εφηβικές ανησυχίες κι ανομολόγητα αμαρτήματα. Δικαιολογημένα, το πιο διάσημο από τα έξι βιβλία. 12 points. Τέταρτο βιβλίο {Πίσω από την πόρτα}: Ένας νέος μαθητής έρχεται στην τάξη και διασαλεύει την τάξη. Γίνεται κολιτσίδα με τον πρωταγωνιστή αφήνοντας πίσω του μία άσχημη μυρωδιά… Ενώ πήγαινε όλο καλά, στο τέλος μου άφησε την αίσθηση του ανολοκλήρωτου… what happened? Τι έγιναν οι ήρωες; Πώς κατέληξαν; Όχι, δεν είμαι συγγραφέας για να φανταστώ τη συνέχεια… Πέμπτο βιβλίο {Ο ερωδιός} Όλη αυτή η πνιγηρή ατμόσφαιρα του βάλτου και του κυνηγιού, ιδίως του κυνηγιού με φρίκαρε. Είμαι όφις φιλόζωος, όχι δεν μπορώ τόσο κυνήγι, ακόμα κι από ένα έργο που γράφτηκε στο παρελθόν. Εδώ ο συγγραφέας όχι απλώς μ’ έχασε, άστα να πάνε... Έκτο βιβλίο {η μυρωδιά του κομμένου χόρτου}: Πάλι διηγήματα, πάλι μ’έχασε ο συγγραφέας. Δεν αγαπώ τα διηγήματα, δεν προλαβαίνω να δεθώ με τους ήρωες… Not!
Ήμουν τυχερό γιατί υπήρξε μία εποχή της ζωής μου που κατοικοέδρευα στην Μπολόνια, όστις μεθερμηνευόμενον, ταξίδεψα αρκετές φορές στη Φερράρα κι είχα άποψη της πόλης. Επειδή η πόλη είναι η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, εάν δεν την έχει επισκεφτεί κάποιος, έχει χάσει τη μισή απόλαυση. Είναι ένα «βιωματικό» μυθιστόρημα… έχεις credits ως αναγνώστης εάν έχεις περπατήσει στα μέρη που περιγράφει… βασικά διαβάζεις άλλο βιβλίο. Στα βιβλία όπου ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση (π.χ. Χρυσά Γυαλιά ή ο Κήπος των Φίντζι – Κοντίνι) κερδίζει κατά κράτος. Οι μελετητές λένε πως έχει πάμπολα αυτοβιογραφικά στοιχεία (ποιο είμαι εγώ για να το αμφισβητήσω;), όμως πράγματι σ’αυτά τα βιβλία ο Μπασάνι κατάφερε να με βάλει μέσα στην ιστορία, να μην θέλω ν’αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Ζούσα ό,τι συνέβαινε. Τα βιβλία με την τριτοπρόσωπη αφήγηση, μου φάνηκαν τόσο αποστασιοποιημένα κι αποστειρωμένα που η ανάγνωση πολλές φορές έγινε καταναγκαστική. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης, τόσο κατά την άνοδο του φασισμού όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου και λίγο μετά, δίνει έντονο το «παρών». Τα λάθη της, τα πάθη της, οι φόβοι της, οι συμμαχίες της, το παρελθόν και το μέλλον της… ένα μέλλον γραμμένο σε κάτι πλάκες… Τι να βάλεις σ’ένα βιβλίο που αλλού σε μάγεψε κι αλλού σ’έριξε σ’έναν ύπνο βαθύ;
Αυτή η συλλογή 6 ανεξάρτητων κατά βάση βιβλίων έχει σαν κοινό συνδετικό τους στοιχείο την πόλη, τις γειτονιές, τους δρόμους, τα μαγαζιά, τα σπίτια και τα μνημεία της και φυσικά τους ανθρώπινους χαρακτήρες που της δίνουν ζωή. Το άλλα συνδετικό στοιχείο είναι ότι οι ιστορίες έχουν στο επίκεντρο εβραίους της Φεράρας, όχι σαν μια ξεχωριστή κοινότητα αλλά σαν άτομα, πολίτες της πόλης όσο και ο κάθε άλλος, ενταγμένους στο κοινωνικό σύνολο αλλά με τη σκιά του φασισμού να απλώνεται πάνω στην όλη και να τη στιγματίζει για πάντα.
Σίγουρα είναι μια συλλογή βιβλίων που δεν είναι γραμμένη για να διαβαστεί γρήγορα, θέλει το χρόνο της και αφοσίωση για να βυθιστεί κανείς στην ατμόσφαιρα της πόλης και τους χαρακτήρες των ηρώων τους. Η μετάφραση πιστεύω ότι μεταφέρει όσο το δυνατόν πιο πιστά το ύφος και τον τρόπο γραφής του πρωτοτύπου αφήνοντας πράγματι την αίσθηση ενός κειμένου γραμμένου την εποχή που πραγματεύεται.
, Το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο είναι από μία νουβέλα, ενώ το τρίτο περιέχει διηγήματα. Όλα διαδραματίζονται στη Ferrara. Στο Πίσω από την πόρτα αφηγείται τη μαθητική ζωή στην α' Λυκείου και τις συναισθηματικές σχέσεις των συμμαθητών. Ο αφηγητής πίσω από την πόρτα κρυφακούει τα αρνητικά σχόλια ενός συμμαθητή του. Στον Ερωδιό στην μεταπολεμική Φεράρα (Δεκέμβρης του '47), ο 45χρονος τσιφλικάς Εντγκάρντο Λιμεντάνι ξυπνάει χαράματα για να κυνηγήσει και καθ' όλη τη μέρα αναλώνεται σε υπαρξιακές σκέψεις. Γυρίζοντας στο σπίτι, αποφασίζει να αυτοκτονήσει για να ξεφύγει από την μονότονα επαναλαμβανόμενη ζωή του. Ο αναγνώστης δεν μαθαίνει αν τελικά το κάνει μετά τον αποχαιρετισμό της μητέρας του. Ο ερωδιός σκοτώθηκε χωρίς ουσιαστικό λόγο.... "Χρήμα, μπαγιόκο, ρευστό: όταν είσαι δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους, είναι ξεκάθαρο ότι τα πάντα, ναι τα πάντα, ο φασισμός, ο ναζισμός, ο κομμουνισμός, η θρησκεία, οι οικογενειακές κόντρες ή συμπάθειες, οι αγροτικές διαφορές, τα τραπεζικά δάνεια και τα λοιπά και τα λοιπά, όλα μα όλα γίνονται ξαφνικά άνευ σημασίας."
Επίσης «Ο ερωδιός» ανήκει στα πιο εξομολογητικά και εσωτερικά μέρη του βιβλίου. Ο Λαμεντίνι ο κτηματίας μετά τον πόλεμο αποφασίζει να επιστρέψει στην ενεργό δράση όμως τα ψυχικά του τραύματα θα τον οδηγήσουν σε σκοτεινούς δρόμους.
Τέλος ξεχώρισα το «Πίσω από την πόρτα» που η ιστορία εκτυλίσσεται στο σχολικό περιβάλλον και δείχνει πως διαμορφώνονται οι σχέσεις των ατόμων και μία φήμη που μπορεί να οδηγήσει.
Ο Μπασάνι σε αυτό το πολύπλευρο έργο του δεν ασχολείται με τον πόλεμο αλλά με τα ψυχικά επακόλουθα που έχει. Το άγχος, η προδοσία και η άρνηση δημιουργίας διαπροσωπικών σχέσεων δημιουργεί μία κοινωνία που φοβάται να εμπιστευθεί τον πλησίον. Με τις μοναδικές του περιγραφές τονίζει την μοναξιά και την παραίτηση που έχουν τα πρόσωπα.
Η Φεράρα είναι το σημείο συνάντησης του ανθρώπου με τις πιο σκοτεινές και εσωτερικές πλευρές του.
Παρότι πρόκειται για συλλογή μυθιστορημάτων/ διηγημάτων βρήκα εξαιρετική τη σύνδεση μεταξύ των ατόμων, που τα συναντάμε σε διάφορες περιπτώσεις καθώς και την αίσθηση ότι περιδιάβηκα τους δρόμους και τις συνοικίες της Φεράρας αλλά και ακολούθησα τους χαρακτήρες στην διάρκεια της ζωής τους.
Αν ο πρώτος τόμος ήταν 3,5 ο δεύτερος είναι 2,5 και ερχόμαστε σε ένα ισορροπημένο τριάρι και για τους δύο μαζί.
Τα τρία μέρη του βιβλίου έχουν αντίχτοιχη δομή με του πρώτου, δύο νουβέλες και ένα τελευταίο μέρος με διηγήματα (τα οποία ομολογώ ότι δεν είναι το δυνατό του σημείο).
4. Πίσω από την πόρτα (κατ΄εμέ το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου): Η άφιξη ενός νέρου μαθητή στο σχολείο και η προσκόλλησή του στον πρωταγωνιστή. Στο τέλος, το οποίο ειλικρινά δεν έχει και το πιο δυνατό πιθανό κλείσιμο, αποκαλύπτεται πέραν πάσης αμφιβολίας η ποιότητα του χαρακτήρα του, αλλά ο ήρωάς μας επιλέγει μια αντιμετώπιση του στυλ "ε, τι να κάνουμε τώρα". Ωστόσο, είναι μακράν το πιο ευχάριστο και χαριτωμένο σε όλον τον τόμο…
5. Ο ερωδιός Μια περιέργη ιστορία που ξεκινάει με έξοδο από το σπίτι, κυνήγι (όπου καταπλακώνεσαι ψυχολογικά όταν αρχίζει ο σύντροφος του ήρωα να πετυχαίνει τα πουλιά) και καταλήγει σε μια μη αυτοκτονία. Γενικά, όσο το διαβάζεις, έχεις μια αίσθηση ότι κάποιος σου σφίγγει λίγο την τραχεία και νιώθεις άβολα. Επίσης, άλλο ένα αδύναμο τελείωμα, χωρίς κορυφώσεις, λύσεις ή δράμα. Απλώς ξεφουσκώνει. Δεν το λες κακό, αλλά δεν μπορώ να πω ότι το φχαριστιέσαι κιόλας.
6. Η μυρωδιά του κομμένου χόρτου Μια σειρά διηγημάτων, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή κάτι που να τραβάει την προσοχή. Τα περισσότερα είναι από αδιάφορα έως... αδιάφορα, ενώ συχνά δεν γίνεται τίποτε επί τους ουσίας (ή έστω επί "σκηνής").
Γενική σούμα: Σίγουρα το μυθιστόρημα της φεράρας δεν είναι το άσμα ασμάτων ή το υπερέργο, όπως έχει κατά καιρούς παρουσιαστεί. Είναι καλογρταμμένο (σχεδόν στο σύνολό του), χαριτωμένο και σχετικά φρέσκο παρά τα χρόνια του. Ωστόσο, ιδίως αν διαβαστεί από πριζωμένο (ένεκα hype) αναγνώστη οδηγεί μάλλον με απογοητεύσεις.
Διαβάστε το λοιπόν, αλλά χωρίς μεγάλες προσδοκίες, με ελαφριά καρδιά, και δε θα σας απογοητεύσει (τουλάχιστον όχι πολύ).
Υ.Γ. Φυσικά και οι εκδόσεις Gutenberg έχουν κάνει άλλη μια φορά εξαιρετική δουλειά, ας το αναγνωρίσουμε αυτό