Οι ανεπούλωτες πληγές της κυπριακής τραγωδίας του 1974... Το βιβλίο Τρεις σκάλες Ιστορία αφηγείται μια «μικρή» ανθρώπινη ιστορία, εγκιβωτισμένη στη «μεγάλη» –και ανείπωτη– Ιστορία, όπου η μνήμη αλέθεται ανάμεσα στις μυλόπετρες του χρέους και του χρόνου.
Μετά την εισβολή, η δεκαοχτάχρονη Χλόη παραμένει για τρεις μήνες «εγκλωβισμένη» με τη μητέρα της στο εξοχικό τους, στη Λάπηθο, όπου βιάζεται κατ’ εξακολούθηση από έναν νεαρό Τούρκο. Το κορίτσι μένει έγκυος, αλλά, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα, αποφασίζει να γεννήσει το παιδί, αφού, όπως ομολογεί «…και να το ρίξω, αυτό θα μεγαλώνει μέσα στο κεφάλι μου».
Σαράντα τρία χρόνια μετά, η Χλόη Αρτεμίου αποφασίζει να αντικρίσει κατάματα τους εφιάλτες της. Μια διαλυμένη γυναίκα στο αεροδρόμιο της Αθήνας, ανήμπορη να αποφασίσει αν θα βαδίσει προς την πύλη αναχωρήσεων με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, όπου ζει ο βιαστής της. Θα καταφέρει να κάνει το βήμα που θα σηματοδοτήσει, επιτέλους, την ενηλικίωσή της;
... Με το τρίτο του βιβλίο, καταπιάνεται με ένα θέμα που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές του κάθε Κύπριου, την τούρκικη εισβολή του 1974, και τα απεχθή εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού... http://anotherlookforyou.blogspot.com...
Το βιβλίο «Τρεις σκάλες Ιστορία» δεν επιχειρεί να δώσει απαντήσεις ούτε προσφέρει μασημένη τροφή. Θέτει τα ερωτήματα και αφήνει τον αναγνώστη να οδηγηθεί στα δικά του συμπεράσματα. Είτε πρόκειται για τις μυλόπετρες του χρόνου που αλέθουν τις συνειδήσεις, είτε για τα αδικαίωτα θύματα του πραξικοπήματος και της εισβολής, είτε για την έννοια της πατρίδας, έπειτα από μισό αιώνα οι απαντήσεις προκύπτουν κατά την προσωπική ανάγνωση του καθενός. Η Ιστορία δεν καταγράφεται ως μονολιθική αλήθεια αλλά σαν μια σύνθεση αντιθέσεων. Στον πυρήνα του βιβλίου εμπεριέχεται το υπαρξιακό ερώτημα: μπορεί η μνήμη να διασωθεί από τη φθορά του χρόνου; Ο στίχος του Σεφέρη «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί» διατρέχει την ιστορία και καθορίζει την κεντρική ηρωίδα η οποία 43 χρόνια μετά συνεχίζει να βιώνει επώδυνα όσα έζησε το τρομακτικό καλοκαίρι του 1974. Η Χλόη Αρτεμίου, θύμα κατ’ επανάληψη βιασμού στην κατεχόμενη από τους Τούρκους Λάπηθο, δεν μπορεί να ξεχάσει. Σε αντίθεση με τους περισσότερους γύρω της οι οποίοι αναπτύσσουν αντισώματα και ζουν «φυσιολογικά» παρά την συναισθηματική αναπηρία που τους προκάλεσε ο πόλεμος. Καθώς η κεντρική ηρωίδα αποφασίζει να επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος, 29 χρόνια μετά την εισβολή όταν άνοιξαν για πρώτη φορά τα οδοφράγματα, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη πραγματικότητα. Συνειδητοποιεί ότι ο αδηφάγος χρόνος τρώει σαν σαράκι έννοιες που άλλοτε θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτες, όπως αυτή της πατρίδας. Όλα είναι ξεκάθαρα όταν πρόκειται γι’ αυτούς που με την βία ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους (τους ελληνοκύπριους πρόσφυγες) κι αυτούς που εγκαταστάθηκαν στα κατακτημένα εδάφη (τουρκοκύπριους και εποίκους). Τι γίνεται όμως με τα παιδιά που γεννήθηκαν μετά το 1974; Πώς προσδιορίζεται η έννοια της πατρίδας για ένα κορίτσι όπως η Έζρα, η οποία μεγαλώνει στο εφηβικό δωμάτιο της Χλόης Αρτεμίου; Το μυθιστόρημα «Τρεις σκάλες Ιστορία» πραγματεύεται την σύγχρονη κυπριακή ιστορία χωρίς όμως να αυτοπροσδιορίζεται ως ιστορικό μυθιστόρημα. Πρόκειται για καθαρή μυθοπλασία, η οποία όμως διαθέτει στέρεο ιστορικό υπόβαθρο. Η καταγραφή των γεγονότων είναι ακριβής και συνεπής στις ιστορικές πηγές, τον αφηγηματικό όμως τόνο δίνει η ελευθερία με την οποία κτίζονται οι χαρακτήρες. Η προβληματική, έως και τοξική, σχέση της Χλόης με την μητέρα της για παράδειγμα είναι ένας άξονας που τέμνει οριζόντια το βιβλίο. Αν πρέπει να χωρέσει σε μια φράση μόνο το μυθιστόρημα, αυτή θα ήταν: «ένα σύγχρονο ψυχολογικό δράμα ενταγμένο στο μεγάλο κάδρο της Ιστορίας».
Well, it's the only book after A Little Life to make me feel such intense emotions, sometimes traumatic. I suppose it's because I'm a Cypriot and really relate with the events. In any case, a well-written book, very much worth a read.
Τρεις σκάλες γη στην πολύπαθη Λάπηθο της Κύπρου στα κατεχόμενα... Τρεις σκάλες αναμνήσεις, "Τρεις σκάλες ιστορία" είναι ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος του Κύπριου συγγραφέα Σταύρου Χριστοδούλου για το Κυπριακό Ζήτημα. Όλο το νόημα του πονήματός του μπορεί να εντοπιστεί σε μία μόνο φράση: Η μνήμη μας είναι η φυλακή μας. Πρόκειται, επομένως, για ένα μυθιστόρημα μνήμης για τα τραγικά γεγονότα του '74 στην Κύπρο και για το πως αυτά σημάδεψαν ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους που τα έζησαν, αφήνοντάς τους χαίνουσες πληγές για όλη τη διάρκεια του μετέπειτα βίου τους... Τέτοια είναι και η περίπτωση της δεκαοκτάχρονης, το 1974 Χλόης, μίας νεαρής από την πανέμορφη Λάπηθο της Κύπρου, η οποία θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής τον τραγικό Ιούλη του 1974 και θα βιαστεί, τόσο στο σώμα, όσο και στην ψυχή κατ' εξακολούθηση από έναν νεαρό Τούρκο. Οι πληγές στο σώμα της θα επουλωθούν, σε αντίθεση με εκείνες της ψυχής, τις οποίες πρόκειται να κουβαλάει για μια ζωή, αρνούμενη να ενηλικιωθεί, να συνάψει κάποια ερωτική σχέση και να ζήσει, κατ' επέκταση, μία φυσιολογική ζωή. Η άβουλη και αδιάφορη μητέρα της, που εθελοτυφλεί στο κακό με τη στάση της θα βαθύνει τις πληγές της νεαρής κοπέλας, το ίδιο και ο αρραβωνιαστικός, ο οποίος θα αρνηθεί να συνεχίσει να έχει ερωτική σχέση μαζί της μετά από τον "μαγάρισμά" της από τον Τούρκο. Τα πράγματα θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της Χλόης από τον αλλοεθνή βιαστή της και η απόφασή της να κρατήσει το παιδί, σε αντίθεση με ό,τι έπραξαν άλλες κοπέλες που έπαθαν τα ίδια. Δεν θα το κρατήσει όμως, αλλά θα το δώσει για υιοθεσία σε μία Αγγλίδα φίλη της και θα το ξαναδεί όταν θα είναι πια μεγάλη γυναίκα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τη δική της ψυχολογία. Το βιβλίο αφηγείται τα γεγονότα του Ιουλίου του 1974 και, ακολούθως, παρακολουθεί την ατυχή ενηλικίωση της Χλόης και τις μετέπειτα-αποτυχημένες κατά κανόνα- προσπάθειες να ζήσει μία φυσιολογική ζωή. Παρ' όλο που περιέχει πολλές αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες για το Κυπριακό ζήτημα - τα αίτιά του, τον Εμφύλιο μεταξύ των Κυπρίων, τα λάθη του Μακάριου, την ανάμειξη της Ελλάδας, την εμπλοκή των Άγγλων, τις κατοπινές θλιβερές επετείους των τραγικών γεγονότων, τις επισκέψεις των προσφύγων πίσω από την Πράσινη γραμμή και τις προσπάθειες επίλυσής του,- επικεντρώνεται κυρίως στις ψυχολογικές επιπτώσεις, στα συναισθήματα και στην καθημερινότητα των θυμάτων, και ιδίως των γυναικών που βρέθηκαν στη δίνη των γεγονότων. Η αφήγηση είναι σε τρίτο ενικό πρόσωπο με τον αφηγητή να καθίσταται αυτόπτης μάρτυρας όλων των συναισθημάτων και των ψυχολογικών μεταπτώσεων τις οποίες βιώνει η Χλόη, αλλά και τα γύρω της πρόσωπα. Γνήσια κατάθεση ψυχής αποτελούν οι επιστολές της Κέιτ προς την Χλόη και της Χλόης προς την Αγγλίδα φίλη της στη μέση περίπου του βιβλίου, οι οποίες, σε πρώτο ενικό πρόσωπο, αποτελούν το απαύγασμα της συγγραφικής δεινότητας του Σ.Χ. Η κορύφωση της υπόθεσης, όμως, τοποθετείται αργότερα, όταν η Χλόη, σαράντα τρία χρόνια μετά, αμφιταλαντεύεται, βρισκόμενη στο αεροδρόμιο της Αθήνας, σχετικά με το εάν θα επιβιβαστεί στο αεροπλάνο προς την Κωνσταντινούπολη, το οποίο θα τη φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον βιαστή της. Θα προβεί η Χλόη στο απονενοημένο αυτό διάβημα προκειμένου να γιατρέψει τις πληγές που έμειναν αγιάτρευτες από τον χρόνο και να ενηλικιωθεί επιτέλους; Μπορεί τελικά κάποιος να οδηγηθεί στην πολυπόθητη λήθη; Εν κατακλείδι, το "Τρεις σκάλες ιστορία" συνιστά μία άρτια ξεχωριστή πρόταση, τόσο από πλευρά Λογοτεχνίας όσο και από πλευρά Ιστορίας, για ένα ζήτημα, το Κυπριακό, για το οποίο έχουν χυθεί αναμφισβήτητα, πολλοί τόνοι μελάνης. Η προσέγγιση όμως, την οποία επιχειρεί ο συγγραφέας στο παρόν πόνημα και ο τρόπος με τον οποίο δομεί τα γεγονότα είναι πραγματικά αξιπρόσεκτος και αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί.