Στα τέλη του 20ού αιώνα, στη Θεσσαλονίκη, η Δέσποινα, καθηγήτρια Αγγλικών, ανακαλύπτει μετά τον θάνατο των γονιών της κάποια στοιχεία που τη βάζουν σε υποψία. Αδυνατώντας να τα αγνοήσει, αρχίζει να αναζητά την αλήθεια. Όταν κάποτε της αποκαλύπτεται, αποδεικνύεται πολύ πιο οδυνηρή απ' όσο μπορούσε να φανταστεί. Η μέχρι τότε ανέφελη ζωή της, αλλά και η ίδια η ύπαρξή της κλονίζονται συθέμελα. Από κει και πέρα δεν της απομένει παρά η αγωνία και ο αγώνας για να δαμάσει αυτό το άγριο πράγμα που λέγεται αλήθεια. Θα τα καταφέρει; Κι αν ναι, με ποιο τίμημα; Παράλληλα, σε μια πολίχνη της Γερμανίας, ένας δασολόγος, ο Κουρτ -ορφανός πολέμου, μεγαλωμένος από μια κρυπτοναζί γιαγιά- ανακαλύπτει και αυτός με οδύνη ότι έχει ζήσει όλη τη ζωή του σε μια πλάνη. Ιχνηλατώντας τη δικιά του αλήθεια φτάνει στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, σε μια μοιραία συνάντηση με τη Δέσποινα, θα αποκαλυφθεί και στους δύο το τελευταίο μυστικό. Ένα μυθιστόρημα για το πώς η μοίρα, η πλάνη, το ψέμα και η αλήθεια παίζουν στα δάχτυλα τη ζωή μας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Το 1965 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Το 1966 πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό "Εποχές" του Άγγελου Τερζάκη με το διήγημα "Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο". Ακολούθησαν δημοσιεύσεις πεζών και ποιημάτων σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις. Το 1972 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο "Ο δραπέτης στο δέντρο". Από τότε μέχρι σήμερα έχει εκδώσει άλλα δεκαέξι βιβλία, τα περισσότερα μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ξένες γλώσσες. Επίσης έχει ασχοληθεί και η ίδια με μεταφράσεις βιβλίων, κυρίως κοινωνικοπολιτικών. Το 2001 τιμήθηκε με το βραβείο Ιπεκτσί για το μυθιστόρημά της "Σαν το μετάξι" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996).
Η συγγραφέας Λία Μεγάλου – Σεφεριάδη στο βιβλίο: «Μέρες και νύχτες της ζωής μας» δημιούργησε έναν μυθιστορηματικό κόσμο άρτια δομημένο, ικανό να διεκδικήσει μια εξέχουσα θέση στη συνείδηση του αναγνώστη. Είναι ένας κόσμος φυσικά συντονισμένος με τις ζωές των δρώντων προσώπων, εμπλουτισμένος με έντονες εικόνες που αναδεικνύουν τα γεγονότα, καθορίζουν τον χρόνο, χρωματίζουν τον αφηγηματικό λόγο, σκιαγραφούν τους ήρωες, την πορεία και ψυχοσύνθεσή τους.
Οι κεντρικοί ήρωες ενωμένοι μεταξύ τους με αόρατους δεσμούς, θέτουν σημαντικά ερωτήματα τα οποία αν και έχουν απαντηθεί στην πάροδο της ιστορίας με ρεαλιστικούς όρους, παραμένουν εσαεί οδυνηρά αναπάντητα.
Αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα οφείλει να επιλύσει η λογοτεχνία με μοχλό τον αφηγηματικό λόγο μέσω του οποίου αναπτύσσονται αναρριχώμενοι μηχανισμοί που απαλύνουν τις ανίατες πληγές, φωτίζουν τα σκοτάδια και ενώνουν τον κόσμο κάτω από ένα ζητούμενο που δεν είναι άλλο από την γυμνή αλήθεια. Πώς και πότε κλείνουν οι πληγές ενός πολέμου; Ποιοι είναι οι θύτες και ποια τα θύματα; Μέχρι πότε οι συνέπειες του θα τροχοπεδούν τις ζωές των ανθρώπων; Πώς είναι δυνατόν, να διαταράσσεται η ειλικρινής πρόθεση της αγάπης των γονιών; Πόσο εύκολα καταρρέει μια συζυγική σχέση; Πόση δύναμη μπορεί να αντλήσει ο άνθρωπος από την επαφή του με τη φύση; Πώς αυτοϊάται και οδηγεί ξανά τη ζωή του προς το φως;
«Γιατί άραγε, ενώ η ιστορία της ανθρωπότητας είναι βουτηγμένη στο αίμα, το κεφάλαιο του ναζισμού ζητάει ακόμη, έπειτα από μισό αιώνα εξηγήσεις; Μήπως γιατί δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου;»1
Η Λία Μεγάλου Σεφεριάδη συνέθεσε αριστοτεχνικά μια πολύπλευρη ιστορία ανοίγοντας πολλά μέτωπα, με πρωταγωνιστές τη Δέσποινα και τον Κουρτ, οι οποίοι είναι οι αγγελιαφόροι των γεγονότων που έλαβαν χώρα στο παρελθόν, ανέτρεψαν εκ των αποτελεσμάτων το παρόν και προδιέγραψαν ένα απρόσμενο μέλλον.
Αν και διανύουμε προς τη δύση του τον 20ο αιώνα με σημείο αφετηρίας τη Θεσσαλονίκη, ένα μεγάλο μέρος της μυθιστορίας αναφέρεται στην πύρινη εποχή του 2ου παγκόσμιου πόλεμου, στην τύχη των καταδιωκόμενων Εβραίων, στη μεταπολεμική γερμανική πραγματικότητα, και σε πολλά άλλα γεγονότα που ένα-ένα και όλα μαζί συνιστούν την ειδοποιό διαφορά η οποία καθιστά την ύπαρξη τού μυθιστορήματος αναγκαία για τον εξής σπουδαίο λόγο:
«Συγκρατεί τον κόσμο του βιώματος» κάτω από έναν αέναο φωτισμό έτσι ώστε να μας προστατεύει από τη «λήθη του είναι»2
Η Δέσποινα μια γυναίκα στη γοητευτική αλλά και ευάλωτη περίοδο της ύστερης ωριμότητάς της, μετά τον θάνατο των γονέων της, ταλανίζεται από την ανάγνωση ενός ιδιόχειρου σημειώματος που αφορά την ύπαρξή της. Το γεγονός αυτό την ωθεί σε μια χαώδη εξερεύνηση του παρελθόντος, η οποία εκτός από τις αμφιβολίες που γεννά σχετικά με την καταγωγή της, θεριεύει εσωτερικές υπαρξιακές αναζητήσεις, που την οδηγούν εκ των πραγμάτων σε μια μη αναστρέψιμη αποξένωση από τον σύντροφό της καθώς και σε μια επικοινωνιακή άρνηση με το περιβάλλον της.
«Η αγάπη είναι επίπλαστη. Ο έρωτας ναι, αυτός είναι αληθινός όσο διαρκεί η πλάνη του, επειδή τον επιτάσσει η φύση!»3
Ο Κουρτ ένα παιδί θύμα του πολέμου, μεγαλώνει με τη γιαγιά του, αφού ο πόλεμος του στέρησε και τους δύο του γονείς, σε ένα περιβάλλον που απ` τη μια πλευρά αναζωπυρώνει τη ναζιστική αλαζονεία και από την άλλη προσπαθεί να κλειδώσει τα απάνθρωπα πολεμικά έργα του Γ΄ Ράϊχ στο χρονοντούλαπο της επίσημης ιστορίας και να χτίσει ένα νέο μέλλον. Παρόλες τις δυσκολίες, επιλέγει τον δρόμο προς την πηγή της ζωής που δεν είναι άλλη από τη φύση και τα δημιουργήματά της. Έχει τους ίδιους προβληματισμούς με τη Δέσποινα ως προς τη γονιδιακή καταγωγή του και αναρωτιέται βασανιζόμενος, τι μπορεί να έχει κληρονομήσει από τον πατέρα του Γερμανό αξιωματικό και συμμέτοχο σε εγκλήματα πολέμου.
« Ο Κουρτ κοιτούσε το θύμα του μαρμαρωμένος. Έπειτα έσκαψε μια λακκουβίτσα και το έθαψε. Η Γκρέτα έφτιαξε με δυο ξυλάκια έναν σταυρό και τον απόθεσε στον τάφο. «Ποτέ ξανά», ορκίστηκαν πιασμένοι απ` το χέρι. Ποτέ ξανά!»4
Οι κεντρικοί ήρωες που έχει δομήσει η Λία Μεγάλου Σεφεριάδη κουβαλούν στην πλάτη τους την ευθύνη των πράξεων των γονιών τους και κατά προέκταση της γενιάς και της εποχής που ανήκαν. Στη Δέσποινα αυτό συνέβη ως κεραυνός εν αιθρία και σήμανε το τέλος μιας «ταχτοποιημένης» ζωής, ενώ όσον αφορά τον Κουρτ η σκιά αυτής της ευθύνης παρεισφρέει για πολλά χρόνια στις ανήσυχες διαδρομές της ζωής του.