Ποια είναι η ιστορία της μεσαίας τάξης στη Δύση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Ποια η σχέση της με την κατανάλωση, τον ατομικισμό και τη χειραφέτηση; Με ποιον τρόπο φτάσαμε στην πανθομολογούμενη πλέον υπαρξιακή της κρίση; Ποια η ιστορική πορεία των μεσαίων στρωμάτων στην Ελλάδα από τη δεκαετία του '60 και μετά; Μέσα από ποιες εμπειρίες συνάφθηκε το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολιτευτικής μεσαίας τάξης; Πώς γίνεται η ελληνική οικογένεια να είναι ταυτόχρονα ο βιότοπος και η καταδίκη της; Υπάρχει ακόμα κάποια ταυτότητα μεσαίων στρωμάτων στη χώρα μας ή πλέον έχουν διασπαστεί σε αντίπαλες μικρο-κοινότητες ανθρώπων οι οποίοι με δυσκολία συνυπάρχουν σήμερα στους τόπους της κοινωνικής και συναισθηματικής ερήμωσης; Η κρίση της πανδημίας θα επικυρώσει τις ανισότητες που διέπουν τις σχέσεις των μελών της παλιάς μεσαίας τάξης στην Ελλάδα ή μήπως θα αποδειχτεί ευκαιρία για μια νέα κοινωνική και πολιτισμική σύγκλιση;
Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει και πασχίζει να απαντήσει αυτό το βιβλίο.
Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στο Παρίσι το 1971. Αποφοίτησε από το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1993. Το 1994 απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα (DEA) κοινωνιολογίας από την Ecole et Sciences Sociates (Παρίσι), όπου υπό την επίβλεψη του καθ. Μ. Wieviorka μελέτησε τη σχέση Εγκλεισμού και ιδεολογίας με παράδειγμα την εμπειρία των Ελλήνων κομμουνιστών. Η διδακτορική του διατριβή (2000) στη φιλοσοφία, που εκπόνησε υπό τη διεύθυνση του καθ. E. Balibar στο Πανεπιστήμιο Paris X-Nanterre, έχει θέμα την κομμουνιστική ηθική στα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης. Έχει διατελέσει λέκτορας σύγχρονης πολιτικής θεωρίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών της Σχολής Ν.Ο.Π.Ε. του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου δίδασκε από το 2000. Είναι λέκτορας Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά και σε συλλογικά έργα.
Οι εγκωμιαστικές κριτικές για το βιβλίο "ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΑΣ ΤΑΞΗΣ. Κοινωνιολογικές καταγραφές στην Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσης” με παρότρυναν να το διαβάσω. Είναι πράγματι ένα μνημειώδες έργο πάνω στη μεσαία κοινωνική τάξη, opus magnum, όπως το έχει χαρακτηρίσει ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Όμως για μη ειδικούς όπως εγώ (σπούδασα θετικές επιστήμες, ενδιαφέρομαι για τα κοινά, η ενημέρωσή μου βασίζεται κυρίως στην αρθρογραφία στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο) η ανάγνωσή του αποτέλεσε δύσκολο άθλο, παρόλο που το περιεχόμενό του θα το χαρακτήριζα φωτογραφική αποτύπωση της ελληνικής κοινωνίας από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αναφέρεται δηλαδή σε μια περίοδο την οποία η γενιά μου βιώσαμε προσωπικά, και για την οποία είχαμε ήδη εμπειρικά, βιωματικά, καταλήξει στις διαπιστώσεις που περιγράφονται στο βιβλίο, όπως (αντιγράφω): Τη μείωση του καμάτου των εργατών, την αύξηση μισθών και εισοδημάτων, την εξάπλωση του κράτους προνοίας και την ελληνική παραφθορά της πρόνοιας που μεταφράζεται σε πρόσληψη στο δημόσιο, τον καταναλωτισμό και την κυριαρχία του μοντέλου της χρηματοπιστωτικής μεγέθυνσης εις βάρος της παραγωγής, τον αλόγιστο δημόσιο δανεισμό και την υπερχρέωση, την ευμάρεια και τις ανέσεις, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά, την ενίσχυση του ατομικισμού και ευδαιμονισμού, την μαζική προσφυγή σε ψυχολόγους και συμβούλους γάμου, την πολυκατοικία της αντιπαροχής, την μακρά ανοικοδόμηση, την ιδιοκατοίκηση, τις ενδυματολογικές αλλαγές, την απόσπαση πόρων από τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό προς όφελος των συνταξιούχων, οι οποίοι με τη σειρά τους δίνουν χαρτζιλίκι στα εγγόνια τους, το παιδί-βασιλιάς με το δικό του δωμάτιο το καθένα, τις ελευθερίες του, τον περιορισμό της λογοδοσίας του στη γονεϊκή αυθεντία, την οικειοθελή εγκατάλειψη των προνομίων των μεγάλων έναντι των δικαιωμάτων των μικρών, την ιδιωτική εκπαίδευση και τις εξωσχολικές δραστηριότητες, την πτυχιακή επιμονή της μεσαίας τάξης, την οικογενειακή επιλογή της κρατικής/προστατευόμενης εργασίας των παιδιών, τις φαντασμαγορικές γαμήλιες δεξιώσεις, κ.άλ. Νομίζω πως η δυσκολία του μέσου αναγνώστη στο να παρακολουθήσει τα φαινόμενα που περιγράφει ο συγγραφέας έγκειται στον τρόπο γραφής. Οπωσδήποτε, η άγνοια των όρων που χρησιμοποιούνται στην κοινωνιολογία, και που απαντώνται στο κείμενο, είναι ένα μεγάλο μειονέκτημα, για το οποίο όμως ευθύνεται μόνο ο αναγνώστης (π.χ. τεϊλορισμός, subprime, δομολειτουργισμός, ντυρκεμιανή, βεμπεριανή, κοινωνική μηχανική, κοινωνική γεωμετρία, κοινωνικό συγκείμενο, εξακτινωμένος εγκιβωτισμός, πολυσθένεια, αναγωγιμότητα/αναγωγισμός, πρεκαριάτο, corralito, flexicurity κ.αλ.). Όμως, η αδυναμία αυτή επιτείνεται από τον τρόπο γραφής. Κάποιες μεγάλες προτάσεις, που πολλές φορές ακολουθούνται αμέσως μετά με μια εξ ίσου μεγάλη επεξηγηματική πρόταση (προφανώς ο συγγραφέας αισθάνεται την ανάγκη να βοηθήσει τον αναγνώστη στην κατανόηση των γραφομένων του). Λέξεις όχι πολύ κοινές, όπως έθος (αρχαιοελληνικό), αυτοπραγμάτωση (λόγιο), εγωτικός (λόγιο, ενδογενές δάνειο), θέσμιση, ζεύγμα (αρχαιοελληνικό), μερικευτικός (μεσαιωνικό), πρωτοτυποποίηση (τεχνολογικός όρος επιστήμης των ΗΥ), που απαντώνται είτε στα πολύ καλά και επικαιροποιημένα λεξικά, είτε μόνο στα σύγχρονα λεξικά του google. Και λέξεις που -από πλευράς μου τουλάχιστον- δεν βρέθηκαν σε κανένα λεξικό ( η χωρία του καθήκοντος, γκλαμιλλενιουμ). Λέξεις ξενικές γραφόμενες με ελληνικούς χαρακτήρες (μπρικολάζ, ντετερμινιστικός), ενώ έχουν ήδη καθιερωθεί δόκιμες μεταφράσεις τους στα ελληνικά (μαστόρεμα, αιτιοκρατία), ενώ άλλες ξένες λέξεις παραθέτονται αυτούσιες (roller coaster, compromis). Μερικές λέξεις και όροι, που χρησιμοποιούνται στο βιβλίο είναι νεοφανής απόδοση στα ελληνικά όρων από ξένα λεξιλόγια. Πράγματι, ενώ παλιότερα οι ξένες γλώσσες δανείζονταν και προσάρμοζαν λέξεις από την πλουσιότερη -τότε- ελληνική γλώσσα, σήμερα η ελληνική αναγκάζεται να δανεισθεί ξένες λέξεις ώστε να εκφραστούν νέα φαινόμενα, τεχνολογικά ή και κοινωνιολογικά. Η χρήση νεολογικών αποδόσεων στα ελληνικά (στην περίπτωσή μας: συμπεριφορισμός, εξαιρετισμός, ταυτοτικός) αντί των ξένων λέξεων, που πολλές φορές είναι ευκολότερα κατανοητές από τον μέσο αναγνώστη (behaviourism, exceptionalism, identitarian) είναι ένα γενικότερο θέμα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εχει ήδη θιγεί από τον μοναδικό Θεοδόση Τάσιο, ο οποίος μας θύμισε ότι «κατά τον Μ. Τριανταφυλλίδη ο ξενικός όρος υπονομεύει τελικά τη γλώσσα». Επομένως, οι όροι πρέπει να αποδίδονται στην ελληνική. Το ερώτημα είναι πόσο δόκιμοι είναι οι νεολογισμοί με τους οποίους οι σύγχρονοι αρθρογράφοι ή συγγραφείς αποδίδουν νεοφανείς ξενικούς όρους. Ο Θεοδόσης Τάσιος ήδη από το 1990 είχε μελετήσει το θέμα και είχε υποβάλλει προτάσεις (1990 και 2000) για τη δημιουργία εθνικού θεσμού παραγωγής και διάθεσης ορολογίας. Κρίμα που από τότε δεν έχει γίνει κάποια πρόοδος. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζεται από τον Ευάγγελο Βενιζέλο σαν «εννοιολογικά ευρηματικός και καταιγιστικός και αφηγηματικά γοητευτικός». Συμφωνώ απόλυτα, όσον αφορά τις εννοιολογικές ικανότητες. Όμως, την αφηγηματική γοητεία, που πράγματι χαρακτηρίζει τον συγγραφέα, μόνο αναγνώστες του επιπέδου του Ε.Β. μπορούν να απολαύσουν. Όταν η λέξη «κορυβαντιώ», που χρησιμοποιήθηκε πρόσφατα από το Υπουργείο Πολιτισμού, ήγειρε τόσο μεγάλο θόρυβο και συζήτηση για το πόσοι στις μέρες μας γνωρίζουν τη σημασία της λέξης, ανάλογο ερώτημα προκύπτει και για λέξεις όπως αυτές που επισήμανα. Παρόλα αυτά, ή ίσως και για αυτά, το βιβλίο το συνιστώ ανεπιφύλακτα όχι μόνο στους φοιτητές της κοινωνιολογίας, αλλά και σε φοιτητές κάθε γνωστικού πεδίου σαν άσκηση γλωσσικής επάρκειας και βελτίωσης.
Μου πήρε κάτι παραπάνω από έναν χρόνο για να τελειώσω το καταπληκτικό βιβλίο του εξαιρετικού καθηγητή κ. Παναγιωτόπουλου. Πρόκειται για ένα βιβλίο κοινωνιολογικής καταγραφής που συνοψίζει και περιγράφει το «τίνος είσαι συ» της ελληνικής μεσαίας τάξης, το πώς εξελίχθηκε και πού βρίσκεται, μέχρι και την 1η χρονιά της πανδημίας. Πρόκειται για ένα ακαδημαϊκό μεν, προσιτό δε ανάγνωσμα που προσπαθεί, χωρίς -θα πω εγώ- απτές ιδεολογικές παρρεκλίσεις να αποτελέσει ένα βιβλίο αναφοράς για το θέμα.
Προσωπικά το διάβασα από απλό ενδιαφέρον, και όχι για λόγους ακαδημαϊκούς. Και γι' αυτό το διάβασα με το «πάσο» μου και το χάρηκα.
Ενώ το περιεχόμενο είναι πολύ ενδιαφέρον με παίδεψε αυτό που καταλαβαίνω πως μάλλον είναι η «η διάλεκτος των επιστημόνων της Κοινωνιολογίας»… Διάβαζα και ξαναδιάβαζα μια φράση για να καταλάβω τι πραγματικά έγραφε.