Για να μη φανερώσει την ταυτότητά του, υπέβαλε το χειρόγραφο στον εκδότη υπό το όνομα της γειτόνισσάς του, μιας απλής κοπέλας που ασχολιόταν μόνο με τα γιασεμιά της. Τη σχετική αλληλογραφία υπέκλεπτε από το γραμματοκιβώτιό της. Το χειρόγραφο εκδόθηκε κι έγινε μάλιστα ευπώλητο, με αποτέλεσμα να σπεύσουν οι πάντες να πάρουν συνέντευξη από την πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα. Εκείνη, κατάπληκτη, αρνήθηκε, φυσικά, ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με το βιβλίο. Η υπογραφή της στο συμβόλαιο; Ήταν, προφανώς, πλαστογραφημένη. Κανείς, όμως, δεν την πίστεψε. Τη θεώρησαν υπερβολικά σεμνή. Κολακευμένη πάντως από την τόση προσοχή, έκατσε κι έγραψε ένα μικρό μυθιστόρημα για τα γιασεμιά της, από τη σκοπιά όμως ενός μυρμηγκιού που ζούσε στις ρίζες τους. Οι κριτικοί ήταν ομόφωνοι και πάλι. Το πρώτο της βιβλίο ήταν υπέροχο αλλά μάλλον εξεζητημένο, αυτό το δεύτερο όμως ήταν πραγματικό αριστούργημα, πολύ καλύτερο από το πρώτο. Η νεαρή συγγραφεύς, είπαν, είχε πλέον ωριμάσει.
Ο Σταύρος Κρητιώτης γεννήθηκε στα Χανιά το 1960. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα "Σελίδες σκόπιμα λευκές" (Γαβριηλίδης 2001), "Το μηνολόγιο ενός απόντος" (Πόλις 2005) και "Εικονικές αντιγραφές" (2010), καθώς και τη μονογραφία "Τα συρτάρια της γνώμης του: άγνωστες παραθεματικές τεχνικές του Εμμανουήλ Ροΐδη" (Τόπος 2009). Φιλολογικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στη "Νέα Εστία", στον "Πόρφυρα" και στο "The Athens Review of Books".
Έπεσα πάνω στον Σταύρο Κρητιώτη από καθαρή τύχη. Κάποιος, σε ανύποπτο χρόνο, υποστήριξε ότι επειδή ο Κρητιώτης έχει εμφανιστεί κατά καιρούς με διάφορα ονόματα θα μπορούσα να είμαι εγώ. Έτσι, προμηθεύτηκα την τελευταία συλλογή μικροδιηγημάτων του και συνειδητοποίησα γιατί θα μπορούσαν τα δύο πρόσωπα (ο Κρητιώτης κι εγώ) να συμπίπτουν. Πέραν αυτού, σε μια κίνηση που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει περεταίρω υποψίες διαπίστωσα με έκπληξη ότι ένα από τα κείμενα του βιβλίου ήταν εμπνευσμένο από δικό μου κείμενο που είχε δημοσιευτεί στη Καθημερινή το 2019 («Ημιτελές έργο, ολοκληρωμένη εμπειρία», 1/9/19).
Ο Κρητιώτης στο συγκεκριμένο βιβλίο μάς ξεναγεί στους χώρους ενός υποτιθέμενου πανδοχείου. Έτσι, περνάμε από συνολικά έντεκα δωμάτια, ένα «τηλεγραφείο», και τα «υπόγεια» όπου φυλάσσονται οι πηγές του συγγραφέα (βιβλία, άρθρα, και ημερομηνίες συγγραφής των κειμένων που απαρτίζουν τα δωμάτια αυτού του πανδοχείου ευσύνοπτων).
Ο Κρητιώτης επιδίδεται σε παρατηρήσεις, διαπιστώσεις, καταγραφές αξιοπερίεργων, απροσδόκητων, και γενικά θραυσμάτων που ταξινομούνται σε ενότητες/δωμάτια: «Γραφής», «Αφηγητών», «Ετερογονίας των Σκοπών», «Κατασκευών», κλπ.
Το όλο εγχείρημα, τόσο ως σύλληψη όσο και ως εκτέλεση, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και ομολογουμένως το απόλαυσα δεόντως. Η λογική του μικροδιηγήματος ταιριάζει στην προσωπική μου αισθητική γιατί πιστεύω ότι ένα κατασκεύασμα του νου που αποτυπώνεται με λέξεις πρέπει να πασχίζει να είναι ευσύνοπτο και περιεκτικό. Παρά την αδυναμία μου στα μαξιμαλιστικά μυθιστορήματα, που χρήζουν εντελώς διαφορετικής αντιμετώπισης, πιστεύω ότι το θραύσμα που ονομάζεται μικροδιήγημα προσφέρει, για τον χρόνο που του αφιερώνει κάποιος, εντυπωσιακά οφέλη. Και ο χρόνος, για κάθε πεπερασμένο ον, δεν μπορεί παρά να είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας.
Τα κείμενα του Κρητιώτη εκτός από τις αρετές της φόρμας τους διακρίνονται και για τη σοβαρότητα του χιούμορ τους, ειδικά εκεί που ο δημιουργός τους αυτοσαρκάζεται. Έτσι, στο «Δωμάτιο Γραφής», διαβάζουμε το αυτοαναφορικό «Αστραπογραφήματα»:
Του έλεγαν οι φίλοι του να πάψει να σκαρφίζεται μόνο ευσύνοπτα αφηγήματα. Να βάλει το ταλέντο του στη δημιουργία ενός μυθιστορήματος που θα έμενε στη μνήμη του αναγνώστη. «Θυμόμαστε ποτέ τις αστραπές; Αφήνουν κάτι πίσω τους οι αναπνοές;» απαντούσε εκείνος.
Και συνέχιζε να σμιλεύει αστραπογραφήματα (σ. 35).
Ο Κρητιώτης, μέσα σε 46 λέξεις, αφήνει να εννοηθεί ότι το να μείνει ως συγγραφέας στη μνήμη του αναγνώστη δεν είναι στις προθέσεις του. Και αυτό, ακόμη κι αν κάποιος κακεντρεχής νομίζει ότι ενέχει ψήγματα προσποίησης, φανερώνει συνέπεια και δέσμευση σε αυτό που κάνει. Φανερώνει τη βαθύτερη και πικρή συνειδητοποίηση ότι ακόμη και αν καταφύγει κάποιος στη φόρμα του μυθιστορήματος, οι πιθανότητες να παραμείνει στη μνήμη του αναγνώστη είναι απειροελάχιστες. Έτσι, οι 46 αυτές λέξεις συνιστούν και σκώμμα απέναντι στις ορδές των δημιουργών που, έμπλεοι σοβαρότητας και σοβαροφάνειας, καταπιάνονται με τη συγγραφή μυθιστορημάτων χωρίς να έχουν ακριβώς συναίσθηση των νόμων της συγκεκριμένης επικράτειας. Η μικρή φόρμα λοιπόν, και ειδικά το μικροδιήγημα, τείνει να λειτουργεί ακριβώς έτσι: σαν αστραπογράφημα· δεν αφήνει σχεδόν τίποτα στη μνήμη του αναγνώστη καθότι στερείται πλοκής και χαρακτήρων που θα διευκόλυναν μια πιθανή ταύτιση και άρα κάποιο ίχνος συναισθηματικής πρόσδεσης και άρα μνήμης προς το κείμενο. Κάθε μικροδιήγημα είναι ένας ξεχωριστός, συμπυκνωμένος κόσμος, που, ενώ δύναται να εντάσσεται σε μια ενότητα, καλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί εκ του μηδενός και, μέσα σε μια συλλογή σαν τη συγκεκριμένη, να επινοήσει ξανά και ξανά σημασίες και προεκτάσεις. Αυτό, μπορεί να είναι απαιτητικό αλλά συνιστά εξαιρετική άσκηση που ωθεί στην αναζήτηση ευρύτερων νοηματικών γραμμών. Η φύση του μικροδιηγήματος εξάλλου είναι τέτοια, η απουσία εξεζητημένης πλοκής και τρισδιάστατων χαρακτήρων δρουν τόσο απελευθερωτικά που το μικροδιήγημα τείνει να λειτουργεί ως ιδανικός καθρέφτης κάθαρσης, αλλά και ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να στοχαστεί ο αναγνώστης πάνω στον εαυτό του και στις προσλαμβάνουσές του μέσα από τις θεάσεις που προτείνει ο συγγραφέας.