Θύμησες μιας άλλης εποχής που ο χρόνος δεν μπόρεσε ποτέ να σβήσει.
Κωνσταντινούπολη, Σεπτέμβρης 1955. Ο ουρανός φλέγεται και το κακό ρέει λάβα καυτή, σκορπίζοντας στάχτη και πορφύρα στο πέρασμά της. Άντρες με πρόσωπα τραχιά, με λοστούς και παραγγέλματα παρελαύνουν στα σοκάκια της πόλης. Αναγνωρίζουν τα σημάδια στους τοίχους και σπάνε κάθε τι ελληνικό. Με το αίμα πιάνουν το δίκιο και το λερώνουν.
Η Σεβαστή τρέμοντας ξεχύνεται στους δρόμους. Το σπίτι της έχει στιγματιστεί, το μαινόμενο πλήθος κατευθύνεται προς το μέρος της. Φωνάζει απεγνωσμένα, μα τη φωνή της σκεπάζει ο θρήνος και οι κραυγές αυτών που τρέχουν να σωθούν. Ο Εμρέ καλείται αυτή τη δύσκολη στιγμή να επιλέξει. Θα προστατέψει την Ελληνίδα που αγαπά ή θα την αφήσει έρμαιο στα χέρια του όχλου; Η Σεβαστή στα μάτια του διαβάζει την αλήθεια. Η αποκάλυψη την τρομάζει. Για μία και μοναδική στιγμή σκέφτεται το παιδί τους. Μετανιώνει. Και τότε, τη νύχτα του μεγάλου διωγμού παίρνει την απόφαση…
Είκοσι χρόνια μετά, ο Εμρέ αποφασίζει να αναζητήσει τη γυναίκα που αγάπησε. Τότε οι μοίρες παίρνουν θέση και αρχίζουν να γνέθουν τα νήματα… Οι πρωταγωνιστές της ζωής θα κριθούν για τις επιλογές τους. Θα αγαπήσουν, θα τολμήσουν, θα πληγώσουν και θα πληγωθούν, πληρώνοντας το τίμημα ενός παρελθόντος που βυθίστηκε στις στάχτες…
«Ζούσα με τη λαχτάρα της επιστροφής πως ίσως μια μέρα θα ξανάβλεπα τον χαμένο μου παράδεισο».
Η Μαρία Χίου γεννήθηκε το 1975 σε ένα προάστιο της Αθήνας. Από μικρή ηλικία έκρυβε μέσα της το μεράκι της συγγραφής και στο παιδικό της δωμάτιο σκαρφιζόταν παραμύθια. Την εποχή εκείνη, οι ήρωες που μαστόρευε δεν ήταν ρεαλιστικοί, αλλά εμπνευσμένοι από ιστορίες φαντασίας. Μετά μεγάλωσε και μαζί της μεγάλωσαν και εκείνοι. Απέκτησαν πιο στέρεα χαρακτηριστικά, αρετές και αδυναμίες. Ήταν πραγματικοί ήρωες -ήρωες της ζωής- που, όπως και εμείς, έκτιζαν τον εαυτό τους με κόπο. Λες και ήταν αγάλματα, παλαιά και σύγχρονα, σαγηνευτικά και αποτρόπαια, «ευανάγνωστα» και «δυσνόητα», αγάλματα που ωστόσο κρατούσαν τα ίδια το καλέμι και σμίλευαν, μέσα από τα πάθη, τη μορφή τους.
"Γιατί τι αξία έχει η ζωή δίχως μια στάλα εμπιστοσύνη;..."
Αυτό το βιβλίο μου θύμισε, για ακόμα μια φορά, πως η ζωή βρίσκει πάντα τον τρόπο να φέρει τα πράγματα εκεί που πρέπει, όταν της έχεις εμπιστοσύνη...Και αυτό είναι πολύ καθησυχαστικό!
Στην Κωνσταντινούπολη της δεκαετίας του 1950 μεγαλώνουν δύο ξαδέρφια που η μοίρα τα χωρίζει για να τα ξαναφέρει κοντά κάτω από τις πιο τραγικές για τον ελληνισμό στιγμές του 1955. Τα παιδιά θα ακολουθήσουν τη μητέρα του ενός στην Αθήνα για ένα καλύτερο αύριο και εκεί η μοίρα θα πάρει το πάνω χέρι και θα τους ρίξει σε μια σειρά από δοκιμασίες. Θα καταφέρουν να επιβιώσουν; Ποια θα είναι η μεταξύ τους σχέση στον νέο, άγνωστο τόπο;
Η Μαρία Χίου επέστρεψε μ’ ένα μυθιστόρημα γεμάτο αληθινούς χαρακτήρες και αναπάντεχες εξελίξεις. Το γνώριμο και αγαπημένο μου στυλ γραφής μπαίνει για λίγο στην άκρη και το κείμενο πειραματίζεται με την πρωθύστερη γραφή, δημιουργώντας έτσι ένα συναρπαστικό καρουζέλ γεγονότων που δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει και πού θα σε βγάλει η επόμενη στροφή. Πυκνογραμμένα γεγονότα διακόπτονται με τα Σεπτεμβριανά και συνεχίζουν αμέσως μετά σε νέα πορεία στην Αθήνα. Στο πρώτο μέρος έχουμε τον τίτλο «Κλωθώ» που συμβολίζει το παρόν με τις εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα από το 1947 έως το 1963, στο δεύτερο τη «Λάχεσι» που συμβολίζει το παρελθόν με έμφαση στην Αθήνα του 1983 και στο τρίτο την «Άτροπο» που συμβολίζει το μέλλον. Δεν υπάρχει γραμμική αφήγηση, αντίθετα, η συγγραφέας με έριξε στα βαθιά νερά μεταγενέστερων γεγονότων, τα οποία ξεδιπλώνονται σταδιακά και με έφερναν πότε πίσω και πότε μπροστά. Αυτή η αφηγηματική διελκυστίνδα μπορεί εύκολα να γίνει κουραστική ή χαοτική, η Μαρία Χίου ξέρει όμως πολύ καλά να χειρίζεται τις ιστορίες της κι έτσι το μυθιστόρημα κυλάει σα νερό.
«Στους δρόμους, γύρω από τα μαγαζιά, μια αλλόκοτη σιγή μπέρδευε τα βήματά της. Στόρια κλειστά, κουτάβια κοιμισμένα και ένα αεράκι σέρτικο βαριανάσαινε στα σοκάκια» (σελ. 23). Αυτή είναι σε δυο φράσεις η ελληνική «Νύχτα των Κρυστάλλων», η οποία είναι και το κομβικό σημείο της ιστορίας, μιας και τα πάντα αλλάζουν μετά από αυτό. Η Σεβαστή και ο Εμρέ απέκτησαν τον Παρασκευά, με αποτέλεσμα η Ελληνίδα να είναι δακτυλοδεικτούμενη στον κύκλο της. Ο αδερφός της, Ιγνάτιος και η Χρυσούλα απέκτησαν τον Αποστόλη και τα δυο ξαδέρφια μεγάλωσαν σχεδόν μαζί κάτω από παράδοξες συνθήκες. Στις ζωές τους εμφανίζεται αναπάντεχα η Μπέρνα «το κάκαδο», το νόθο παιδί του παππού Μουράτ, ο οποίος την παρέδωσε στις αδερφές του να τη μεγαλώσουν όταν πέθανε η μάνα της. Στη συνέχεια, γνωρίζουμε την αυτιστική Βάγια, μια προσωπικότητα δοσμένη με ευαισθησία και προσοχή, που με βοήθησε να κατανοήσω όσο γίνεται καλύτερα τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις αυτών των ατόμων. Η συγγραφέας κατέγραψε με άφθαστο ρεαλισμό τον ψυχισμό της κι έδωσε πολλές εξηγήσεις ως προς τη συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης των αυτιστικών. Μαζί με τη Βάγια γνώρισα τον Τάκη που εγκαταλείπει το σπίτι του για να ζήσει τη ζωή του με μόνη του παρέα έναν αδέσποτο σκύλο, τον καπετάνιο Σιδέρη που παίρνει σύνταξη κι αγωνίζεται μάταια να ξανασυστηθεί με την οικογένειά του, τον Σίμο που βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται ριζικά όταν ο πατέρας του τον πετάει στον δρόμο, την έφηβη Χρύσα που αδιαφορεί για τα μαθήματα κάνοντας σκέρτσα σε μεγαλύτερα αγόρια του σχολείου της και πολλούς άλλους που αλληλεπιδρούν με τους ήρωες που γνωρίσαμε στην αρχή.
Το νέο μυθιστόρημα της Μαρίας Χίου είναι σκεπασμένο από τη στάχτη των χαμένων ερώτων και των χαμένων ευκαιριών και ντυμένο με την πορφύρα του έρωτα που πεισματάρικα κάνει ό,τι θελήσει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο παραστατικές εικόνες, έντονα συναισθήματα και λυτρωτικό τέλος και με ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα, μου σύστησε ολοκληρωμένους χαρακτήρες και μου χάρισε στιγμές συγκίνησης αλλά και χαράς.