Τα τέσσερα κείμενα που απαρτίζουν το βιβλίο διαβάζονται ως ολότητα και ασκούν τη γοητεία του ακούσια ερειπωμένου κι όχι του ατελούς ή ημιτελούς, παραπέμποντας στις ομόρριζες με τον τίτλο λέξεις σπαράζω, σπαραχτικός. Τα Σπαράγματα εκδόθηκαν το 1973, ενώ η Τατιάνα Μιλλιέξ βρισκόταν έξω απ' την Ελλάδα, εξορισμένη κι ανεπιθύμητη απ' τη χούντα που κυβερνούσε τη χώρα. Μέσ' απ' την επαναφορά εμμονών, οδυνηρών εικόνων απ' το παρελθόν, καθορίζεται ως επανάληψη το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου. Καθώς κυριαρχεί μια αίσθηση ψυχικής ξηρότητας, οι ζωτικοί χυμοί έρχονται μόνο μέσ' απ' τη γλώσσα και η Μιλλιέξ, με το έσχατο πάθος του απελπισμένου, στραγγίζει αυτή τη δυνατότητα. Τα κείμενα υποβάλλουν μια στάση παγερής, εφιαλτικής ακινησίας: - Το γράμμα στη νεκρή μητέρα δηλώνει την αμετάκλητη διπλή Απουσία όχι μόνο της νεκρής, αλλά και της κόρης που γράφει αντί να παραστέκεται. - Το προφητικό κείμενο με τον τίτλο "Οκτώβρης 1963", γραμμένο δέκα χρόνια πριν, προωθεί με απίστευτη παραλληλότητα την ιδέα της εξορίας ως ανθρώπινης μοίρας. Ο άνθρωπος νιώθει παντού και από πάντα εξόριστος, διεκπεραιώνοντας τη συντριπτική του μοναχικότητα. - "Οι καταραμένοι", μέλος ενός άρτιου κάποτε σώματος-μυθιστορήματος που κατασπαράχθηκε βάναυσα, πονεί κι αιμορραγεί σωματικά εκεί στην ξενιτιά. Το διαχρονικά πολιτικό αυτό απόσπασμα δίνει το στίγμα της κατάρας αυτού του τόπου. Όλο εκείνο το τραχύ υλικό των ανεπούλωτων τραυμάτων της Ελλάδας, υποταγμένο στον ελλειπτικό λυρισμό της Μιλλιέξ, μαρτυράει για την απώλεια ενός αυθεντικού, πολύτιμου, πολιτικού βιβλίου. - Και το τελευταίο κείμενο είναι γραμμένο το 1973, στην Τζένοβα, με τον τίτλο "Παραλλαγές πάνω σε μια έμμονη ιδέα", τότε που το καθετί μετατρεπόταν σε Απουσία και οιμωγή. Εφιάλτης και τρέλα της εξορίας, με το διαλυτικό φόβο της απώλειας της μνήμης και προπάντων το φόβο της απώλειας της γλώσσας. Στα προλογικά σημειώματα και την προμετωπίδα μπλεγμένες οι φωνές του Δ. Δεσποτίδη, του Σινόπουλου και του Σεφέρη, που σήμαιναν κάτι απέραντα ζωτικό: την ελπίδα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Η Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα. Τέλειωσε το Γυμνάσιο με κατ' οίκον μαθήματα, ενώ ασχολήθηκε για λίγο και με το χορό. Το 1942 μπήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές της. Σπούδασε τραγούδι στο Ελληνικό Ωδείο και γαλλική φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Στη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ωε μέλος του Ε.Α.Μ. ενώ εργάστηκε και ως εθελόντρια του Ε.Ε.Σ. Το 1949 παντρεύτηκε τον Γάλλο ελληνιστή Ροζέ Μιλλιέξ, με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά. Από το 1945 έως το 1975 ταξίδεψε και έζησε για μεγάλα διαστήματα στη Γαλλία την Κύπρο και την Ιταλία.
Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα στη διάρκεια της Κατοχής μεταφράζοντας τη Σιωπή της θάλασσας του Βερκόρ, που κυκλοφόρησε επίσημα το 1945, και δημοσιεύοντας δυο δικά της διηγήματα στα Ελεύθερα Γράμματα (1945). Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Ανεξάρτητος Τύπος, Ανένδοτος, Αυγή, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία γράφοντας κριτικές βιβλίων, χρονογραφήματα και ρεπορτάζ. Συνεργάστηκε επίσης με κυπριακά έντυπα.
Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, το βραβείο των Δώδεκα, το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.