Σ’ ένα από τα τελευταία δρομολόγια του πλοίου από τη νότια Αφρική προς το νησί της Αγίας Ελένης, τόπο εξορίας του Ναπολέοντα, ο «Ναύαρχος» Αντώνης Μάρκελλος, χρεοκοπημένος το 2017 τσιμεντοβιομήχανος, αφηγείται τις ιστορίες ανθρώπων που συνδέθηκαν με τις τύχες της ναυαγισμένης πια εταιρείας του. Τις πέντε μέρες του ταξιδιού, ταυτίζει με παιγνιώδη διάθεση πολλούς από τους τωρινούς συνεπιβάτες του με πρόσωπα του παρελθόντος του και εξιστορεί βίους με ειρωνικό τέλος. Στόχος του, να καταγραφεί το χρονικό της εταιρείας με πρότυπο ένα αρχαίο κινέζικο αντίστοιχο, όπου αυτοτελείς μικροπλοκές δίνουν αποφθεγματικά ένα πανόραμα κατασταλαγμένης σοφίας. Οι προσωπικές ιστορίες ανόδου και πτώσης των ανθρώπων γύρω από μια κορυφαία ελληνική βιομηχανία απηχούν απολαυστικά τη μεγάλη ιστορία του κλυδωνισμού της οικονομίας, της πολιτικής και της χώρας τα τελευταία εκατό χρόνια.
«Το Τελευταίο Ποστάλι» τού Φαίδωνα Ταμβακάκη μοιάζει με κινηματογραφικό μπλοκμπάστερ: ενώ διαβάζεται απνευστί σε κάνει διαρκώς να νιώθεις ότι κάτι του λείπει. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν του λείπει κάτι. Το μυθιστόρημα του Ταμβακάκη έχει μάλλον περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται και εκεί εντοπίζεται και το βασικότερο πρόβλημά του. «Το Τελευταίο Ποστάλι» το διαβάζεις σε δυο καθισιές και μετά αρχίζεις να αναρωτιέσαι γιατί δεν σου έκανε «κλικ».
Αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο να αφηγηθεί κάποιος μια ιστορία για ένα πρόσωπο ή έναν θεσμό αν δεν επινοήσει και έναν μηχανισμό που θα παραγάγει κάποιο βάθος, ή έστω την ψευδαίσθηση βάθους στο πόνημά του. Το μυθιστόρημα του Ταμβακάκη ενώ επινοεί τον μηχανισμό αποτυγχάνει να τον εκμεταλλευτεί ικανοποιητικά. Σε αυτό το τελευταίο ταξίδι τού «Σαιντ Χελένα»: «[...] σκαρί τραβεστί, άχαρο, το πλωριό μέρος φορτηγό, στοιβαγμένα κοντέινερ, στη μέση η γέφυρα, πρύμα παλιομοδίτικο κρουαζιερόπλοιο» (σ. 18), θα ταξιδέψει ο Αντώνης Μάρκελλος, ο επονομαζόμενος «Ναύαρχος», έκπτωτος τσιμεντοβιομήχανος της πάλαι ποτέ κραταιάς Marenco με προορισμό τη νήσο της Αγίας Ελένης. Οι συνδηλώσεις φτάνουν και περισσεύουν. Ο Ναύαρχος ακολουθεί τα χνάρια του Ναπολέοντα προς τον τόπο εξορίας του. Η τοποθέτηση του ήρωα σε αυτό το «σκαρί τραβεστί» λειτουργεί ως υπαινιγμός γι’ αυτό που θα ακολουθήσει: αφήγηση έμπλεη ετερόκλητων στοιχείων, εν πολλοίς ανερμάτιστη, που αφήνει τις προθέσεις του συγγραφέα αξεδιάλυτες αναφορικά με το πώς πρέπει να διαβαστεί το μυθιστόρημα. Από τη μία, ο συγγραφέας έχει δίκιο: ένας χρεοκοπημένος βιομήχανος έχει πληρώσει πολύ ακριβά αυτή την άτυπη carte blanche να πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο ανάλογα με τα καπρίτσια του· από την άλλη, ο αναγνώστης προβληματισμένος, πασχίζει να προσανατολιστεί.
Θα πω δυο λόγια για τον μηχανισμό που επινοεί ο συγγραφέας και μετά θα εκθέσω τους λόγους αστοχίας του. Στο τέλος, θα προτείνω μια πιθανή ανάγνωση που ίσως να προσφέρει μια λύση στις αντιρρήσεις μου, αν και έχω την αίσθηση ότι δεν θα είναι της αρεσκείας του συγγραφέα. «Το Τελευταίο Ποστάλι» είναι ένα μυθιστόρημα που υπαινίσσεται τη λογική κατασκευής τού περίφημου «Σι Τζι», «Αρχεία του Μεγάλου Ιστορικού», που, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας είναι μια καταγραφή των πρώτων 2000 ετών της κινεζικής αυτοκρατορίας. Κείμενο που δεν ακολουθεί γραμμική πορεία: επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και, εξιστορώντας πλευρές του βίου τους, συμπληρώνει ένα αφηγηματικό ψηφιδωτό τεραστίων διαστάσεων. Επισημαίνω ότι ο πρόλογος του μυθιστορήματος συνιστά εσωτερική καταστατική συνθήκη του καθότι δεν είναι πρόλογος του Ταμβακάκη αλλά της Λουκίας Μπαλτατζή, ηρωίδας του έργου, που μας πληροφορεί ότι όλα όσα θα διαβάσουμε τα έχει γράψει η ίδια στην απόπειρά της να καταγράψει το «Χρονικό της Marenco». Ο Ταμβακάκης αφήνει να εννοηθεί ότι επιθυμία των ιθυνόντων της Marenco ήταν να διαφανεί μια εκλεκτική συγγένεια της τσιμεντοβιομηχανίας τόσο με την έννοια της αυτοκρατορίας που σκιαγραφεί το «Σι Τζι» όσο και από πλευράς φόρμας αυτού του Χρονικού, που επίσης εστιάζει σε πλευρές του βίου συγκεκριμένων προσώπων. Ο Ταμβακάκης όμως δεν υπάρχει πουθενά, ούτε καν πίσω από τη μάσκα του παντεπόπτη αφηγητή. Το μυθιστόρημα δηλαδή, είναι κείμενο που έχει συγγράψει η Μπαλτατζή. Ανοίγει παρένθεση· ο Ταμβακάκης, παραδόξως, έχει εγκιβωτίσει την αστοχία του βιβλίου του μέσα σε αυτό το τέχνασμα: η Λουκία Μπαλτατζή, όπως μας ενημερώνει η ίδια, εργάστηκε στη Marenco «[...] ως επιμελήτρια κειμένων δημοσιότητας [...] [στη] σύνταξη άρθρων και συνεντεύξεων, ώσπου το 2009 εντάχθηκ[ε] στην ομάδα του Χρονικού [...]» (σ. 11) άρα η ίδια δεν ήταν συγγραφέας· πόσο μάλλον συγγραφέας αξιώσεων. Ο Ταμβακάκης επομένως, είτε έχει τεχνηέντως υποσκάψει το βιβλίο του από την πρώτη σελίδα, είτε κάτι άλλο συμβαίνει, όπως θα δούμε στην ανάγνωση που προτείνω· κλείνει παρένθεση. Η Λουκία Μπαλτατζή συνδιαλέγεται λοιπόν με τον Ναύαρχο σε αυτή την άτυπη εν πλω επιμέλεια του κειμένου. Εκείνος, ορμώμενος από τυχαίες συναντήσεις με ανθρώπους που μοιάζουν με κομβικά πρόσωπα από το παρελθόν του, επιδίδεται πότε σε διορθωτικές παρεμβάσεις και πότε σε επεξηγηματικές προσθήκες περαιτέρω στοιχείων.