Πρωτότυπος αυτός ο πρωτότυπος (στις ελληνικές εκδόσεις) τύπος! Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα (στο...περίπου) διαβάζοντας τα διηγήματα του Στάνεβ.
Ο Βούλγαρος συγγραφέας δημιουργεί ιστορίες ή εκφράζει την οπτική του χωρίς συγκεκριμένη θεματολογία (και καλά κάνει), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αποσπασματικός και ανερμάτιστος στις σκέψεις του. Κάνει έξυπνο, σαρκαστικό χιούμορ συνδέοντας πραγματολογικά στοιχεία με μπόλικο σουρεαλισμό ενώ δεν λείπουν πότε πότε και οι τάσεις ντανταϊσμού!
Άλλες φορές σατιρίζει χωρίς να λαμβάνει υπόψη του κοινωνικοπολιτικές συμβάσεις (όπως πρέπει, δηλαδή) κι άλλες φορές βγάζει μία χαμογελαστή απογοήτευση ή έναν χαμηλότονα πικρό λυρισμό.
Νιώθω πως το βιβλίο αυτό, όταν μεταφράζεται, χάνει ένα 20% της δυναμικής του, καθώς φαίνεται να υπάρχουν πολλές σαρκαστικές/καυστικές μεταφορές και λογοπαίγνια σε ιστορικά και λογοτεχνικά γεγονότα και πρόσωπα της γειτονικής μας χώρας, τα οποία απαιτούν βιωματική μνήμη ή έστω στοιχεία εθνικής συνείδησης. Η έντονη και αξιέπαινη προσπάθεια της μεταφράστριας να γεφυρώσει αυτό το αναπόφευκτο χάσμα μεταξύ συγγραφέα και αλλοδαπού αναγνώστη, από τη μία καταφέρνει το σκοπό της σε μεγάλο βαθμό, από την άλλη έχει το κόστος μιας κάποιας κούρασης που πιθανώς προκαλεί στον αναγνώστη. Ειδικά στο πρώτο μισό του βιβλίου οι παραπομπές είναι ίσως υπερβολικά πολλές ή υπερβολικά αναλυτικές (από καλή πρόθεση ασφαλώς) με αποτέλεσμα να χάνεται αρκετά εύκολα ο ειρμός της ανάγνωσης, αν κάποιος μπει στη διαδικασία να εξετάζει κάθε παραπομπή που συναντά στον δρόμο του.
Συνοψίζοντας, γίνεται φανερό σε όλο το εύρος του βιβλίου ότι ο Στάνεβ γράφει με κέφι για την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής και για αυτό το λόγο προκαλεί και το κέφι του αναγνώστη. Το πηγαίο και ιδιαίτερο χιούμορ του φανερώνει λογοτεχνική παιδεία και κοινωνικό-πολιτική επίγνωση (όχι μόνο της Βουλγαρίας) και καθιστά τη συλλογή διηγημάτων ένα έξοχο ανάγνωσμα, πέρα από τα συνηθισμένα.