Μου μιλούσε για τη Γη της Επαγγελίας. Δεν ήθελα να φύγω από το νησί μου, όμως τον αγαπούσα πολύ. Έχασα το αγέννητο παιδί μας στα μέσα του ταξιδιού πάνω σε μια άγνωστη θάλασσα. Τον κατηγόρησα για πολλά. Υπήρξα σκληρή και άδικη μαζί του…
Μαζί με άλλους, ακολούθησα τη μοίρα των ανθρώπων μιας φτωχής πατρίδας. Τα άφησα όλα πίσω. Όσα αγάπησα, όσα νοσταλγούσα. Όμως δεν ξέχασα… Δεν ξέχασα ποτέ τα γεμάτα πόνο λόγια του πατέρα και της μάνας. Τα θλιμμένα μάτια όσων αγάπησα. Δεν ξέχασα ποτέ τις στιγμές του αποχαιρετισμού. Οι θύμησες με συντρόφευαν σε κάθε βήμα. Αυτές ήταν η δύναμή μου.
Δεν ζητιάνεψα χάρες. Ανθρωπιά και δουλειά ζητούσα. Να μαζέψω λίγα χρήματα και να γυρίσω πίσω… Δεν ήμουν μόνο εγώ… Μια οικογένεια γίναμε όλοι οι ξενιτεμένοι… Αν τα καταφέραμε; Ίσως. Μπορέσαμε να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, αν μπορείς να το πεις αυτό νίκη. Όμως ξεριζώσαμε από μέσα μας όλη την ξεγνοιασιά, την τρυφερότητα, το σπίτι της μόνης μας πατρίδας.
Τώρα, στα βαθιά γεράματα, γύρισα εδώ που γεννήθηκα, στον τόπο που με ανέστησε. Ψιθυρίζω «Ελλάδα» και τα μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα, καθώς αντικρίζω για στερνή φορά το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας…
"Η Ελλάδα είναι τα παιδικά μου χρόνια. Το καταφύγιό μου, όταν έχω στεναχώριες. Κάθε φορά που επιστρέφω τα χέρια μου ακουμπάνε στον ουρανό και η ψυχή μου τον Θεό. Αυτή είναι η πατρίδα μου."
Τίτλος: Για μια πατρίδα Κι εγώ επιλέγω να σταθώ στην λέξη ''πατρίδα''... Μία λέξη που κουβαλάει πάνω της πολλά παραπάνω από όσα δηλώνει απλά ο ορισμός της... Μία λέξη που μπορεί να ταυτιστεί με εκατομμύρια μέρη,όσα καί οι άνθρωποι που ζουν σε αυτά,τα ονειρεύονται,τα αναπολούν,τα αγαπούν,τα υπερασπίζονται καί τα έχουν ταυτίσει με άλλα πρόσωπα,εμπειρίες ζωής,χαρές καί λύπες. Μία λέξη που η έννοια της οποίας δίνει δύναμη. Γίνεται έμπνευση. Γίνεται κίνητρο καί λάβαρο για επανάσταση κι απελευθέρωση. Άλλωστε,ποιον/α κατατρεγμένο/η δεν θα ακούσεις να λέει πως ονειρεύεται την δική του/της πατρίδα; Έναν τόπο που θα τον νιώσει δικό του/της καί θα μπορέσει να ζήσει αξιοπρεπώς,ελεύθερα καί με ηρεμία όλα όσα επιθυμεί; Κι ας μην το πάμε μακρυά... Ας δούμε λίγο τον τρόπο που εμείς σκεφτόμαστε είτε για την πόλη,το χωριό,ή,το νησί που γεννηθήκαμε καί μεγαλώσαμε κι όλα όσα νιώθουμε για αυτό καί με πόσα ακόμα συναισθήματα,σκέψεις καί εμπειρίες τα έχουμε ταυτίσει. Διότι,αν το καλοσκεφτούμε,το να έχουμε μία πατρίδα συνεπάγεται πως έχουμε μία ''ρίζα'' σαν τα δέντρα καί δεν μεταφερόμαστε με το φύσημα του αέρα σαν άλλα πούπουλα. Καί πόσο σημαντικό είναι για εμάς να νιώθουμε πως ανήκουμε κάπου...
Στην πένα η αγαπημένη των πολλών συγγραφέας Άση Κιούρα μέσα από το νέο προσωπικό της έργο,που αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Έξη σύντομα,θα μιλήσει για το ζήτημα της μετανάστευσης κι όλα όσα έζησαν όσοι/ες αναγκάστηκαν να πάρουν αυτό τον δρόμο για να προσφέρουν ένα καλύτερο αύριο σε εκείνους/ες καί τα παιδιά τους.
"Μου μιλούσε για τη Γη της Επαγγελίας. Δεν ήθελα να φύγω από το νησί μου, όμως τον αγαπούσα πολύ. Έχασα το αγέννητο παιδί μας στα μέσα του ταξιδιού πάνω σε μια άγνωστη θάλασσα. Τον κατηγόρησα για πολλά. Υπήρξα σκληρή και άδικη μαζί του… Μαζί με άλλους, ακολούθησα τη μοίρα των ανθρώπων μιας φτωχής πατρίδας. Τα άφησα όλα πίσω. Όσα αγάπησα, όσα νοσταλγούσα. Όμως δεν ξέχασα… Δεν ξέχασα ποτέ τα γεμάτα πόνο λόγια του πατέρα και της μάνας. Τα θλιμμένα μάτια όσων αγάπησα. Δεν ξέχασα ποτέ τις στιγμές του αποχαιρετισμού. Οι θύμησες με συντρόφευαν σε κάθε βήμα. Αυτές ήταν η δύναμή μου. Δεν ζητιάνεψα χάρες. Ανθρωπιά και δουλειά ζητούσα. Να μαζέψω λίγα χρήματα και να γυρίσω πίσω… Δεν ήμουν μόνο εγώ… Μια οικογένεια γίναμε όλοι οι ξενιτεμένοι… Αν τα καταφέραμε; Ίσως. Μπορέσαμε να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, αν μπορείς να το πεις αυτό νίκη. Όμως ξεριζώσαμε από μέσα μας όλη την ξεγνοιασιά, την τρυφερότητα, το σπίτι της μόνης μας πατρίδας. Τώρα, στα βαθιά γεράματα, γύρισα εδώ που γεννήθηκα, στον τόπο που με ανέστησε. Ψιθυρίζω «Ελλάδα» και τα μάτια μου πλημμυρίζουν δάκρυα, καθώς αντικρίζω για στερνή φορά το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας… Όλα έγιναν για μια πατρίδα…" (Περίληψη οπισθοφύλλου)
Πώς μπορεί να αισθάνεται ένας άνθρωπος που εγκαταλείπει την πατρίδα που έχει γνωρίσει από την αρχή της ζωής του για να βρει μία νέα;
Είναι αλήθεια αυτό που λένε πως οι μετανάστες κουβαλούν την πατρίδα τους μέσα στην ψυχή τους καί την αγαπούν περισσότερο από όλους κι όλες εμάς που παραμένουμε πίσω;
Ποιος/α μπορεί να μιλήσει πιο σωστά για το ζήτημα της μετανάστευσης κι όσα αυτό συνεπάγεται από εκείνη την μερίδα των ανθρώπων που την βίωσαν;
Με δεδομένο πως η συγγραφέας έχει βιώσει η ίδια το τι σημαίνει μετανάστευση,είναι μία εκ των πιο κατάλληλων να μιλήσει για αυτό το θέμα. Οι εμπειρίες της ζωής της την βοηθούν να ρίξει φως σε όλα όσα ίσως να είναι άγνωστα σε πολλούς/ες από εμάς. Με γλώσσα καθαρή,μεστή καί άκρως γλαφυρή η συγγραφέας θα μας μεταφέρει πίσω στα χρόνια της μεγάλης ξενιτιάς. Στις δυσκολίες,στην προκατάληψη των ντόπιων προς τα πρόσωπα των μεταναστών,στον πόνο,αλλά καί στην ελπίδα αυτών των ανθρώπων που η ζωή τους ανάγκασε να πάρουν μία τόσο δύσκολη κι επώδυνη απόφαση. Ένα πολυπρόσωπο κείμενο που χάρη στην αληθοφάνεια των χαρακτήρων των ηρώων καί των ηρωϊδων,την ορθή χρήση των εκφραστικών μέσων,τις ολοζώντανες περιγραφικές εικόνες καί την συνεχόμενη ροή διαβάζεται με το ίδιο ενδιαφέρον από την αρχή έως καί το τέλος,κάνοντάς μας να νιώθουμε ευγνωμοσύνη για όλα όσα έχουμε. Ένα βιβλίο που μου άφησε όμορφες εντυπώσεις που σας προτρέπω να διαβάσετε κι εσείς. Καλή ανάγνωση!
«Για μία πατρίδα» γράφει η Άση Κιούρα, για τον πόνο της ξενιτιάς και για την πατρίδα που έχουν στην καρδιά τους πάντοτε όλοι οι μετανάστες. Για την ακρίβεια οι μετανάστες, όπως μας λέει η συγγραφέας, έχουν πάντοτε δύο πατρίδες, αυτήν που πατάνε και αυτήν που κουβαλάνε μέσα τους…
Η Άση Κιούρα, για πρώτη φορά στη συγγραφική της πορεία, αφήνει τον έρωτα και τις γυναίκες από πρωταγωνιστικό θέμα στα βιβλία της,-χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι αυτά απουσιάζουν παντελώς από το βιβλίο- και μας αφηγείται πολλές διαφορετικές ιστορίες ξενιτιάς των Ελλήνων καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. ΣΧΕΤΙΚΑ
Κριτική: Κορνηλία Τσέβικ-Μπαϊβεριτάν «Τα σπίτια της γιαγιάς… Μάι 2, 2022
Η αφήγησή της επικεντρώνεται στα δύο κύρια μεταναστευτικά ρεύματα που γνώρισε ο ελληνισμός κατά τον περασμένο αιώνα: σε εκείνο της περιόδου 1880-1930 οπότε και πάμπολλοι Έλληνες πέρασαν στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού και σε εκείνο των ετών 1950-1980, οπότε και πολλοί Έλληνες μετανάστευσαν στην, πιο κοντινή, Γερμανία.
“Η δεκαετία του 1920 ήταν ίσως από τις πιο λαμπερές στην ιστορία της Αμερικής. Η Νέα Υόρκη ζούσε σε φρενήρεις ρυθμούς. Ήταν η εποχή της τζαζ, του κινηματογράφου, της υπερβολής και των θαυμάτων. Υπήρχε μία διαφορετική πεποίθηση στους Αμερικανούς. Πίστευαν ότι με τα χρήματα μπορούσαν να αγοράσουν τα πάντα, ότι τα δολάρια έφερναν την ευτυχία“.
“Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, οι Έλληνες στη Γερμανία είχαν βρει τη σειρά τους. Στις πόλεις που ζούσαν πολλοί, είχαν οργανωθεί. Υπήρχαν ελληνικά σχολεία, κοινότητα, εκκλησία, μανάβικα και καφενεία. Οι περισσότεροι εργάτες. Λίγοι ήταν εκείνοι που ξεχώρισαν με τις αποφάσεις, την τόλμη και το τσαγανό τους.”
Για την Αυστραλία ως τόπο μετανάστευσης όπου επίσης κατέφυγαν πολλοί Έλληνες γίνεται μονάχα μία μικρή αναφορά και η συγγραφέας επιλέγει να αναφερθεί με κάθε λεπτομέρεια στη ζωή των μεταναστών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γερμανία. Δηλαδή που ζούσαν, πως περνούσαν τις μέρες τους, με ποιους συναναστρέφονταν, ποιες ήταν οι σχέσεις τους με τους ντόπιους και πως διαχειρίζονταν τη νοσταλγία τους.
Η Άση προέβη στη συγγραφή του συγκεκριμένου πονήματος εξαιτίας της δικής της ιστορίας της ξενιτιάς, την οποία γνώρισε μέσα στη δική της οικογένεια. Το βιβλίο αυτό, επομένως, είναι, ως έναν βαθμό, βιογραφικό, κυρίως για τη ζωή του πατέρα της που μετανάστευσε στη Γερμανία. Μπορεί λοιπόν η ίδια να περιγράψει καλύτερα από τον καθένα την ψυχολογία του μετανάστη, τις δυσκολίες προσαρμογής, την περιφρόνηση που εισέπρατταν πολλές φορές οι μετανάστες από τους ντόπιους και τον πόνο του ξεριζωμού.
Η αφήγηση κινείται κατά κύριο λόγο κατά τα έτη 1912, οπότε και δύο από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου, ο Αχιλλέας και η Ανδρομάχη μεταναστεύουν στις ΗΠΑ από τη Χίο και στις δεκαετίες 1960-1970, οπότε οι δύο έτεροι πρωταγωνιστές, ο Γιάννης και ο Αναστάσης, μεταναστεύουν στη Γερμανία από το Μέτσοβο της Ηπείρου. Κοντά σε αυτούς τους χαρακτήρες, η Άση δημιουργεί ένα μωσαϊκό από πολλούς δευτεραγωνιστές, τις γυναίκες, τα παιδιά, τα εγγόνια των πρωταγωνιστών, αλλά και άλλους μετανάστες, που πλαισιώνουν τους βασικούς χαρακτήρες και κινούν την καλοδουλεμένη πλοκή μέσα από μια αφήγηση ζωντανή, φυσική και άκρως ρεαλιστική και συναισθηματική πολλές φορές.
Εν κατακλείδι, το “Για μία πατρίδα” είναι μέχρι στιγμής, το πιο ψαγμένο και πιο ώριμο έργο της συγγραφέως. Με λίγα λόγια, η αγαπημένη συγγραφέας πολλών αναγνωστριών Άση Κιούρα στην καλύτερη στιγμή της. Αναδημοσίευση από το τετράγωνο
Το Για μια Πατρίδα είναι ένα συναισθηματικά φορτισμένο μυθιστόρημα που εστιάζει στην προσφυγιά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν δύο γενιές οικονομικών μεταναστών. Μέσα από τις ιστορίες των πρωταγωνιστών, Γιάννη και Αναστάση, η συγγραφέας αναδεικνύει την έννοια της πατρίδας, τις ρίζες, την νοσταλγία και την αναγκαστική αλλαγή του τόπου διαμονής. Η γραφή είναι άνετη και ε��κολη, με πλούσιες ψυχογραφικές περιγραφές που κάνουν τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τους ήρωες, παρά το γεγονός ότι δεν έχουμε βιώσει προσωπικά την ξενιτιά. Το βιβλίο με έκανε να σκεφτώ τη δική τους τραυματική εμπειρία και να αναρωτηθώ για τα «λάθη» των χαρακτήρων, οι οποίοι συχνά ήταν θύματα του κοινωνικού συστήματος. Παρά την πληθώρα προσώπων που εμφανίζονται στην ιστορία, όλα ξεδιάλυναν στο τέλος, αφήνοντας μια αίσθηση ολοκλήρωσης και προβληματισμού. Εύκολο στην ανάγνωση, αλλά γεμάτο βάθος και συναισθήματα, το βιβλίο προκαλεί σκέψεις για την ανθρώπινη μοίρα.
«Για μια πατρίδα» είναι το νέο βιβλίο της συγγραφέως Άσης Κιούρα που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΕΞΗ. Βασισμένο σε μία αληθινή ιστορία, μάλιστα.
Η Ελλάδα είναι τα παιδικά μου χρόνια. Το καταφύγιό μου, όταν έχω στεναχώριες. Κάθε φορά που επιστρέφω τα χέρια μου ακουμπάνε στον ουρανό και η ψυχή μου τον Θεό. Αυτή είναι η πατρίδα μου.
Εξάλλου, πατρίδα είναι η γλώσσα που μιλάς στα όνειρά σου. Άνθρωποι που «εξαναγκάστηκαν» σε προσφυγιά. Αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων μιας φτωχής πατρίδας. Ν’ αφήνουν πίσω όσα αγαπούν και νοσταλγούν. Με μόνο σύμμαχό τους τις μνήμες. Για μια δουλειά, για λίγο ανθρωπιά μέχρι να μπορέσουν να γυρίσουν πίσω, στη μόναδική πατρίδα τους.