Μια περιήγηση στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα μέσα από τα μάτια του φιλέλληνα συγγραφέα Γκαστόν Ντεσάν.
Διαβάζοντας τούτο το βιβλίο δεν αμφιβάλλει κανείς ούτε στιγμή για τα φιλελληνικά αισθήματα του συγγραφέα. Ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι διαθέτει οξυδέρκεια, παρατηρητικότητα και κριτικό πνεύμα. Δεν έχει προκαταλήψεις, αλλά δεν κλείνει τα μάτια στις αδυναμίες που αναπόφευκτα ανακαλύπτει. Επιστρατεύει τότε το λεπτό χιούμορ για να περιγράψει τους πρωτευουσιάνους της «καλής κοινωνίας» που μιμούνται χωρίς επιτυχία τα ευρωπαϊκά ήθη ή την τάση για πολιτικολογία, κοινό και αδιαφιλονίκητο γνώρισμα της ράτσας, ή άλλα στοιχεία που ξενίζουν τον Ευρωπαίο. Όμως δεν γίνεται δηκτικός. Υπάρχει μια έμφυτη, θα έλεγε κανείς, καλή προαίρεση, που τον οδηγεί στην κατανόηση και όχι στην κατάκριση ή την περιφρόνηση. Είναι σίγουρος πως ο ελληνισμός έχει μέλλον και πως είναι ικανός να ξεπεράσει τις αδυναμίες του.
Charles Pierre Gaston Napoléon Deschamps (5 January 1861 – 15 May 1931) was a French archaeologist, writer and journalist.
After he joined the École normale supérieure in 1882, Deschamps was appointed a member of the French School at Athens in 1885. He conducted archaeologic excavations in Amorgos, Chios and in Anatolia.
Ο Γκαστόν Ντεσάν (Γάλλος αρχαιολόγος, περιηγητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας) σε μορφή ημερολογιακών καταγραφών μας ταξιδεύει σε μια διαφορετική Ελλάδα μιας άλλης περιόδου, που ακόμα προσπαθούσε να βρει τα πατήματά της, μικρή την περίοδο που στην εξουσία ήταν ο Τρικούπης και γενικότερα επικρατούσε ένας δικομματισμός.
Δεν κάνει αναφορά όμως μόνο στα πολιτικά ζητήματα της περιόδου αλλά και σε πολλά άλλα. Από τα μέρη που περνά π.χ. Αθήνα, Αμοργός, Θεσσαλία κ.α. λόγω των ανασκαφών του, στους ανθρώπους που συναντά από τα πιο ψηλά στρώματα όπως τον βασιλιά και την αυλή του μέχρι τα πιο χαμηλά, τον χωρικό στο πιο απομακρυσμένο χωριό. Τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού και εκδυτικισμού αυτού του μικρού κράτους, το γλωσσικό ζήτημα, τα έθιμα των Ελλήνων, τις συμπεριφορές τους, την δικαιοσύνη, την οικονομία και άλλα.
Εδώ επίσης γίνονται κατανοητές οι ομοιότητες και διαφορές της Ελλάδας και των Ελλήνων του τότε από το σήμερα, από τα τέλη του 19ου αιώνα στην δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.
Είναι ένα καθαρά περιηγητικό βιβλίο, απλό, με καλοπροαίρετη κριτική και χωρίς μισελληνισμό. Ένα βιβλίο που μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά με το παρελθόν μας. Αν θέλετε να διαβάσετε κάτι που θα σας ταξιδέψει σε μια άλλη Ελλάδα μιας άλλης εποχής τότε το βιβλίο αυτό είναι από τα πιο κατάλληλα.
Ένα γοητευτικό οδοιπορικό στη χώρα μας εν έτει 1886 γράφει ο Γάλλος αρχαιολόγος και ιστοριοδίφης Γκαστόν Ντεσάν και εκδίδει το Μεταίχμιο στη γλώσσα μας. Το έργο αυτό πρωτοεκδόθηκε στα 1892 και παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για τον Έλληνα ιστορικό και μη, ο οποίος θέλει να γνωρίσει από πρώτο χέρι και με εξαιρετικά παραστατικό τρόπο τη ζωή στον τόπο μας την εποχή της διακυβέρνησης του μεγάλου εκσυγχρονιστή πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη.
Ο Ντεσάν εκφράζεται θετικά για τον ευρωπαϊστή πολιτικό, χωρίς να κατηγορεί πάντως και τον μεγάλο αντίπαλό του, τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Ο Ντεσάν προβαίνει πολλάκις σε συγκρίσεις και αναφορές των δύο Γάλλων “προκατόχων” του σε ό,τι αφορά τον τομέα του οδοιπορικού, δηλαδή του Αμπού και τον Σατωβριάνδο. Ο μεν πρώτος περιηγήθηκε τη χώρα μας την εποχή της βασιλείας του Όθωνα, ενώ ο δεύτερος πέρασε από τη χώρα μας αρκετά πιο παλιά, όσο αυτή βρισκόταν υπό τουρκική κατοχή, συγκεκριμένα το 1806. Ο Ντεσάν δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί συνεχιστής των δύο προαναφερθέντων Γάλλων ταξιδιωτών. Αξίζει δε να αναφερθεί για όποιον ενδιαφέρεται ότι και τα δύο προαναφερθέντα έργα έχουν μεταφραστεί στην ελληνική και κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ Κάμπεργουελ Μπιούτι [για την υπέροχη Mary του Vladimir Nabokov] Εκθαμβωτικό και διορατικό, το τέταρτο μυθιστόρημα της σειράς «Γκίλιαντ» το: Τζακ της Marilynne Robinson
Η ματιά ενός ξένου στον χαρακτήρα των Ελλήνων και στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας είναι πάντοτε πιο αντικειμενική. Ο Ντεσάν περιγράφει με κάποια αποστασιοποίηση τα τεκταινόμενα στη χώρα μας, χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς-αυτούς τους κρατάει μονάχα για τις περιγραφές των τοπίων, αλλά με μεγάλη γλαφυρότητα, ενσωματώνοντας πολλές φορές στη διήγησή του ακόμη και διαλόγους. Φαίνεται δε ότι η τυφλή προσήλωση στην ορθοδοξία, η θρησκοληψία, η πονηριά και η ραθυμία μας χαρακτήριζαν από τότε ως λαό, μαζί, βεβαίως, και με την εξυπνάδα, τη φιλοξενία και τη διάθεση για γλέντι. Τουλάχιστον αυτό προκύπτει διαβάζοντας αποσπάσματα όπως το παρακάτω:
“… οι Έλληνες καταβάλλουν προσπάθειες να κερδίζουν χωρίς να παράγουν. Να πολλαπλασιάζουν τα πιάστρα τους χωρίς μεγάλο κόπο και χωρίς να κουράζουν τα χέρια τους: αυτή είναι η βασική απασχόληση αυτού του λαού, περισσότερο κατάλληλου για την τράπεζα παρά για τη βιομηχανία“.
Ο αναγνώστης θα εκπλαγεί από το πόσα πολλά πράγματα είναι τελικά ίδια με εκείνη την εποχή και δεν έχουν αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε-όπως η τάση μας να καίμε τα δάση μας προκειμένου να δημιουργήσουμε βοσκοτόπια.
Ο Ντεσάν, εκτός από τις γλαφυρές περιγραφές της Αττικής και της Ακρόπολης, την οποία θαύμασε περισσότερο και από την Αγία Σοφία και τον Άγιο Πέτρο, περιηγείται και σε ορισμένα κυκλαδονήσια, όπως η Αμοργός και η Σύρος, αλλά και τη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία. Το οδοιπορικό του, επομένως, περιλαμβάνει και πόλεις όπως η Υπάτη, ο Βόλος, η Άμφισσα, η Λαμία, αλλά και αρχαιολογικούς χώρους όπως οι Δελφοί, κάτι το οποίο δικαιολογείται απολύτως αν σκεφτούμε ότι ο Ντεσάν ήρθε στη χώρα μας ως τρόφιμος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.
Αναφέρεται δε σε όλο το φάσμα του δημόσιου, κοινωνικού και πολιτικού βίου, όπως τη ληστεία, την εξωτερική πολιτική και τις σχέσεις της χώρας με τις Μεγάλες Δυνάμεις, τους πολιτικούς, την εκπαίδευση, τις μεγάλες χριστιανικές εορτές όπως την Ανάσταση και τον τρόπο που αυτές εορτάζονται στη χώρα μας, το θέατρο, την εκπαίδευση κ.α. Οπωσδήποτε, ξεχωρίζουν περιγραφές όπως οι παρακάτω, και χάρη σε αυτές και τις πάμπολλες ιστορικές, κοινωνικές και λαογραφικές πληροφορίες που περιέχει αξίζει να διαβαστεί το παρόν πόνημα.
“… το θαυμάσιο σκηνικό, τον ανάλαφρο ουρανό, το απαλό φως, που πέφτει όμορφα πάνω στις δαντελωτές γραμμές των βουνών, τη γαλάζια και λαμπερή επιφάνεια των ήσυχων νερών, τα καΐκια του Αρχιπελάγους, που γλιστρούν, με όλα τα πανιά τους ανοιγμένα, σαν μεγάλα πουλιά πάνω στη γελαστή θάλασσα, τα μακρινά νησιά, στο χρώμα του μοβ, του βιολετί και του χλωμού αμέθυστου, το ανατρίχιασμα του φωτός, όπου τα χρώματα αστράφτουν, τα ρόδινα δειλινά, τη φωτεινότητα της έναστρης νύχτας, τον γλυκό τόπο όπου τα πάντα είναι ένα κάλεσμα στη χαρά, στο κέφι, στην αμεριμνησία“. Αναδημοσίευση από το Literature