Στο μικρό ακριτικό χωριό όλα μοιάζουν ειρηνικά, ώσπου ο επτάχρονος γιος του Νίκου εξαφανίζεται κοντά στα σύνορα. Ο Νίκος τον αναζητεί απεγνωσμένα, η γυναίκα του συμπεριφέρεται περίεργα κι ο αδελφός του έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης. Όμως, όταν μαθεύεται πως στο γειτονικό μουσουλμανικό χωριό, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά των συνόρων, ένας τζιχαντιστής έχει μόλις επιστρέψει από τη Συρία, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα.
Οι φήμες οργιάζουν: ατύχημα, φόνος, απαγωγή ή νέο παιδομάζωμα; Ο Νίκος ψάχνει κίνητρα και υπόπτους, ενώ μια παράξενη ομίχλη θολώνει τα μυαλά των ανθρώπων. Μια ομίχλη που θα αποκόψει τους ακρίτες από τον υπόλοιπο κόσμο και τον πολιτισμό, φέρνοντας στην επιφάνεια θαμμένα μυστικά.
Ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα μυστηρίου και αγωνίας για την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, ένα βιβλίο με καταιγιστικό ρυθμό, σύνθετη πλοκή και απροσδόκητο τέλος.
Ο Βαγγέλης Μπέκας είναι συγγραφέας και σεναριογράφος. Έχουν εκδοθεί πέντε μυθιστορήματά του και είναι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Επίσης, έχει σκηνοθετήσει βιντεοποιήματα, μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ, ενώ έχει βραβευτεί από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδας για τα μεγάλου μήκους σενάριά του Το 13o υπόγειο και H χύτρα.
Σ’ένα χωριό, μάλλον της Ηπείρου, χωρίς όμως παραδοσιακούς ξενώνες όπου για ένα Σαββατοκύριακο πληρώνεις το δωμάτιο για σαλέ στην Ελβετία, εξαφανίζεται ο εννιάχρονος γιος του Νίκου. Κι εκεί αρχίζει το μυστήριο: πού είναι το παιδί; Το απήγαγαν, το σκότωσαν, απλώς κρύβεται, χάθηκε? Σιγά – σιγά στο κάδρο μπαίνουνε ύποπτοι πολλοί: υπόκοσμος, τζιχαντιστές, λολίτες, οικογενειακά μυστικά που στην ελληνική επαρχία γίνονται μυστικά του χωριού που όλοι ξέρουν και κανείς δεν μιλάει. Κι εδώ συνάντησα αυτή τη νέα τάση, γράφουμε βιβλία για να γίνουν ταινίες ή σήριαλ (α! ρε Netflix τι μας έκανες!) Μικρά κεφάλαια, γρήγορη εναλλαγή σκηνών, cut, πάμε στην επόμενη σκηνή, ξανά cut, μπορεί στο μέλλον αυτού του είδους η λογοτεχνία να ονομαστεί και «σεναριακό μυθιστόρημα», why not? Προσωπικά, δεν με κερδίζει αυτό το στυλ γραφής, ομολογώ όμως πως στο συγκεκριμένο ελληνικό φολκλόρ αστυνομικό, μπορεί και να του πηγαίνει. Στα συν του βιβλίου, η αγωνία να δεις τι έγινε το παιδί και γιατί εξαφανίστηκε. Σαφώς page turner. Μου άρεσαν επίσης οι περιγραφές κι εκείνη η πνιγηρή ατμόσφαιρα της καταθλιπτικής ελληνικής επαρχίας, που όμως μερικές φορές παραήταν too much αλλά οκ, το συναίσθημα πήγαινε ασορτί – τρουα πιες με το τοπίο και τη δράση. Παρ’όλα αυτά, το εγχείρημα έχασε στις λεπτομέρειες γιατί ως γνωστόν οι λεπτομέρειες κάνουν τη διαφορά. Αφορμή για να χαθεί το παιδί είναι ένα παγούρι που σπάει. Δεν σπάνε ρε παιδί μου, έτσι τα παγούρια από μια γλύστρα. Με τι παγούρι πήγε κυνηγός πράγμα για μπεκάτσες? Με γυάλινο ή με παραδοσιακό ξύλινο που πουλάνε στο Μέτσοβο; Και άντε χάθηκε το παιδί, για πόσες ώρες – μέρες, το ψάχνεις μόνος σου και δεν τρέχεις στην αστυνομία; Και συνεχίζω, παιδί χάθηκε όχι σκυλί, κι ένα ολόκληρο χωριό προτιμά να πίνει τσίπουρα στον καφενέ αντί να βγει να ψάξει το παιδί; Και τα παιδιά του χωριού, τι φάση; Χάθηκε ο φίλος τους κι εκείνα συνεχίζουν να παίζουν ποδόσφαιρο σαν να μην συμβαίνει τίποτα; Μήπως αυτό το χωριό παρακάπνισε χόρτο; Τριαράκι γιατί ήταν page turner παρά τις αστοχίες…
Ένα ομιχλώδες έργο μυστηρίου, με ιλιγγιώδες βάθος στα έγκατα της ψυχής των ηρώων του. Με βασικό κορμό την πολυπολιτισμικότητα κ φόντο μια εξαφάνιση, ο Βαγγέλης Μπέκας μας αφηγείται μια ιστορία βαθιά συγκρουσιακή, κ επώδυνη. Οι χαρακτήρες ξεγυμνώνονται αργά μέσα από ατελείωτα πέπλα ενόχων κ προκαταλήψεων. Ένα κρεσέντο συναισθημάτων σε ασθματικό τέμπο, κ ένα μεγαλειώδες φινάλε.
Ο "Γιος μας" είναι για μένα ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος και είμαι χαρούμενος τόσο που ανήκει σε ελληνική πένα όσο και που ανήκει στο ευρύτερο φάσμα του crime fiction. Στην πλοκή του βιβλίου ακολουθούμε την ιστορία εξαφάνισης του μικρού Γιωργάκη κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και, κυρίως, την προσπάθεια του πατέρα του Νίκου για να τον βρει έχοντας να αντιμετωπίσει μια ομίχλη μυστικών και κρυφών συμφωνιών που μπορούν να βάλουν φωτιά στην τοπική κοινωνία. Όμως ο Νίκος είναι απελπισμένος και θα έκανε τα πάντα για να βρει το παιδί του, ακόμη και αν έχει να αντιμετωπίσει μεταξύ άλλων τον μπλεγμένο με τον υπόκοσμο αδερφό του, τον πρόεδρο της κοινότητας και ξάδερφό του ή ακόμη και το ίδιο του το ένοχο παρελθόν. Σίγουρα το βιβλίο είναι ραμμένο στα πρότυπα σειράς του Netflix μέσα από τις παράλληλες αφηγήσεις του και την επεισοδιακή πλοκή του, όμως πέραν αυτού του προφανούς μπορείς να εντοπίσεις και σαν πηγές έμπνευσης το cult "Twin Peaks" (παραλείποντας βέβαια τις μεταφυσικές εξηγήσεις), καθώς και τα "Memories of Murder" και "Mother" του οσκαρούχου πλέον για τα "Παράσιτα" Bong Joon-Ho, ταινίες που λάτρεψα εξαρχής τόσο για την ατμόσφαιρα όσο και για την αιχμηρή τους κριτική στις τοπικές κοινωνίες, έχοντας όλες τους σαν κοινό παράγοντα το μυστήριο που απλά θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου. Δεν πρόκειται για ένα απλό βιβλίο που μπορείς να διαβάσεις στις διακοπές σου, ούτε και για το εύκολο ανάγνωσμα που θα σε κάνει να ξεχάσεις την Καραντίνα #2 (και το όσο ακόμα θα κρατήσει). Εδώ μιλάμε για ένα εξαιρετικό βιβλίο που αξίζει τον χρόνο όλων μας και που θα ήταν εξαιρετικό για την μικρή ή την μεγάλη οθόνη.
Τι φανταστικό βιβλίο, άλλος ένας καινούργιος συγγραφέας για εμένα. Ο γιος μας είναι ένα βιβλίο μυστηρίου που με κρατούσε σε αγωνία από την αρχή μέχρι το τέλος!Καθως το διάβασα είχα απορίες για το τι μπορεί να έχει συμβεί! Αναρωτιόμουν που θα μας οδηγήσει ! Η εξαφάνιση του γιου του Νίκου είναι το κυρίως θέμα της ιστορίας μας!Υπαρχει δραμα μυστήριο και πολλά αλλά που θα σας καθηλώσουν! Η γραφη πολύ καλή και μου άρεσε το ότι βλέπουμε διαφορετικές πλευρές από τα πρόσωπα της ιστορίας! Έκανε την ιστορία πιο γλαφυρή και έντονη!
Ελληνικό αστυνομικό μυθιστορημα που να χαλάρωσα και να απόλαυσα τα τελευταία χρόνια, μπορω να θυμηθώ μόνο του Μάρκαρη. Τα υπόλοιπα από μετριότητες μέχρι πραγματικά κακές προσπάθειες. Το συγκεκριμένο ξεκίνησε κεντριζοντας το αναγνωστικό ενδιαφέρον, με την εξαφάνιση ενός μικρού παιδιού σε ενα χωριό δίπλα στα σύνορα. Μέχρι τις τελευταίες 30 σελίδες που εξηγείται το μυστήριο, μεσολαβούν καμιά 200 ανιαρότατες σελίδες (που διαβάστηκαν διαγώνια, δεν αντέχονταν αλλιώς) όπου συμβαίνουν πράγματα μη ρεαλιστικά: οι γονείς δεν καλούν αστυνομία αμέσως (αργούν κανα 2ήμερο, ψάχνουν μόνοι και το βράδυ γυρνάνε σπίτι γιατί είναι... κουρασμένοι), όταν η αστυνομία έρχεται κάνει μια βόλτα στο καφενείο και... λεει ότι θα ξαναέρθει φέρνοντας σκύλο, οι συγχωριανοί είναι κάπως αδιάφοροι και πίνουν τσίπουρα στο καφενείο ενώ οι μόνοι πολύ ψάχνουν ειναι ένα ένοπλο (!) απόσπασμα εργαζομένων για τον πρόεδρο του χωριού, ο θείος του παιδιού περιφέρεται ψάχνοντας δανεικά αντί για το ανίψι, γενικώς ακατανόητες συμπεριφορές. Οι χαρακτήρες ειναι μονοδιάστατες καρικατούρες, η λολιτα κόρη του καφετζή, ο διεφθαρμένος πρόεδρος, η νοικοκυρά γυναίκα του, ο βίαιος μπράβος, ο τρελός του χωριού κτλ. Αν σε αυτά προσθέσουμε και μια αφηγηματική γραμμη που εκτυλίσσεται από την άλλη μεριά των συνόρων, όπου για σελίδες επί σελίδων ένας μουσουλμάνος πηγαίνει μέχρι ενα σπίτι, κοιτάει την κοπέλα που μένει εκεί και φεύγει (filler λέγεται αυτό, για να πιάσουμε το νούμερο σελίδων), την δραματική αγωνία που θέλει ο συγγραφέας να κορυφώσει περιγράφοντας την... ομίχλη που πέφτει στο χωριό και λοιπά καιρικά φαινόμενα και το διακπεραιωτικό, δήθεν ανατρεπτικό τέλος, τι μένει από το βιβλιο; Τίποτα, μια απογοήτευση κι ένας εκνευρισμός. Δεν ξέρω ποιος ηταν ο σκοπός, να γράψει ο συγγραφέας ένα αγωνιώδες αστυνομικό μυθιστορημα; Να αναδείξει τη διαφθορά και τη σήψη που υπάρχει στις κλειστές κοινωνίες; Αυτό κι αν με εκνεύρισε! Ρε παιδιά, φροντίστε πριν τοποθετήσετε την αφήγηση σε ενα χωριό να έχετε ζήσει κιόλας σε ένα λίγο παραπάνω από το κλασικό τριήμερο του Δεκαπενταύγουστου! Υ. Γ. Μπαίνοντας να βαθμολογησω είδα τα κλασικά δημοσιοσχεσίτικα 5αρια. Πόσο εύκολα νομίζετε ότι μπορείτε να ξεγελάσετε τους αναγνώστες με 5αρια από γνωστούς και συγγενείς;
Ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με έντονο το στοιχείο του μυστηρίου,του ψυχολογικού θρίλερ.Ο συγγραφέας επιλέγει το μυθιστόρημα του να διαδραματίζεται σ'ένα χωριό δίπλα στα σύνορα κι ένα μικρό κομμάτι του στη Θεσσαλονίκη.Ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα δοσμένο σε μικρά-κοφτά κεφάλαια στα οποία εναλάσσει με έξυπνο τρόπο την τριτοπρόσωπη αφήγηση με την πρωτοπρόσωπη μέσω του Νίκου.(δείτε το οπισθόφυλλο παραπάνω).Κι έτσι με κινηματογραφική όπως θα χαρακτήριζα γραφή στήνει ένα μοναδικό σκηνικό μυστηρίου στο οποίο είχα την αίσθηση πως συμμετείχα κι εγώ σε κάθε σκηνή,κάθε σελίδα,κάθε ανατροπή.Ένιωθα την αγωνία του Νίκου,αναζητούσα το γιο του στο δάσος, κρύφτηκε;;; συνέβει κάποιο ατύχημα με κυνηγούς που κινούνται στην περιοχή;;;μήπως τον πήραν οι απέναντι;;;(όπου οι απέναντι είναι μουσουλμάνοι με άλλα ήθη,έθιμα,πιστεύω)περιπλανιόμουν μαζί με το Νίκο και το υπόλοιπο χωριό στο δάσος κατά την αναζήτηση του μικρού, με φόβιζε η ομίχλη και ναι είμαι ρομαντική και παράξενη όπως εκείνος και πιστεύω πως το πιο σημαντικό είναι η αγάπη κι όχι το χρήμα στο οποίο πίστευε ο Πρόεδρος του χωριού... Ένιωθα την αγωνία της Άρτεμης καθ'όλη τη διάρκεια της ομηρίας της στη Θεσσαλονίκη μέχρι να βρει ο Δημήτρης τα χρήματα....άκουγα τη φωνή του μουεζίνη..... 📖 Κάπου εδώ όμως θεωρώ πως θα πρέπει να σταματήσω γιατί θα αποκαλύψω στοιχεία που δεν πρέπει!!!Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως το κουβάρι του μυστηρίου και των ανθρώπινων σχέσεων του πολυπρόσωπου αυτού μυθιστορήματος ξετυλίγεται αργά-αργά κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα την άψογη παρουσίαση όλων των χαρακτήρων, των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους και ταυτόχρονα κλιμάκωση της αγωνίας, με συνεχής ανατροπές κι ένα τέλος που οφείλω να ομολογήσω δεν είχε καν περάσει από το μυαλό μου!!! 📖 Για όλα τα παραπάνω μπήκε στη λίστα με τα 10 καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος, συστήνεται ανεπιφύλακτα!!!
Μου αρέσουν τα βιβλία που είναι πρωτότυπα και δε μοιάζουν με κανένα άλλο. Στις μέρες μας λίγα είναι αυτά! Γι αυτό και το συγκεκριμένο βιβλίο μου άρεσε! Βέβαια σε κάποια σημεία με κούρασε η επανάληψη. Αλλά ήταν το μόνο αρνητικό που βρήκα.
Τώρα, νιώθω πολύ άσχημα για τα δύο αστεράκια που βάζω αλλά πραγματικά υπάρχουν θέματα στην πλοκή που δεν μπορώ να τα παραβλέψω. Ως γονιός δεν υπάρχει περίπτωση οι αντιδράσεις μου να είχαν την οποιαδήποτε ομοιότητα με αυτές των γονιών του αγοριού που χάθηκε στο βιβλίο. Θα γύρναγα τον κόσμο ανάποδα και ας καεί ο κόσμος όλος, αρκεί να βρεθεί το παιδί. Και ακριβώς το ίδιο θα έκανα και αν χανόταν ο ανιψιός μου. Ακόμη και ο γιος της γειτόνισσας. Αλλά δεν θα αναλύσω κάτι περισσότεροι εδώ, τα είπανε άλλοι καλύτερα από εμένα. Γεννήθηκα, μεγάλωσα και εξακολουθώ να μένω στην ελληνική παραμεθόριο στα σύνορα με την Τουρκία, το χωριό μου το χωρίζουν μερικά μέτρα από τον ποταμό Έβρο (μέτρα, όχι χιλιόμετρα) και πολύ συχνά πηγαίνω για δουλειά ή για βόλτα στα χωριά που βρίσκονται όμορα με την Τουρκία. Καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά ότι δεν ήθελε να προσβάλει κάποιον ο συγγραφέας και ειλικρινά δεν προσβλήθηκα, απλά δεν περίμενα να διαβάσω για ένα χωριό στο οποίο όλοι έχουν (ας το πω ευγενικά) περίεργη αν όχι παραβατική συμπεριφορά. Τέλος πάντων, θα μείνω σε όσα αγάπησα στον συγγραφέα διαβάζοντας το "Μαύρο φυλακτό" που είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία, ίσως να φταίει και ότι περίμενα κάτι που να μου δημιουργήσει παρόμοια συναισθήματα με εκείνο ενώ το "ο γιος μας" είναι βιβλίο τελείως διαφορετικού είδους. Συγγνώμη αν στεναχωρώ τον συγγραφέα ή τους αναγνώστες που αγάπησαν το βιβλίο, απλά στεναχωρήθηκα κι εγώ με την πλοκή.
Μέσα στο τόσα πενταστερα αισθάνομαι αμήχανα που βάζω δυο(με επιείκεια) αλλά ρε γαμωτο δεν μπορώ να χωνέψω ότι χάνεται ένα παιδί και καλεις την αστυνομία μετά απο δύο ημέρες. Αυτά δεν γίνονται. Ας μη μιλήσω και για τους κατοίκους του χωριού που είναι σαν να έβλεπα το καφε της Χαράς.
Τρισίμιση χρόνια μετά το "Μαύρο φυλακτό", ένα αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα, ο Βαγγέλης Μπέκας επιστρέφει με το πέμπτο κατά σειρά μυθιστόρημά του, για να μας προσφέρει μια εντελώς διαφορετική αναγνωστική εμπειρία. Μας ταξιδεύει σε μια μικρή ακριτική περιοχή της χώρας, όπου οι ζωές των ανθρώπων μπορεί να φαντάζουν ήρεμες και απλοϊκές αλλά δεν είναι, παρουσιάζοντάς μας ένα ανθρώπινο δράμα γεμάτο από μυστήριο και αγωνία, μα και ένα δράμα σύγκρουσης ιδεών, αξιών, πολιτισμών, όλα μαζί μπλέκονται σε ένα κουβάρι, με αποτέλεσμα τα νήματά τους να δεθούν σε κόμπους τούς οποίους δεν είναι εύκολο να λύσει κάποιος.
Σε αυτό το ακριτικό χωριό, λοιπόν, έρχεται η εξαφάνιση ενός επτάχρονου αγοριού για ν' ανατρέψει τα πάντα, όλα όσα γνώριζαν και πίστευαν οι κάτοικοί του -και όχι μόνο-, μέχρι εκείνη της στιγμή. Μια εξαφάνιση που φέρνει τον πατέρα του αντιμέτωπο με έναν φόβο ανείπωτο, που κανένας γονιός δεν θα ήθελε να νιώσει, μα και ολόκληρη τη μικρή κοινωνία που τους περιβάλλει με όλα όσα έχουν μέσα τους, με όλα όσα μπορεί να κρύβουν, με όλα εκείνα τα μυστικά που έβαψαν βαθιά μέσα στο σκοτάδι ώστε να κρύψουν μια αλήθεια που μπορεί να τους πονούσε ή να τους απειλούσε. Οι ισορροπίες ανατρέπονται, η εμπιστοσύνη είναι μια λέξη που όσο πιο βαθιά μπαίνουμε στην ιστορία αυτή αποκτά όλο και μικρότερο νόημα και οι σχέσεις όλων διαταράζονται, με τις συνέπειες όλων αυτών να είναι άγνωστες και κανείς να μην μπορεί να τις προβλέψει.
Όπως κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι έχει πραγματικά συμβεί. Πολλά τα ενδεχόμενα και οι πιθανότητες, με το κάθε ένα από αυτά να φαντάζει εξίσου λογικό και παράλογο την ίδια στιγμή, ίσως γιατί η λογική συγκρούεται με το συναίσθημα και η αλήθεια με τα μυστικά που παλεύουν να μην αποκαλυφθούν, παίζοντας υποσυνείδητα με τους πιο κρυφούς και μύχιους φόβους όλων όσων εμπλέκονται, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Η γυναίκα του Νίκου, και μητέρα του αγοριού που έχει εξαφανιστεί, δεν συμπεριφέρεται όπως θα ήταν αναμενόμενο, ο αδερφός του έχει μπλεξίματα με τον υπόκοσμο, ενώ στο γειτονικό μουσουλμανικό χωρίο, που βρίσκεται πίσω από τον φράκτη των συνόρων, ακούγεται πως έχει επιστρέψει ένας τζιχαντιστής από τη Συρία. Όπως αντιλαμβάνεστε, στο μικρό αυτό αγόρι μπορούσε να έχει συμβεί το οτιδήποτε, από το να έχει πέσει θύμα απαγωγής, ή ακόμα χειρότερα ενός σύγχρονου παιδομαζώματος, μέχρι το να είναι νεκρό, είτε ο πιθανός θάνατός του οφείλεται σε ατύχημα που κάποιος προσπαθεί να καλύψει είτε σε κάτι πιο διεστραμμένο.
Ο Βαγγέλης Μπέκας έχει δημιουργήσει την ιδανική ατμόσφαιρα προκειμένου να αφηγηθεί μια ιστορία όπως η συγκεκριμένη, που είναι γεμάτη σκοτεινά μυστικά και γεγονότα που ταράζουν συθέμελα το είναι μας. Σκοτεινή και ομιχλώδης, όπως ακριβώς και οι συνθήκες στα σύνορα, η ροή μάς παρασύρει σε έναν αγώνα δρόμου μέσα στον οποίο συλλέγουμε ασταμάτητα πληροφορίες, άλλοτε μικρότερες και άλλοτε μεγαλύτερες, προσπαθώντας να ενώσουμε τα κομμάτια ενός παζλ που αποδεικνύεται όλο και πιο περίπλοκο, σε κάθε νέο μας βήμα. Μπορούμε σχεδόν να νιώσουμε την πνιγηρή ατμόσφαιρα, να μυρίσουμε την υγρασία στον αέρα, να την νιώσουμε να παγώνει το δέρμα μας και να δυσκολεύει την αναπνοή μας, και σε συνδυασμό με το ότι τα περιθώρια στενεύουν σε κάθε βήμα, μια αρρωστημένη δυσφορία μας κατακλύζει και συγκρούεται συνεχώς με την ελπίδα μας την οποία και προσπαθούμε να μην χάσουμε.
Χριστιανοί και μουσουλμάνοι, με την διάκριση ανάμεσά τους να οριοθετείται έτσι ακριβώς όπως πρέπει, από τον συγγραφέα, μπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι εξελίξεων που θολώνει το μυαλό τους και που δεν τους επιτρέπει να δουν πάντοτε καθαρά, με το παρελθόν και το παρόν να συγκρούονται και να οδηγούν σε ένα αμφίβολο μέλλον. Η σπονδυλωτή και δαιδαλώδης αφήγηση, που μας μεταφέρει στον τόπο, στον χρόνο, αλλά και σε δεκάδες διαφορετικά πρόσωπα, σίγουρα καθιστά πιο απαιτητική την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου, αλλά και εξαιρετικά ευφυή την ίδια στιγμή, προκαλώντας μας να μην χάσουμε ούτε λέξη, συμμετέχοντας σε έναν αγώνα δρόμου που θα μας οδηγήσει σε ένα ανατρεπτικό φινάλε, πέρα από κάθε φαντασία ή προσδοκία, το οποίο είμαι βέβαιη πως θα μείνει στο μυαλό σας για καιρό, όπως και το βιβλίο στο σύνολό του. Στο δικό μου, τουλάχιστον, θα μείνει σίγουρα.
Σε ένα ακριτικό χωριό της Ελλάδας, ένα αγόρι χάνεται σε ένα δάσος κοντά στα σύνορα και οι ήρωες του μυθιστορήματος (οι οποίοι συχνά βρίσκονται μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας) ξεκινούν μια αγωνιώδη αναζήτηση. Η παραπάνω κατάσταση, από μόνη της, ίσως και να αρκεί για να γραφτεί μια ωραία ιστορία, αλλά ο Βαγγέλης Μπέκας ανεβάζει τον πήχη μερικά επίπεδα ψηλότερα. Οι χαρακτήρες είναι ενδιαφέροντες και με βάθος. Τα κίνητρά τους είναι αληθοφανή. Οι πράξεις τους δικαιολογούνται από το πλαίσιο της ιστορίας. Η ατμόσφαιρα είναι όπως ακριβως πρέπει για να βάλει τον αναγνώστη στο «μουντό» κλίμα του νουάρ που εκτυλίσσεται σε χωριό. Εκτός από τα παραπάνω, η όλη ιστορία αποτελεί από μόνη της μια αποστασιοποιημένη κριτική για την ξενοφοβία και για τους νόμους του κράτους που λειτουργούν κατά περίπτωση.
Από τα καλύτερα βιβλία που πέσαν στα χέρια μου μέσα στο 2020.
Απλά αριστούργημα! Εξαιρετικό έργο και πάρα πολύ δυνατή ιστορία. Είναι εμφανές ότι η ποιότητα του έργου, η δουλειά και το ταλέντο από πλευράς του συγγραφέα είναι απαράμιλλα. Χειμαρρώδες, καθηλωτικό, βαθιά συγκινητικό και ανατρεπτικότατο...
Η συνεχής εναλλαγή αφήγησης σε πρώτο και σε τρίτο πρόσωπο και οι συνεχείς εναλλαγές του χωροχρόνου, προσδίδουν μια ωραία, ξεχωριστή νότα στο όλο έργο και η γραφή γίνεται έτσι αρκετά κινηματογραφική. Ο τρόπος που αλληλοπλέκονται οι ιστορίες των ηρώων είναι αριστοτεχνικός και ευφυέστατος. Οι χαρακτήρες, τα συναισθήματα των ηρώων, οι τόποι, οι μυρωδιές, όλα ζωντανεύουν πλήρως μπροστά σου. Και φυσικά η αγωνία για το πώς χάθηκε ο γιος του Νίκου και τι απέγινε, κυριαρχεί και κορυφώνεται σε όλο σχεδόν το βιβλίο, καθώς δεν μπορείς με τίποτα να βρεις τη λύση του μυστηρίου.
Έρωτας, οικογενειακές σχέσεις, κοινωνία και κοινωνικές σχέσεις, όλα στο προσκήνιο. Το καλό ενάντια στο κακό, το αληθινό ενάντια στο ψεύτικο, η αγάπη ενάντια στο μίσος, η ειλικρίνεια ενάντια στην υποκρισία, η νομιμότητα ενάντια στον υπόκοσμο, η ηθική ενάντια στην ανηθικότητα, το δίκαιο ενάντια στο άδικο. Όλοι αυτοί οι δυϊσμοί που σε όλο το έργο μάχονται μεταξύ τους, ξεπηδούν ανά τις σελίδες ανελλιπώς.
Τελικά σου αφήνει έντονα συναισθήματα και σου δίνει ουσιαστικά μαθήματα ζωής. Παίρνουμε τη ζωή στα χέρια μας, ζούμε αυτό που θέλουμε εμείς, ζούμε τη δική μας αλήθεια και όχι την "αλήθεια" των άλλων και ότι μας επιβάλει μια υποκριτική κοινωνία. Διεκδικούμε και αξίζουμε τη δική μας ευτυχία. Όλα αυτά είναι στοιχεία διάχυτα μέσα στο βιβλίο και τα νιώθεις ξεκάθαρα πια, όταν γυρίσεις και την τελευταία σελίδα του.
Ένα μυθιστόρημα μυστηρίου, γρήγορο και ανατρεπτικό. Η εξαφάνιση του μικρού Γιωργάκη , ένας φόνος , οι βασικοί ήρωες και "οι άλλοι" σε ένα ακριτικό χωριό σε ένα τοπίο ομιχλώδες. Όλοι ένοχοι, όλοι αθώοι , όλοι ξέρουν αλλά και κανείς δεν γνωρίζει. Με κράτησε, με έβαλε γρήγορα στο κλίμα και άρχισα κι εγώ να συμπάσχω με τους ήρωες μας , να ανησυχώ και κατά κάποιο τρόπο να βρίσκομαι κι εγώ σε αυτό το μικρό χωριό και να ψάχνω για το εξαφανισμένο αγόρι. Το διάβασα πολύ ευχάριστα, πολύ γρήγορα με μεγάλη αγωνία.Ισάξιο , για να μην πω πολύ καλύτερο, από αλλά , ξένων διεθνώς αναγνωρισμένων συγγραφέων του είδους. Κόβω ένα αστεράκι γιατί νομίζω ότι είχε κάποιες παραπάνω πληροφορίες που δεν χρειάζονταν.
Τα τελευταία χρόνια, ο Βαγγέλης Μπέκας έχει κάνει ένα θεαματικό άλμα στο δύσκολο είδος του crime-drama κλειστών κοινωνιών σε ανοιχτό τόπο. Ο βραβευμένος Έλληνας συγγραφέας επιστρέφει αυτή τη φορά με ένα νουάρ μυθιστόρημα, χρησιμοποιώντας γραφή και τεχνικές που σε καθηλώνουν, και πιθανότατα είναι το καλύτερό του βιβλίο μέχρι να έρθει το επόμενο. Ο τόπος πάνω στον οποίο στήνεται η πλοκή είναι ένα ελληνικό ορεινό χωριό κοντά στα σύνορα, και κεντρικό πρόσωπο, ο πατέρας που χάνει το παιδί του στις ερημιές. Με σφιγμένη καρδιά και αγωνία παρακολουθούμε το δράμα του και τις απόπειρές του να βρει τον εφτάχρονο γιο του, ενώ γύρω του εξυφαίνεται ένας κόσμος αντιθέσεων. Θέλοντας και μη, ταυτίζεσαι με τον ήρωα, με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του να σε οδηγεί στα μονοπάτια του μυαλού του, να σε κλώθει και να σε μπερδεύει κι ύστερα να σε τραβά απ’ το χέρι για να λύσετε μαζί το μυστήριο. Είναι ένας καταραμένος ήρωας αυτός, όπως ακριβώς τον περιμένατε σε οποιοδήποτε νουάρ της πόλης, κι εδώ αριστοτεχνικά τοποθετημένος σε ένα χωριό λίγων κατοίκων. Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, κυρίαρχο ερώτημα γεμάτο σασπένς είναι τι ακριβώς συνέβη στο παιδί. Ήταν ατύχημα, απαγωγή ή θάνατος; Ποιος ευθύνεται; Είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ή μήπως η άβυσσος ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς και πιστεύω των χριστιανών και των μουσουλμάνων της περιοχής; Πόσο ένοχος είναι ο πατέρας που ο νους του παίρνει περίεργες στροφές; Γιατί η μητέρα του φέρεται περίεργα; Πόσο μπλεγμένοι είναι και οι δύο σε κάτι βρώμικο; Και όταν στο χωριό καταφθάνει ο άσωτος αδερφός της οικογένειας, αφήνοντας στο έλεος των κακοποιών τη γυναίκα του, η κατάσταση περιπλέκεται γιατί τον ακολουθεί και εκεί ο συρφετός της πόλης. Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες και δεκάδες άλλοι, τέλεια δουλεμένοι, ζωντανοί λες και δραπέτευσαν από κινηματογραφική ταινία. Πολύ σημαντικοί παράγοντες, ώστε να γίνει το βιβλίο δυνατό και γεμάτο συναίσθημα, είναι οι γυναίκες της ιστορίας, άγιες και διαβόλισσες μαζί. Κλέβουν την παράσταση, η γλυκιά μουσουλμάνα Σιμπέλ, η άρρωστη γιαγιά του παιδιού με τα παγωμένα μάτια, και βέβαια η γυναίκα του άσωτου γιού, η Άρτεμις, για την αγωνία που μας προσφέρει: [Με το αυτί της στην πόρτα προσπαθεί να συγκεντρώσει την ακοή της στο σαλόνι. Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Απόλυτη σιωπή. Λες να ’φυγε; Σκύβει στην κλειδαρότρυπα και βλέπει το μάτι του θηρίου να την κοιτά]. Και έτσι τελειώνει το κεφάλαιο. Ένα πολύ δυνατό ατού στο βιβλίο λοιπόν, είναι ο τρόπος που κόβονται τα κεφάλαια. Απότομα και χωρίς να σου δίνουν ένα τέλος. Όπως στο σημείο προτού εξαφανιστεί ο γιος: [«Πιάνει πάλι την καραμπίνα και τη σπρώχνει προς τα πάνω με όλη του τη δύναμη. Πολύ βαριά. Σπρώχνει με τα δυο του χέρια, ακροβατεί, τεντώνεται ακόμα λίγο, το λουρί της κάνει να ξεκρεμαστεί και…»] Τέλος κεφαλαίου. Βάλτε τώρα τη φαντασία σας να δουλέψει: αυτοπυροβολήθηκε ή πήρε την καραμπίνα κι έφυγε; Η απειλητική ατμόσφαιρα σπάει ευχάριστα σε κάποια σημεία, ώστε να δώσει ανάσα στον αναγνώστη: [«Ζηλεύουν! Έχεις βγάλει κοτζάμ Πολυτεχνείο, ενώ αυτ…» «Ξέρεις πόσο χρήσιμο είναι το Πολυτεχνείο όταν αρμέγω;» «Χωρίς τις δικές σου πατέντες, οι δουλειές του προέδρου δε θα προχωρούσαν (…)» «Αν έφτιαχναν Πολυτεχνείο στο χωριό, τη θέση του πρύτανη την είχα καπαρωμένη»]. Αυτό όμως για πολύ λίγο, το χιούμορ στις σωστές δόσεις, ώστε να παραμείνουμε στο κλίμα της αγωνίας και των ανατροπών του τέλους. Η ομίχλη που απλώνεται σε μεγάλο μέρος του βιβλίου δεν είναι μόνο το όχημα ώστε να πετύχει ο συγγραφέας την ατμοσφαιρική εικόνα ανάμεσα στα σύνορα των δύο χωρών που τις χωρίζει μίσος. Είναι το συναίσθημα που εισπράττουμε, γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε τι υπάρχει από πίσω, τίποτε δε διακρίνεται ολοκάθαρα: [«Φεύγω σφαίρα!» ακούω ξανά τη φωνή του μικρού, «σφαίρα, σφαίρα», στροβιλίζεται, αντηχεί χίλιες φορές μες στο κεφάλι μου και στο βάθος ακούγεται μια βροντή. Η βροχή δυναμώνει, τα κοράκια κρώζουν, φτερούγες πετούν κάτω από τα δέντρα. Το ιδρωμένο μου δάχτυλο κολλημένο στη σκανδάλη, ο μισός στην εγρήγορση, ο άλλος μισός σε αβεβαιότητα. Ομίχλη πολέμου, ομίχλη στο μυαλό]. Με έντονα φιλοσοφημένη διάθεση σε πολλά σημεία, όταν ακολουθούμε τις σκέψεις του ήρωα και μουσικότητα και ρυθμό στη γλώσσα, ο συγγραφέας υπογράφει με το ιδιαίτερο ύφος του που θυμίζει την παλιά καλή λογοτεχνία δίνοντας ταυτόχρονα σημερινή φρεσκάδα: [Είναι αυτοί που γράφουν ποίηση και βιβλία, εκείνοι που ζωγραφίζουν πίνακες και χτίζουν ναούς, εκείνοι που γεμίζουν θησαυροφυλάκια με χρυσάφι ή σκαλίζουν το αποτύπωμά τους όπου βρουν, από έπαρση, από ναρκισσισμό ή βλακεία, ίσως πάλι για να αφήσουν κάτι πίσω όταν πεθάνουν, να μη βυθιστούν στη λήθη. Να μην ξεχαστούν. Είναι κι αυτοί που πιστεύουν ότι είμαστε μέρος της φύσης, κομματάκια του ίδιου οργανισμού, όλοι ένα, και δεν πολυσκοτίζονται. Και πιστεύουν βαθιά πως όταν φεύγουμε για πάντα δε χανόμαστε, γιατί υπάρχουμε ακόμα μέσα σ’ αυτό το όλο που μας ενώνει. Εγώ όμως, νιώθω πως, αν χάσεις το παιδί σου, χάνεσαι κι εσύ]. Η συγκίνηση και η αγωνία φτάνουν στο ανώτατο σημείο όσο το βιβλίο πλησιάζει προς το τέλος του. Το φινάλε εξαιρετικό, από τις ομορφότερες σκηνές νουάρ που έχω διαβάσει ή φανταστεί ή δει. Αφήνεις στην άκρη το βιβλίο για λίγο και το σκέφτεσαι. Αυτό δε θέλουμε όταν τελειώνουμε την ανάγνωση;
Καθηλωτικο και αγωνιώδες, με τρόπο γραφής που "��τήνει" τη πλοκή κομματάκι- κομματάκι σαν παζλ. Το μόνο αρνητικό που βρήκα είναι το τέλος, το οποίο μου φάνηκε κάπως απότομο, εξ' ου και η αφαίρεση ενός αστεριού
Δεν είχα ξαναδιαβάσει βιβλίο του Βαγγέλη Μπέκα, αλλά τον είχα "εντοπίσει" και τον είχα στο...πρόγραμμα! Η μοίρα τα έφερε έτσι, ώστε το τελευταίο Σαββατοκύριακο πριν ανοίξουν τα σχολεία και πριν τυπωθεί το μεγάλο #backtoschool #Taλκ, δηλαδή το Σαββατοκύριακο της απόλυτης τρέλας, να πιάσω στα χέρια μου το νέο του βιβλίο "Ο γιος μας" [που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα, αλλά έρχεται την Πέμπτη 24.9]. Ήταν η καλύτερη επιλογή που μπορούσα να κάνω. Καταρχάς, γιατί αφιερώθηκα στην ανάγνωσή του αντί να με φάει το άγχος. Κατά δεύτερον, το άγχος το δικό μου εκμηδενίστηκε μπροστά στα άγχη των πρωταγωνιστών. Και τέλος, γιατί ήταν ένα εξαιρετικό βιβλίο, με σκοτεινή, κινηματογραφική ατμόσφαιρα, στην οποία έμπαινες από την πρώτη κιόλας σελίδα και δεν έβγαινες εύκολα, με μυστικά που πάντοτε καθορίζουν των ανθρώπων και που εν τέλει ποτέ δε θάβονται, και με ανατροπές, που γοητεύουν. Σε ένα ακριτικό χωριό που δεν κατονομάζεται, αλλά φέρει όλη την παθογένεια μιας ξεχασμένης επαρχιακής πόλης κοντά στα σύνορα, εξαφανίζεται ο επτάχρονος γιος του Νίκου Ο πατέρας του, καταδικασμένος για μια σειρά από λόγους να ζει μια ζωή που δεν επιθυμεί, τον αναζητεί απεγνωσμένα, γιατί το παιδί χάθηκε εξαιτίας του και βυθίζεται όσο περνούν οι μέρες στην απελπισία που αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Από την άλλη, η γυναίκα του, με την οποία η σχέση του δεν είναι καλή, συμπεριφέρεται παράξενα, η μάνα του τρελαίνεται, η αδελφή του απλά υπάρχει κι ο αδελφός του έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης, που έχει βάλει στο στόχαστρο τη σύντροφό του. Οι συγχωριανοί κοιτούν την πάρτη τους, η αστυνομία αργεί να εμπλακεί και δε βοηθάει ουσιαστικά. Εντωμεταξύ, μαθεύεται πως στο γειτονικό μουσουλμανικό χωριό, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά των συνόρων, ένας μουσουλμάνος, πιθανός τζιχαντιστής, με τα δικά του μυστικά και τη δική του κοσμοθεωρία, έχει μόλις επιστρέψει από τη Συρία και οι φήμες οργιάζουν: ατύχημα, φόνος, απαγωγή ή νέο παιδομάζωμα; Ο Νίκος ψάχνει σαν υπνωτισμένος κίνητρα και υπόπτους, ψάχνει και στα βουνά νυχθημερόν, χωρίς αποτέλεσμα. Το Πάσχα πλησιάζει μέσα στην κακοκαιρία και μια παράξενη ομίχλη θολώνει το χωριό και τα μυαλά των ανθρώπων. Μια ομίχλη που θα αποκόψει τους ακρίτες από τον υπόλοιπο κόσμο και τον πολιτισμό, φέρνοντας στην επιφάνεια θαμμένα μυστικά. Ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα μυστηρίου και αγωνίας για την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, ένα βιβλίο με καταιγιστικό ρυθμό, σύνθετη πλοκή και απροσδόκητο τέλος. Δε θα πω περισσότερα για να μη μου ξεφύγει κάποιο σπόιλερ. Μόνο ότι αξίζει να το διαβάσετε και να μεταφερθείτε νοητά σε μια δυστοπία που μάλλον είναι καθόλα αληθινή και εν τέλει απέχει ελάχιστα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από τη ζωή στις μεγαλουπόλεις, αν και φαινομενικά είναι εντελώς διαφορετική! Θα μου άρεσε να το δω και ως ταινία.
Είναι το πρώτο βιβλίο του Βαγγέλη Μπέκα που διαβάζω και νομίζω πως ξεκίνησα με το καλύτερο. Ένα βιβλίο - έκπληξη για μένα. Από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία το διάβασα με αμείωτο ενδιαφέρον. Σαν να έβλεπα ταινία (κι ελπίζω να γίνει σύντομα).
Ένα βιβλίο που σου αφήνει ανάμικτα συναισθήματα. Το βιβλίο προχωρεί γρήγορα, με ενδιαφέρον. Τα μικρά κεφάλαια και η γρήγορη εναλλαγή των σκηνών του δίνουν μία κινηματογραφική ταχύτητα. Ωραίες οι περιγραφές του χωριού όπου διαδραματίζεται η ιστορία και αρκετά αληθινή η καταθλιπτική ατμόσφαιρα της ελληνικής επαρχίας ,την οποία και έχω ζήσει. Το αδύνατο σημείο του όμως είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η εξαφάνιση του παιδιού. Δεν υπάρχει ένταση και αγωνία στην αναζήτησή του,οι γονείς κοιμούνται, πίνουν και μεθούν, και οι χωριανοί κάνουν έρευνες τις οποίες όμως διακόπτουν για να πιουν τσίπουρα στο καφενείο του χωριού. Ωραίο το θέμα, καλή η γραφή αλλά το σημείο της αναζήτησης αδικεί το βιβλίο.
Γραφή που σε πνίγει, βιβλίο που σε στοιχειώνει μέχρι να το τελειώσεις. Αριστουργηματική πλοκή που αναδεικνύει τη σαπίλα της μικρής κοινωνίας μέσα στην υποκρισία των Βαλκανίων. Must read, δίκαια γίνεται ήδη σειρά. Ας ελπίσουμε να μη κακοπέσει.
Η ήσυχη ζωή σ’ένα μικρό ακριτικό χωριό διαταράσσεται, όταν ο 7χρονος γιος του Νίκου Ντούσκα, ο Γιωργάκης, εξαφανίζεται μυστηριωδώς στο δάσος κοντά στα σύνορα. Φόβος, τρόμος, ένας εφιάλτης. Ο Νίκος, τρελαμένος από αγωνία, τον αναζητεί απεγνωσμένα, όμως δεν βρίσκει κανένα ίχνος του, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε.
Όλο το χωριό κινητοποιείται και οι άντρες με όπλα και φακούς στα χέρια πηγαίνουν στο δάσος αναζητώντας το μικρό αγόρι. Όμως οι καιρικές συνθήκες δυσχεραίνουν το έργο τους, καθώς το κρύο, η πυκνή ομίχλη και η δυνατή βροχή, τους αναγκάζουν να γυρίσουν πίσω δίχως θετικό αποτέλεσμα.
Και ενώ όλο το χωριό βρίσκεται υπ’ατμόν, αρνητική εντύπωση προκαλεί η συμπεριφορά της Μάγδας, της μητέρας του Γιωργάκη, η οποία ενώ ανησυχεί για την τύχη του παιδιού της, δεν κάνει απολύτως τίποτα. Μια μάνα που χάνει το παιδί της, θα έφερνε τον κόσμο άνω κάτω, θα κινούσε γη και ουρανό μέχρι να το βρει. Εκείνη όμως παρέμενε άπραγη, αδρανής και συμπεριφερόταν αλλοπρόσαλλα.
Επίσης, ο Δημήτρης, ο αδερφός του Νίκου, αντί για να βοηθήσει στην ανεύρεση του ανιψιού του, κρύβεται στο πατρικό του, καθώς έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης και τον κυνηγούν.
Τέλος, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, όταν μαθεύεται πως στο γειτονικό μουσουλμανικό χωριό, που βρισκόταν στην άλλη πλευρά των συνόρων, ένας τζιχαντιστής είχε μόλις επιστρέψει από τη Συρία.
Έτσι λοιπόν, πολλοί εμπλέκονται στην ιστορία και είναι ύποπτοι για την εξαφάνιση του Γιωργάκη, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, ενώ ακόμη περισσότερα είναι τα σενάρια για το τι πραγματικά συνέβη στο παιδί.
❓Μήπως είχε κρυφτεί κάπου, όπως είχε κάνει και στο παρελθόν; ❓Μήπως είχε τραυματιστεί; ❓Μήπως είχε πέσει θύμα απαγωγής από τους Μουσουλμάνους του διπλανού χωριού, από τον τζιχαντιστή ή από τους ανθρώπους του υποκόσμου;
Ένα κουβάρι από μυστήριο, σκοτεινά μυστικά και ψέματα αρχίζει σιγά – σιγά να ξετυλίγεται και η αλήθεια προσπαθεί να βγει στο φως. Κάποιοι την αποζητούν, κάποιοι άλλοι όμως θα κάνουν τα πάντα για να παραμείνει θαμμένη στα σκοτάδια, γιατί διακυβεύονται πολλά και θα χάσουν τα πάντα…
«Ο γιος μας» είναι ένα μυθιστόρημα μυστηρίου γεμάτο από ένταση και σασπένς. Έχει μικρά κεφάλαια, που διαβάζονται γρήγορα και εντείνουν την αγωνία. Η αφήγηση είναι ως επί το πλείστον τριτοπρόσωπη και μόνο όταν μιλάει ο Νίκος εναλλάσσεται σε πρωτοπρόσωπη. Έχει καταιγιστικές εξελίξεις, συγκλονιστικές αποκαλύψεις, που αλλάζουν όλα τα δεδομένα, καθώς και ένα απρόσμενο φινάλε, συστατικά που δεν θα σας επιτρέψουν να αφήσετε το βιβλίο από τα χέρια σας ούτε λεπτό.
Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που σε κάνει να κρατάς συνέχεια την ανάσα σου. Οι γρήγορες εναλλαγές κεφαλαίων σε κρατάνε σε αγωνία και σε κάνουν να μην βαριέσαι ποτέ παρ' όλο που το βιβλίο είναι μεγάλο. Κοφτές προτάσεις, γεμάτες συναισθήματα και ένα μυστήριο που απλώνεται στην άκρη της Ελλάδας.
Οι χαρακτήρες δυναμικοί και γεμάτοι ζωή. Διαβάζοντάς το ήταν σα να το ζούσα και να ήμουν μέρος της μικρής τους κοινωνίας.
Ο Βαγγέλης είναι μάστορας στην χρήση της γλώσσας και πάντα σου αφήνει μόνο όσα στοιχεία χρειάζεσαι για να συνεχίσεις πορωμένος το διάβασμα. Μέχρι βεβαίως ν�� φτάσει στο ανατρεπτικό φινάλε που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό και να παρακαλάς να είχε κι' άλλο.
Πολλά μπράβο και το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όσους αρέσει το μυστήριο!!
Κυκλοφορεί στις 24/09 από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ευχαριστώ πολύ τον εκδοτικό για την αποστολή του βιβλίου.
Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό σας έχω,μεταφορικά,βομβαρδίσει με πολλά καί καλά κοινωνικά μυθιστορήματα των οποίων οι ιστορίες ενέχουν πολλά καί σημαντικά μηνύματα για εμάς τους αναγνώστες καί την ζωή μας σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Αυτή η στενότερη επαφή μου με το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος με έκανε να γίνω όλο καί πιο απαιτητική σε σχέση με το τι επιθυμώ να βρώ διαβάζοντας τα συγκεκριμένα βιβλία καί να θέλω περισσότερα. Για κάποιους/ες αυτό ίσως να φαντάζει ''ψυχοφθόρο'',για μένα,όμως,είναι αναζωογονητικό. Γι'αυτό καί ένιωσα μεγάλη χαρά όταν έπιασα στα χέρια μου το νέο βιβλίο του συγγραφέα κυρίου Βαγγέλη Μπέκα,με τίτλο ''Ο ΓΙΟΣ ΜΑΣ''.
Ήταν η πρώτη μου επαφή με την πένα του συγγραφέα καί τολμώ να πώ πως έμελε να είναι καί μοιραία. Με κατέκτησε καί με συνεπήρε. Είμαι βέβαιη πως μελλοντικά θα διαβάσω κι άλλα του έργα. Ο λόγος του είναι στρωτός καί συνεχόμενος. Δεν πέφτει στην παγίδα να χρησιμοποιήσει βερμπαλισμούς,ή,πιο εξεζητημένες λέξεις κι εκφράσεις. Το λεξιλόγιο του,αν κι απλό,είναι άφθονο καί κατανοητό. Κάνει εξαιρετική χρήση των εκφραστικών μέσων καί κοσμεί το κείμενο με πληθώρα περιγραφικών,ολοζώντανων εικόνων που καθιστούν τους αναγνώστες ως μέρος του συνόλου. Τα συναισθήματα πολλά κι έντονα θα απειλούν να μας ''πνίξουν'' σαν άλλες θηλιές περασμένες στο λαιμό μας. Καθώς κυλούν οι σελίδες αυτή η θηλιά σφίγγει όλο καί περισσότερο καί οι ανάσες βγαίνουν με δυσκολία. Έχουμε να κάνουμε με ένα ανατρεπτικό,καθηλωτικό μυθιστόρημα που διαβάζεται από την αρχή έως το τέλος με το ίδιο πάθος,ενδιαφέρον καί προσοχή.
Ο συγγραφέας στήνει ένα ονειρικό,σκοτεινό καί ομιχλώδες σκηνικό μέσα στο οποίο θα λάβουν χώρα τα γεγονότα της ιστορίας. Κάνει εκπληκτική δουλειά όσον αφορά την σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ηρώων του. Τους εναρμονίζει άψογα με τον χώρο,την ιδιότητα καί το φύλο τους. Δεν βρήκα το παραμικρό ψεγάδι πάνω τους που θα επιθυμούσα να το αλλάξω. Στέκονται μπροστά μας έτοιμοι να μας αποκαλύψουν τις μύχιες σκέψεις,φόβους,ένοχα μυστικά,πάθη καί λάθη του παρελθόντος που τους στοιχειώνουν σαν τις ερινύες...
Είναι.ίσως,η πρώτη φορά που συνάντησα μέσα σε ένα κοινωνικό μυθιστόρημα τόσο έντονη την παρουσία του μυστηρίου καί του εγκλήματος. Ξεφεύγει από την περπατημένη καί μας οδηγεί να διαβούμε νέους,άγνωστους για εμάς δρόμους. Οι συνεχόμενες ανατροπές,η πλούσια δράση,η αγωνία καί το σασπένς θα είναι μόνιμοι συνοδοιπόροι μας σε αυτό το ταξίδι της ψυχής. Ειδικά,ο επίλογος του βιβλίου ήταν κάτι το μη αναμενόμενο. Με άφησε άναυδη. Δεν θα μπορούσα να το φανταστώ ποτέ έτσι καί αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που μου άρεσε πάρα μα πάρα πολύ το βιβλίο.
''Στο μικρό ακριτικό χωριό όλα μοιάζουν ειρηνικά, ώσπου ο επτάχρονος γιος του Νίκου εξαφανίζεται κοντά στα σύνορα. Ο Νίκος τον αναζητεί απεγνωσμένα, η γυναίκα του συμπεριφέρεται περίεργα κι ο αδελφός του έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης. Όμως, όταν μαθεύεται πως στο γειτονικό μουσουλμανικό χωριό, που βρίσκεται στην άλλη πλευρά των συνόρων, ένας τζιχαντιστής έχει μόλις επιστρέψει από τη Συρία, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα. Οι φήμες οργιάζουν: ατύχημα, φόνος, απαγωγή ή νέο παιδομάζωμα; Ο Νίκος ψάχνει κίνητρα και υπόπτους, ενώ μια παράξενη ομίχλη θολώνει τα μυαλά των ανθρώπων. Μια ομίχλη που θα αποκόψει τους ακρίτες από τον υπόλοιπο κόσμο και τον πολιτισμό, φέρνοντας στην επιφάνεια θαμμένα μυστικά.'' (Περίληψη οπισθοφύλλου)
Στα υπέρ του βιβλίου μπορούν,επίσης,να προστεθούν η πρωτοπρόσωπη αφήγηση των γεγονότων από την μεριά του κεντρικού μας ήρωα (κάνει μία εκ βαθέων εξομολόγηση μέσω της οποίας μαθαίνουμε σχεδόν τα πάντα),ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνει ο συγγραφέας την ιστορία πάνω στο χαρτί καί τα ζητήματα που θέτει προς σχολιασμό καί κριτική σκέψη από τους αναγνώστες. Με την χρήση του α' ενικού προσώπου όποιος/α θα διαβάσει το βιβλίο,αυτομάτως θα μπεί στην θέση του ήρωα. Θα ταυτιστεί μαζί του. Θα δεί τα πράγματα μέσα από την δική του οπτική καί θα αναπτύξει τα ίδια συναισθήματα. Θα περάσει από πολλά στάδια καί δύσκολα θα βγεί αλώβητος/η από αυτήν την εμπειρία.
Έπειτα,ο τρόπος που επιλέγει να αποτυπώσει ο συγγραφέας την ιστορία,όπως σας είπα,είναι κάτι που πρέπει να σταθούμε. Μετρώντας ουσιαστικά αντίστροφα,όχι μόνο φτάνουμε πιο κοντά στην τελική έκβαση της υπόθεσης,μα θα έχουμε την αίσθηση πως ο χρόνος πιέζει δραματικά καί ρέει σαν την άμμο μέσα σε μία κλεψύδρα,όπου όταν πέσει καί ο τελευταίος κόκκος θα σημάνει πως όλα έχουν λήξει. Το αν θα έχει καλή,ή,κακή κατάληξη,προφανώς καί δεν θα σας πώ.
Εν ολίγοις,πρόκειται για ένα άκρως ουσιαστικό κοινωνικό μυθιστόρημα που μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις,την δυσκολία να αναπτυχθούν καί να επιβιώσουν. Τον ρατσιμό καί τις προκαταλήψεις. Ο συγγραφέας πιάνει τον παλμό της επικαιρότητας καί της κοινωνίας καί το μεταφέρει με τον κάλλιστο τρόπο στην πλοκή του βιβλίου του. Αν με ρωτάτε,ναι είναι ένα απ΄τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος καί σας προτρέπω με το που κυκλοφορήσει να σπεύσετε να το προμηθευτείτε καί να το διαβάσετε. Ξεχάστε ό,τι γνωρίζετε για τα κοινωνικά μυθιστορήματα. Ο κύριος Βαγγέλης Μπέκας τους δίνει μία νέα πνοή καί έναν τόνο φρεσκάδας.
3.5 ⭐ Στα πολύ θετικά η γραφή. Από 'κι και ύστερα ενώ από την μία κάποιες ενέργειες χαρακτήρων δεν μπορούσα να τις κατανοήσω, από την άλλη δεν μπόρεσα να αφήσω και το βιβλίο από τα χέρια μου. Είχα αγωνία. Η αφήγηση από διάφορους χαρακτήρες βοήθησε να μη βαρεθώ καθόλου, αν κι ένιωσα μια μικρή κοιλιά λίγο πριν από το τέλος
Ένα παιδί εξαφανίζεται από ένα χωριό κοντά στα σύνορα κι αυτό θα είναι η αρχή μιας σειράς αποκαλύψεων για τα όσα συμβαίνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών. Είναι νεκρό ή ζωντανό; Το απήγαγαν, το σκότωσαν ή το έφαγαν οι λύκοι; Φταίει ο πατέρας που το πήρε για κυνήγι; Φταίει η όρεξη του μικρού για σκανταλιές; Πώς δέχτηκαν τα νέα οι επίσημες αρχές και οι υπόλοιποι κάτοικοι; Τι συμβαίνει στην απέναντι μεριά των συνόρων και τι ετοιμάζεται ως μέτρο αντεκδίκησης για κάτι που έγινε πιο παλιά;
Ο Βαγγέλης Μπέκας σε αυτό το συγκλονιστικό και άκρως ανατρεπτικό μυθιστόρημα φωτογραφίζει με άφθαστο ρεαλισμό την αδελφική, τη μητρική, την ερωτική αγάπη και ως ποιο σημείο μπορεί να φτάσει κάποιος για να καλύψει αυτόν για τον οποίο νοιάζεται, τις ενδοοικογενειακές συνέπειες από την εξαφάνιση ενός παιδιού, τη σκοτεινή πλευρά όσων έκαναν περιουσία με απάτες και εγκλήματα αλλά ένα χωριό πίνει νερό στ’ όνομά τους και τη σκληρή, σκοτεινή νύχτα που έχει τους δικούς της κανόνες. Πρόκειται για μια καλοσχεδιασμένη ιστορία με ενδιαφέροντες και ολοκληρωμένους χαρακτήρες γεμάτη ερωτήματα που απαντώνται μόνο όταν πρέπει και με αγωνία που κορυφώνεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, όχι μόνο για την τύχη του παιδιού αλλά και για το τέλος των ηρώων που μπλέκουν εκόντες άκοντες σ’ ένα γαϊτανάκι εξελίξεων που δείχνουν παράλληλες ή άσχετες μεταξύ τους, δένονται όμως κάποια στιγμή με αξιοθαύμαστο τρόπο, οδηγώντας το μυθιστόρημα σ’ ένα δυνατό, αν και ίσως λίγο βιαστικό και με εκκρεμότητες, φινάλε.
Ο Νίκος Ντούσκας πηγαίνει με τον επτάχρονο γιο του, Γιώργο, για κυνήγι παρά το κακό προαίσθημα που έχουν κι αυτός κι η γυναίκα του, Μάγδα, ότι κάτι θα συμβεί. Παρ’ όλο που δε συμπαθεί τα όπλα, το υπόσχεται στο παιδί του να ψάξουν για θήραμα: «Γιατί έτσι κάνουν οι άντρες στα μέρη μας, γιατί έτσι πρέπει. Κι αν κάνεις ένα βήμα πίσω, θα κάνεις πολλά» (σελ. 26), τι μυστικά όμως κρύβει από τη γυναίκα του και σε τι κίνδυνο θα τον βάλουν αυτά; Έχει σχέση το παρελθόν του με την εξαφάνιση του παιδιού; «Άσπρο εγώ, μαύρο η Μάγδα. Κι ο μικρός μεγαλώνει κάπου στο γκρι» (σελ. 54), έτσι περιγράφονται οι σχέσεις του ζευγαριού. Ο συγγραφέας έχει φτιάξει σωστά τα ψυχογραφήματα των γονιών που χάνουν το παιδί τους και τους συμπαραστέκεται, καταγράφοντας τη στάση τους μεταξύ τους από κει και πέρα, πώς αντιδρούν (το σοκ που υπέστησαν δικαιολογεί κάποιες πράξεις που ίσως φανούν ανεδαφικές), πόσο συχνά καταφεύγουν στο δωμάτιο του παιδιού τους για τις τελευταίες αναμνήσεις μαζί του, πώς αναθυμούνται τα τελευταία γεγονότα, πόσο μετανιώνουν που έκαναν ό,τι έκαναν αλλά είναι αργά να γυρίσει ο χρόνο πίσω, πώς προσπαθούν να στηρίξουν ο ένας τον άλλον κλπ. «Εμείς ξοφλήσαμε. Αν δεν είναι τα παιδιά το μέλλον, τότε τι» (σελ. 305); Ο Νίκος, με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, φέρνει στο φως νέα στοιχεία εις βάρος του ενώ ταυτόχρονα απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο που τον παρακολουθεί: «Κι αφού στα πω και ξαλαφρώσω, σκέψου καλά και μετά κάνε ό,τι θέλεις» (σελ. 13). Λέξεις-κλειδιά ξεπετάγονται σποραδικά και προσδιορίζουν τον χώρο και τον χρόνο αλλά το παζλ ολοκληρώνεται αργά.
Έχουμε επίσης τον αδερφό του Νίκου, Δημήτρη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδαζε αλλά παρέμεινε εκεί ως τώρα, εκμεταλλευόμενος την εμφάνισή του για να γοητεύει τις γυναίκες. Ξεκίνησε ως μπάρμαν στα Λαδάδικα κι έφτασε να έχει δικό του μαγαζί, σύντομα όμως βρέθηκε να χρωστάει σε τοκογλύφους κι έρχεται για να ζητήσει βοήθεια από τον ξάδερφό του και πρόεδρο του χωριού. Πίσω του αφήνει τη γυναίκα του, Άρτεμη, η οποία έχει κι εκείνη τη δική της ιστορία να αφηγηθεί, μιας και απειλητικά γράμματα και απρόσμενες επισκέψεις από αυτούς που κυνηγούν τον άντρα της την πανικοβάλλουν και η συνέχεια θα είναι εντελώς απρόβλεπτη. Γνωρίζουμε και τον πρόεδρο της κοινότητας των 400 κατοίκων του Αϊ-Γιώργη που έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία, στάνες, χωράφια κλπ. χάρη στις βρώμικες δουλειές που έχει ανοίξει και τις πολύτιμες γνωριμίες του. Ο αδερφός του, ο τρελο-Πάνος, είναι λειψός στο μυαλό και φαφούτης αλλά έχει χρυσή καρδιά. Από την άλλη μεριά των συνόρων, στο κοντινό μουσουλμανικό χωριό, ζουν ο Ισμαήλ Μπετσάι και ο Ερίμ, οι οποίοι παρακολουθούν το σπίτι μιας νέας και όμορφης κοπέλας που ζει μόνη. Τι έχει συμβεί μεταξύ του Ερίμ και της Σιμπέλ; Ποιος είναι ο μουλάς που έρχεται στην περιοχή, τι αποζητάει και γιατί δεν τον καλοδέχεται ο πατέρας του Ισμαήλ, που αγωνίζεται να πείσει τον γιο του να μείνει μακριά του; Όλοι αυτοί αλλά και δευτερεύοντες ήρωες, ο καθένας παρ’ όλ’ αυτά με σημαντικό ρόλο στην ιστορία, όλοι τους δυνάμει ύποπτοι, γειτνιάζουν πολύ κοντά στα σύνορα.
Δυνατές, έξυπνες ιστορίες που συνδέονται διαδοχικά μέσα από κεφάλαια που μας πηγαίνουν πότε στη ζωή του ενός και πότε στου άλλου, με τον αφηγηματικό αόριστο να εναλλάσσεται συχνά με τον ενεστώτα διαρκείας ακόμη και στο ίδιο κεφάλαιο, κάτι που δίνει ένταση και γρήγορο ρυθμό και με την τριτοπρόσωπη αφήγηση «των Άλλων» να δίνει τη θέση της στην πρωτοπρόσωπη του Νίκου. Η λυρικότητα της γραφής είναι αξιοπρόσεκτη, μιας και στήνει το κατάλληλο φόντο για την εξέλιξη της ιστορίας. Ομίχλη, βροχή και καταιγίδες, κρύο, συγκροτούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα και η γραφή αφήνει χώρο στη φύση να δείξει την παντοδυναμία της. Σημειωτέον ότι κάποια στιγμή το χωριό απομονώνεται λόγω πτώσης της γέφυρας και όλες οι επικοινωνίες και το ρεύμα κόβονται λόγω της καταιγίδας, οπότε ο κλοιός σφίγγει ακόμη περισσότερο! Κάποιες σκηνές ίσως έπρεπε να παραλειφθούν, κάποιες εξελίξεις ίσως χρειάζονταν μεγαλύτερη προσοχή στον χειρισμό, αυτό όμως που με στενοχώρησε αφάνταστα γιατί είχα παρασυρθεί από τη δίνη των γεγονότων και από την αληθοφάνεια των χαρακτήρων ήταν η τελευταία πράξη του Νίκου που ξεσκέπασε ένα καλά κρυμμένο μυστικό, στο οποίο όμως προσκολλήθηκε κι έτσι ένιωσα πως δεν άξιζε όλο αυτό στη Μάγδα, στη σύζυγό του. Γιατί έκανε αυτήν την επιλογή και γιατί δε μάθαμε πώς αντέδρασε η γυναίκα αυτή; Από ένα σημείο λοιπόν και μάλιστα ένιωσα πως όλη αυτή η υπέροχη πλοκή τυλίχτηκε βιαστικά σ’ ένα ανισοβαρές τέλος που από τη μια ανακούφισε κι από την άλλη με προβλημάτισε γιατί αφαίρεσε κομάτι της συνολικής μαγείας.
«Ο γιος μας» είναι ένα μυθιστόρημα για τη διαρκή πάλη ανάμεσα στα λάθη που καραδοκούν και στην ιδιοσυγκρασία κάποιου που τα επαναλαμβάνει ή τα αποφεύγει, με τις αντίστοιχες φυσικά συνέπειες ανάμεσα σ’ εκείνον και τους γύρω του. Διαρκή δίπολα αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον, μιας και ταπεινοί, προσγειωμένοι πρωταγωνιστές από τη μια (συνήθως οι γονείς), ευχαριστημένοι με αυτό το λίγο που τους δίνει το χωράφι, το ζώο, ο Θεός ο ίδιος διαρκώς τσακώνονται και διαφωνούν με τα παιδιά που μεγάλωσαν με νουθεσίες και σκληρή ζωή αλλά με την πρώτη ανάσα καλοπέρασης έχουν πάρει αέρα τα μυαλά τους. Κάποιοι προσγειώθηκαν, κάποιοι παλεύουν με ανεμόμυλους φυτοζωώντας κι άλλοι παίρνουν τον στραβό δρόμο. Για όλους όμως θα έρθει η κάθαρση και η λύση, όλοι θα βιώσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Και το παιδί τελικά θα βρεθεί ή όχι; Τι συνέβη τη νύχτα που εξαφανίστηκε; «..ένα τίποτα είμαστε οι άνθρωποι. Ένα τίποτα. Και το ξεχνάμε. Μέχρι να συμβεί το κακό» (σελ. 67).
Το βιβλίο αποτελεί μυθιστόρημα στο οποίο κυριαρχεί η αστυνομική πλοκή και η σταδιακή αποκάλυψη των μυστηρίων της βασικής ιστορίας και των μικρών και μεγάλων μυστικών των ηρώων του. Από αυτή τη σκοπιά είναι ένα επιτυχημένο βιβλίο, καλογραμμένο και ενδιαφέρον, που καταφέρνει να κρατήσει την αγωνία του αναγνώστη του μέχρι το τέλος, παρουσιάζοντας σταδιακά και σε σωστές δόσεις το παρελθόν των ηρώων του και τις ιστορίες τους που τους οδήγησαν στο τώρα του βιβλίου. Μου άρεσε ιδιαίτερα και το τέλος του.
Επίσης, ο κεντρικός του ήρωας είναι δουλεμένος σε βάθος και νομίζω ότι στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία δεν συναντάμε συχνά τοσο καίρια και ακριβή περιγραφή της ψυχοσύνθεσης νεαρών πατεράδων ως προς τη συγκλονιστική αλλαγή που επιφέρει στην αντίληψη του εαυτού τους και του κόσμου η γονεϊκότητα. Ξεχωρίζω την προσωπικότητα και παρουσίαση του κεντρικού ήρωα, συνεπώς, όπως και την ανάλυση της προσωπικότητας του αδερφού τού και δευτεραγωνιστή. Οι υπόλοιποι ήρωες, ωστόσο, δεν είναι δουλεμένοι με τον ίδιο τρόπο, γεγονός όχι καθ' αυτό αρνητικό, αφού εξυπηρετεί η παρουσία τους να κρατήσει σε εγρήγορση τον αναγνώστη με τις πολλαπλές τους ιστορίες που τρέχουν παράλληλα. Επιπλέον, βρήκα πολύ πετυχημένο τον τρόπο με τον οποίο οι δράσεις των επιμέρους ηρώων συνδέονται με την κεντρική ιστορία. Ωστόσο, βρήκα το χαρακτήρα της Άρτεμης ανολοκλήρωτο και μεγάλο μέρος της ιστορίας της θα μπορούσε να παραληφθεί ή, αλλιώς, παρουσιάστηκε με τρόπο ημιτελή και επιφανειακό. Τέλος, θεωρώ ότι ο χαρακτήρας της Μάγδας είχε περισσότερο υλικό να προσφέρει, ενώ και το θέμα των σχέσεων ακριτών χριστιανών και μουσουλμάνων στον πυρήνα του παρουσιάστηκε κοινότοπα. Ξεχωρίζω, ωστόσο, τη διάχυτη ενσυναίσθηση για τους ήρωες της απέναντι πλευράς και τα δικά τους αδιέξοδα και όρια.
Ο συγγραφέας έχει δηλώσει ότι έγραψε το βιβλίο έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του τη συγγραφή ενός σεναρίου σειράς και σε διάλογο με αντίστοιχες σειρές του Netflix κλπ., πράγμα εμφανές και από τη δομή των κεφαλαίων και την συνεχή εναλλαγή των αφηγητών, όπου κατά την παρουσίαση των γεγονότων ο ένας συνεχίζει την αφήγηση του επόμενου. Ωστόσο, οι επαναλήψεις στις περιγραφές των καιρικών φαινομένων και της χωροταξίας του χωριού με κούρασαν και, προσωπικά, δε μου δημιούργησαν τις κινηματογραφικές εικόνες που υποθέτω επεδίωκε ο συγγραφέας, ώστε τις προσπέρασα γρήγορα για να δω τι θα γίνει στη συνέχεια!
Σε κάθε περίπτωση ένα ρέον ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, ζωντανό και άμεσο, που σε καμία περίπτωση δεν κάνει τον αναγνώστη να χάσει το ενδιαφέρον του και παρουσιάζει με ειλικρίνεια και συμπόνοια τόσο το οικονομικό αδιέξοδο της ελληνικής αγροτικής επαρχίας και τους τρόπους που μετέρχεται για να επιβιώσει, όσο και τα ψυχολογικά βαρίδια που η ελληνική ή, άλλως, η βαλκανική οικογένεια και οι μικρές κοινωνίες συνεχίζουν να εναποθέτουν στις νεότερες γενιές.
Σε γενικές γραμμές το βιβλίο ήταν καλό, αλλά θα ήθελα η ιστορία να κυλάει πιο γρήγορα γιατί ήταν λες και παρακολουθούσα καθημερινή σειρά που τράβαγε την περιγραφή και περιόριζε την εξέλιξη της ιστορίας σε κάθε κεφάλαιο. Οι χαρακτήρες είναι μονοδιάστατοι και δεν εξελίσσονται καθ’όλη τη διάρκεια της αφήγησης κι αυτό επίσης κούρασε και δεν κρύβω ότι το τέλος ήταν πολύ απογοητευτικό, που με έκανε να αναθεωρήσω τις ώρες που σπατάλησα να διαβάσω το βιβλίο.