1922: η Ελλάδα ανακαλύπτει ότι η Μεγάλη Ιδέα ήταν μια ουτοπία που κατέληξε εφιάλτης. Πενήντα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ένας φοιτητής μελετά στη διατριβή του την περίπτωση του Σαούλ Καλογιάννη, στρατιώτη που πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ο Καλογιάννης αποδεικνύεται ήρωας απρόβλεπτος: ηττημένος και λιποτάκτης, σιωπηλός και χαρισματικός, άγγελος και δαίμονας μαζί, γίνεται ένας άπιαστος Οδυσσέας. Όμως οι περιπλανήσεις του στον χώρο και στον χρόνο συνθέτουν μια Οδύσσεια χωρίς την αίγλη του μύθου και το άγγιγμα των θεών· οι αναφορές που ξεπηδούν εδώ κι εκεί από το αρχαίο πρότυπο υπάρχουν μόνο για να ανατραπούν: «…μάλλον είδαν τον λαχανόκηπο του πατέρα τους, τον τοίχο από ξερολιθιά και το γέρικο, τυφλό σκυλί που δεν περίμενε παρά να τους χαιρετήσει για να πεθάνει. Πρόβλημά τους. Εγώ δεν είχα ποτέ μου σκύλο». Οι μάρτυρες που βρίσκει ο ερευνητής, όλοι απόκληροι της Ιστορίας, διαδέχονται ο ένας τον άλλο για να αφηγηθούν το πεπρωμένο του Καλογιάννη, το ταξίδι του από τα πέρατα της Ανατολής μέχρι τις ακτές του Νέου Κόσμου. Οι εποχές αποφεύγουν το ημερολόγιο, το σκηνικό συνεχώς ανατρέπεται, οι μαρτυρίες είναι αντικρουόμενες: ακούει γεγονότα διαβρωμένα από τον χρόνο, μαθαίνει συμβάντα που αγνοεί το νόημά τους. Προσπαθεί να εξηγήσει τα αίτια, τις προθέσεις, να ξεδιαλύνει το σκοτάδι. Η έρευνα, που συναντά συνεχώς εμπόδια, θα οδηγήσει τον ερευνητή στις φυλακές της χούντας των συνταγματαρχών, στα βουνά, που κρατούν ακόμα τις αναμνήσεις του Εμφυλίου, στα σύγχρονα ταραγμένα Βαλκάνια. Θα ανακαλύψει ότι ο μύθος του Καλογιάννη καλπάζει και ξεσηκώνει ερήμους, κυκλαδίτικα νησιά, δάση από γιγάντιες φασκομηλιές, πολιτείες κάτω απ’ τα κύματα… Μυθιστόρημα περιπετειώδες, ξεδίπλωμα απέραντης φαντασίας, με γλώσσα πληθωρική και οραματική με μπαρόκ εξάρσεις, που στην αδιάκοπη ροή της συνδυάζει το υψηλό και το ταπεινό, το τραγικό και το κωμικό, τον ρεαλισμό και την ποίηση. Ο πρωταγωνιστής τού Beraber, παρόλο που το όνομά του διατρέχει το βιβλίο σαν επωδή, παραμένει ένα αίνιγμα. Χαμένος πότε στις αβύσσους του Ωκεανού, πότε στην άβυσσο της ψυχής του, «μόνος, σκοτεινός… και ακυβέρνητος», τι ήταν αυτός ο άντρας με τα μάτια γεμάτα σκοτάδι; Ιδεαλιστής, προδότης ή ο τελευταίος ήρωας; Α.Κ.
Ο Σαούλ Καλογιάννης και οι σύντροφοί του, πάνω από το καράβι που επιβιβάστηκαν, κοιτούν την Σμύρνη καθώς την τυλίγουν οι φλόγες. Η Μεγάλη Ιδέα καταποντίστηκε και μαζί της και όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί. Στη δεκαετία του 1970, ένας φοιτητής κάνει έρευνα για τον Καλογιάννη προσπαθώντας να ξεδιαλύνει τον μύθο που τον περιβάλλει. Ένας ήρωας που για κάποιους έγινε σύμβολο ηρωισμού ενώ για άλλους υπήρξε προδότης. Ακολουθεί τα βήματα του, ακούει μαρτυρίες ανθρώπων, επισκέπτεται μέρη που κάποτε ο Καλογιάννης υπήρξε. Με λόγο ποιητικό, ο ήρωας του Beraber, ως άλλος Οδυσσέας περιπλανιέται στο χώρο και στο χρόνο, γίνεται ένας παγκόσμιος ήρωας, σύμβολο της αναζήτησης. Μόσχα, Ισπανία, Παλαιστίνη, πέρα από τις Ηράκλειες στήλες, στην άλλη μεριά του ωκεανού, μια περιπλάνηση χωρίς προορισμό, με μόνο σκοπό την μη επιστροφή.
Η γραμμικότητα του χρόνου και της ιστορίας ανατρέπονται. Η ευθεία γραμμή καμπυλώνεται, παίρνει τη μορφή κύκλων που τέμνονται. Ο χώρος και ο χρόνος βγαίνουν από το καθορισμένο, ξεπερνούν την οριοθέτηση και το διαχρονικό αποκαλύπτει τη ρευστή φύση του. Η Ιστορία, όπως καταγράφεται, αποδεικνύεται πολυπρισματική, ιδωμένη και δοσμένη με υποκειμενικά και πολιτικά κριτήρια. Συνομιλώντας με το ομηρικό έπος, τοποθετώντας τον δικό του ήρωα, σε διαφορετικό χρόνο, αναπτύσσει θέματα όπως τα κίνητρα του πολέμου, τις επιλογές των ανθρώπων, την προδοσία, τον σκοπό του ταξιδιού μέσα στο χρόνο που μας δίνεται. Παρασυρόμαστε σε ένα δαιδαλώδες ταξίδι στα μονοπάτια της Ιστορίας, μαγεμένοι από τον λυρισμό του Beraber.
Απαιτητικό ανάγνωσμα, με αναγκαία προϋπόθεση την προσήλωση μας για να μη χαθούμε στο λαβύρινθο των αφηγήσεων.
Η Μεγάλη Ιδέα του πρωτοεμφανιζόμενου Γάλλου με το φιλολογικό ψευδώνυμο είναι σίγουρα ένα από τα πιο απαιτητικά, αλλά και λογοτεχνικά κείμενα που έχω διαβάσει. Το αγόρασα με ενθουσιασμό, αφού πέρα από το κεντρικό θέμα που δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητο ή να μην γοητεύσει έναν Έλληνα αναγνώστη, μου άρεσαν και δύο συνεντεύξεις του συγγραφέα, ο οποίος ως άνθρωπος της γενιάς μου έκανε λόγο στην μία για επικά έργα πολύ αγαπητά στο αναγνωστικό και τηλεοπτικό κοινό τα τελευταία χρόνια, όπως για παράδειγμα είναι το Παιχνίδι του Στέμματος, απόσπασμα που φιλοξενείται και στο ''αυτάκι'' της έκδοσης, ενώ σε μία άλλη που είχα βρει στο ίντερνετ με αφορμή την υποψηφιότητα του βιβλίου του για το πολύ σημαντικό γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Renaudot είχε απαντήσει σε μία σχετική δημοσιογραφική ερώτηση ότι τον τιμάει η υποψηφιότητα, αλλά πιο πολύ τον χαροποιεί η επικείμενη έκδοση του βιβλίου του στα ελληνικά καθότι είναι λάτρης της Ελλάδας.
Ξεκίνησα με μεγάλη αγωνία την ανάγνωσή του επομένως, κι ενώ από τον πρόλογο κιόλας είχα εντυπωσιαστεί από το ύφος και την γλώσσα, η αλήθεια είναι πως άργησα να παρασυρθώ απόλυτα από την αφήγηση, αλλά παρόλα αυτά είχα γοητευτεί τόσο πολύ από την γραφή του συγγραφέα, από το πλούσιο λεξιλόγιο και την ποιητική διάθεση που συντροφεύει όλο το βιβλίο, που δεν αισθάνθηκα στιγμή ότι θέλω να το αφήσω, αντίθετα όλα τα παραπάνω με παρακινούσαν να συνεχίσω να γυρνάω τις σελίδες. Ουσιαστικά, άρχισα να απολαμβάνω το κείμενο στην ολότητά του μετά τις πρώτες εκατό σελίδες που ξεκίνησα να συνηθίζω στην ιδέα των διαφορετικών φωνών που περιλαμβάνει το κείμενο και που μου έφερε ελάχιστα στο μυαλό το Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία του Χάινριχ Μπελ που με είχε δυσκολέψει για παρόμοιο λόγο, αν και πολύ περισσότερο η αλήθεια είναι, ειδικά μάλιστα όταν στις εξιστορήσεις των ετερόκλητων αφηγητών ξεκίνησε να αναφέρεται πολύ πιο συχνά το όνομα του Σαούλ Καλογιάννη, του κεντρικού χιμαιρικού ήρωα του μυθιστορήματος, ενός ήρωα που φέρει αναμφίβολα στοιχεία από τον πολυμήχανο Οδυσσέα και τον Ιησού Χριστό. Εξάλλου, όπως αναφέρεται και σε κάποια σχόλια που φιλοξενούνται στο τέλος του βιβλίου, το κείμενο είναι ένας συνεχής διάλογος με τα Ομηρικά έπη και πιο συγκεκριμένα με την Οδύσσεια ή ένα σύγχρονο ξαναγράψιμό της, και υπάρχει ένα κεφάλαιο στο βιβλίο, αυτό με την κυρία Μεγιέρ όπου ο Καλογιάννης βρίσκεται στο ξενοδοχείο της με τους συντρόφους του που ενόσω το διάβαζα μου έφερνε στο μυαλό το νησί της μάγισσας Κίρκης. Γενικά, υπάρχουν συγκλονιστικά και πολύ δυνατά κομμάτια στο κείμενο, δεν θέλω να τα αναφέρω όλα για αποφυγή σπόιλερ, αλλά δεν θα ξεχάσω ειδικά το απόσπασμα όπου μιλάει η υποτιθέμενη μητέρα του ήρωα ή το τελευταίο με την γριά γυναίκα που κλείνει αιφνιδιαστικά και εξαιρετικά ένα ακόμη εξαίσιο βιβλίο (μου άρεσε επίσης που ανάμεσα στους άντρες αφηγητές υπήρχαν και γυναικείες φωνές), μία ακόμη αψεγάδιαστη και εξόχως μεταφραστική δουλειά (πολλά συγχαρητήρια εδώ στην κυρία Αλεξάνδρα Κωσταράκου, σίγουρα από τις καλύτερες μεταφράσεις κειμένου που έχω διαβάσει) από τις πολυαγαπημένες εκδόσεις Πόλις που ποτέ δεν απογοητεύουν με τις επιλογές τους και σέβονται τόσο με την λογοτεχνία που επιλέγουν, όσο και με το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα (εξώφυλλο, χαρτί, επιμέλεια, τα πάντα όλα) τους αναγνώστες τους.
Η Μεγάλη Ιδέα εντέλει, είναι ένα σπουδαίο έργο που απαιτεί την αμέριστη προσοχή σου για να σε ανταμείψει. Ένα γοητευτικό και ξεχωριστό κείμενο που προσωπικά διάβαζα αργά για να απολαμβάνω την κάθε λέξη, ενώ υπήρχαν φράσεις ή ολόκληρες παράγραφοι που η ποιητική τους πρόζα με ανάγκαζε να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω με απίστευτη ευχαρίστηση και είναι από μόνο του εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο συγγραφέας του ξεκίνησε να γράφει το πρωτόλειό του πολύ πριν κλείσει τα 30 του έτη. Η λογοτεχνία στα καλύτερά της λοιπόν, κι ένας ακόμη Γάλλος συγγραφέας που με συνοπτικές διαδικασίες μπαίνει στη λίστα με τους σύγχρονους αγαπημένους μου Γάλλους λογοτέχνες.
Υπέρ του δέοντος φιλόδοξο πρώτο μυθιστόρημα. Με καλές στιγμές αλλά και αδυναμίες. Σίγουρα ο Μπεραμπέρ ξέρει να γράφει, σίγουρα κατέχει την αρχαία αλλά και πιο πρόσφατη ελληνική ιστορία, σίγουρα είχε και μία πολύ καλή ιδέα, αυτή του να μιλήσει μέσω του βιβλίου του για έναν σύγχρονο Οδυσσέα. Με έξυπνο τρόπο, που ξαφνιάζει ευχάριστα, αναγνωρίζει κανείς πίσω από τις γραμμές τις περιπέτειες του Οδυσσέα: το νησί των Λωτοφάγων, τους Λαιστρυγόνες, τον μονόφθαλμο Κύκλωπα Πολύφημο και τον Αίολο με τον ασκό του, τις Σειρήνες του Αιγαίου, την Κίρκη, κ.α.
Όμως όλα αυτά, δυστυχώς, είναι άγευστα, χωρίς αυθεντικό συναίσθημα και ενίοτε βαρετά. Anyway, καλούτσικο πρώτο βιβλίο που όμως ήθελε ακόμη πολλή και κοπιαστική δουλειά.
"Mais tout ceci peut aussi bien être faux, et je ne sais pas ce que je dis. Adieu, et si vous trouvez ce qui a bien pu arriver à cet homme, quel a pu être son destin, ne m'écrivez pas. La vérité va à la vie de cet homme comme le feu au maquis sec : les flammes sont superbes mais ne laissent rien derrière elles. Moi, je veux rester loin de l'incendie." (p.440)
C'est beau non ? C'est joliment dit non ? C'est comme ça tout le long du bouquin. Et ça devient, à force, extrêmement pompeux. Le fait est que je ne peux m'empêcher de rapprocher le style d'Anton Beraber à celui de Jacques Abeille, notamment dans le fait que tous les personnages-témoins ont exactement la même façon de s'exprimer (à part quelques minuscules rôles).
Mais commençons par le commencement-
Le livre est en fait une succession de longs monologues. Le narrateur parcourt l'Europe à la recherche de contemporains qui auraient côtoyé Saul Kaloyannis, grand mystère de sa génération, afin de les entendre et de reconstruire l'histoire du grand homme. Malheureusement, et comme je l'ai dis plus haut, les monologues se suivent... et se ressemblent. Si l'idée du mythe de l'homme-héro du XXème est au départ attrayante, il n'empêche qu'à partir d'un certain nombre de pages la lassitude s'installe. Bien sûr certains témoignages sont plus intéressants que d'autres, mais l'inverse est également vrai : certains (notamment les derniers) semblent tirer en longueur de telle sorte que l'on a l'impression que l'auteur ne souhaite tout simplement pas achever son histoire. Ce livre pour moi est un peu un échec d'éditeur. Le talent de l'écrivain est certainement présent, mais je pense sincèrement que l'éditeur aurait dû demander à son auteur d'élaguer son texte. J'emploie ce terme à dessein, pour ne pas paraître trop méchante : tout n'est pas à couper non plus ! cependant il y a une bonne centaine de pages en trop. A partir de la 400ème j'admets avoir commencé à lire en diagonale, et à la 500p j'ai directement sauté jusqu'aux 5dernières. Le mystère Kaloyannis ne me passionnait plus. Un problème de rythme qui a coïncidé avec mon ennui de toutes ces belles tournures de phrases, et plus j'avançais (ramais) dans ma lecture, plus je me languissais de phrases simplifiées sans fioritures (mais là il ne s'agit sans doute que d'une préférence personnelle). Je ne serais pas étonnée que d'autre lecteurs fassent comme moi, et que lassés ils aillent directement chercher la solution au mystère Kaloyannis aux dernière pages du livre.
Il n'empêche que j'ai beaucoup aimé l'expérience jusqu'à la 350ème page environ, l'imagination de l'auteur ainsi que son style m'ont tout de même impressionné durant la première moitié de l'ouvrage. Du coup, 3 étoiles.
Ίσως το πιο ιδιαίτερο βιβλίο της χρονιάς! Μια ανάποδη ιστορία επηρεασμένη από την Οδύσσεια,αλλά με μια άχρονη πλοκή στα γκρίζα χρόνια της Χούντας με έναν ερευνητή να αναζητά τα βήματα ενός αντιήρωα της Μικρασιατικής Καταστροφής.Υπήρχαν κεφάλαια που αναρωτιώμουν τι πραγματικά διάβαζα,αλλά υπήρχαν και κεφάλαια συναρπαστικά!Λυρικό ύφος,πυκνή γραφή με πλούτο ιδεών,απόψεων,φιλοσοφιών,εικόνων... Πρωταγωνιστές τελικά είναι οι ίδιοι οι αναγνώστες,καθώς χωρίς να το θέλεις γίνεσαι μέρος αυτού του λαβυρίνθου που έχει πλάσει/χτίσει ο Beraber.Πάρα πολύ φιλόδοξο πρωτόλειο έργο που θέλει να του αφιερωθείς με προσοχή! Μου θύμισε πάρα πολύ υφολογικά το "Κιβώτιο" του Αλεξάνδρου.
ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟ! Άχθος από την πρώτη σελίδα, ανυπαρξία αναγνωστικής ευχαρίστησης, ούτε συζήτηση για απόλαυση. Οι καλές στιγμές του κειμένου χαρακτηριζόμενες από αδιόρατο χιούμορ και λεπτή ειρωνεία, πνίγονται στον ορυμαγδό ανούσιων περιγραφών, τους (αν)ελεύθερους συνειρμούς, την πλημμυρίδα άρρυθμης ποιητικής πρόζας και τον κατακλυσμό αυτονόητης αλήθειας και μπαρουφολογίας τύπου Πάουλο Κοέλιο . Η υπερβολική χρήση χωροχρονικής ασυνέχειας υπονομεύει το ίδιο το κείμενο και δημιουργεί ασυμμετρίες στο νόημα. Ο Μπόρχες έλεγε ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να διαβάζεις μυθιστορήματα, πόσο μάλλον σαν το παρόν των 600 σελίδων. Αν η έκταση είχε συμπυκνωθεί σε 100 – 150 σελίδες, τότε θα συζητούσαμε αλλιώς. Ας όψονται οι εκδότες (και οι αναγνώστες) που προκρίνουν βιβλία μεγέθους τούβλου. Ο Beraber αρέσκεται να ελεεινολογεί με περισσή ευκολία για την περιούσια φυλή, ενώ δεν κρύβεται η εκτίμηση ή και ο θαυμασμός του προς τους Τούρκους. Η πλοκή της ιστορίας θα μπορούσε να είναι και ενδιαφέρουσα αφού πρόκειται για μια σύγχρονη Οδύσσεια όπου ο εσωστρεφής πολυμήχανος, ο Σαούλ Καλογιάννης, περιπλανιέται φαινομενικά απαθής στο χρόνο, στον παλιό και στο νέο κόσμο. Τουλάχιστον ο συγγραφέας αυτοσαρκάζεται λέγοντας ίσως και για το κείμενο: «Σπαράγματα, θραύσματα αποσυναρμολογημένα, τόσο δυσαρμονικά που σου φαίνονται αλαζονικά» ή «Φανταστείτε τον ήρωα ενός μυθιστορήματος, που βαριέται ξαφνικά αυτό το μυθιστόρημα, …φανταστείτε το Οδυσσέα να βρίσκει πολύ δυσάρεστη για τα γούστα του την ανωνυμία των κατάμεστων ξένων πόλεων, σε σημείο που να μην καταδέχεται το επόμενο ταξίδι». Αμφιβάλλω κι εγώ αν θα καταδεχτώ οποιοδήποτε επόμενο ταξίδι με τον συγκεκριμένο συγγραφέα.
J’ai essayé, mais je n’ai pas pu me résoudre à le terminer.
Certes, c’est bien écrit. Mais peut-être trop bien : on a la très forte impression que l’auteur s’écoute parler et se satisfait de tournures alambiquées. Le fond est totalement écrasé par la forme ; le contexte est esquissé de ci de là mais très difficile à bien saisir. Les chapitres sont autant de monologues successifs de personnages interrogés par le pseudo narrateur (qui, du coup, est très peu présent) mais chacun d’entre eux s’exprime exactement de la même manière. Aucune variété, aucun rythme, c’est long, peu clair, on ne sait pas où on va ni pourquoi. Même le « fameux » Saul Kaloyannis n’est évoqué que quelques fois, au détour d’une page. Évidemment très difficile de susciter l’intérêt, et a fortiori l’empathie, avec autant de défauts cumulés.
When I started the book I thought there was an error in printing or I was missing some pieces because it was really hard to understand. But it got a little better as I went along. I stopped after about 80 pages though, as I couldn't figure out where the story was going.