Ένας άντρας παίρνει την εκδίκησή του από μία άγρια συμμορία Αλβανών, που κάποτε τσάκισε τη ζωή του, αλλά γρήγορα ανακαλύπτει πως αυτός και η προσωπική του υπόθεση δεν ήταν παρά το εργαλείο κάποιων άλλων...
Η νέα περιπέτεια του αστυνόμου Λάμπρου στο Αθηναϊκό sin city, είναι ότι πιο δυνατό έχεις διαβάσει σε μόλις λίγες σελίδες.
Η καλύτερη νουβέλα που διάβασα τα τελευταία χρόνια! Το καλύτερο pageturner μακράν που κάλλιστα μπορεί να αποτελέσει κατηγορία από μόνο του! Όταν ο συγγραφέας έχει κέφια, ο Αστυνόμος Λάμπρου είναι πάντα στα καλύτερά του. Έργο που διαβάσεις σε ένα απόγευμα παρέα με καφέ. Πλοκή, δομή, συνοχή στο 100% με το αποτέλεσμα να σε δικαιώνει πανηγυρικά. Ανεπιφύλακτα, μια αξιόλογη πρόταση για το φθινόπωρο! Εδώ που τα λέμε, ένας Λάμπρου χρειάζεται.
Προσωπική υπόθεση το τρίτο κατά σειρά βιβλίο με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Λάμπρου. Μια ακόμα αστυνομική ιστορία ακραιφνής και καθαρόαιμη του είδους. Είναι από εκείνα τα βιβλία παλιάς κοπής που εστιάζουν στο έγκλημα, στις έντονες περιγραφές και στην προσωπικότητα του κεντρικού ήρωα. Για αυτό και αυτή την φορά η περιπέτεια του Αστυνόμου Λάμπρου εξελίσσεται μέσα σε μόλις 150 σελίδες.
Με φόντο για άλλη μια φορά τον Αθηναίικό υπόκοσμο, παρακολουθούμε μια σειρά φόνων μιας συμμορίας της Αλβανικής μαφίας. Είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών ανάμεσα στα μέλη τη; ή κάτι άλλο πιο βαθύ και ποιο προσωπικό; Με καταιγιστικό ρυθμό η μια δολοφονία διαδέχεται την άλλη και ο Αστυνόμος Λάμπρου αναλαμβάνει μια υπόθεση στην οποία τον προλαβαίνουν διαρκώς οι εξελίξεις με αποτέλεσμα να βρίσκεται διαρκώς πίσω από αυτές.
Με ρεαλιστικές σκηνές βίας και εγκλήματος. Με εικόνες και διαλόγους που κεντράρουν αποκλειστικά στα βασικά σημεία της υπόθεσης, αλλά και της έντονης ψυχολογικής μετάπτωσης του κεντρικού ήρωά. Του Αστυνόμου Λάμπρου. Η προσωπικότητα του ακολουθεί μια αλληλουχία συναισθηματικής κατάρρευσης και έντονης ανισορροπίας. Η απώλεια που έζησε στην προηγούμενη υπόθεση του, έχει σκοτεινιάσει ακόμα περισσότερο την ψυχή του και έχει μετατρέψει την συμπεριφορά του σε έναν χείμαρρο που στοχοποιεί και προσβάλει. Γυναίκες της μιας βραδιάς. Συναδέρφους, υπόπτους, μάρτυρες και εθνότητες.
Σε αυτό το σημείο ένιωσα έντονη δυσφορία να πω την αλήθεια. Αμφιταλαντεύτηκα σχετικά με την πρόθεση του συγγραφέα να περάσει μέσα από τον ήρωα του, τις προσωπικές του απόψεις επάνω σε κάποια ζητήματα. Ο Αστυνόμος Λάμπρου σε αυτή την υπόθεση παρουσιάζεται πιο σκοτεινός και σκληρός από ποτέ. Αναλώνεται σε ευκαιριακές σχέσεις της μιας βραδιάς, που βιάζεται να ξεφορτωθεί την επόμενη μέρα. Γυναίκες- Γκόμενες που αγγίζουν ανάλαφρα και επιφανειακά το οπτικό του κομμάτι και καθόλου τον συναισθηματικό του κόσμο.
Υπάρχουν όμως και ψήγματα ευαισθησίας που αχνοφαίνονται στο μυαλό του, όταν αυτό προσεγγίζει στο όνομα της γυναίκας που έχασε. Για αυτό και θεωρώ πως ο σκοτεινός και απροσπέλαστος συναισθηματικά αστυνόμος σε αυτή την υπόθεση σκιάζει ακόμα περισσότερο την προσωπικότητα του. Την σκιάζει εσκεμμένα ώστε να μπορέσει να λυτρωθεί από τις έντονες τύψεις του. Από την άλλη ο συγγραφέας φωτίζει ακόμα πιο πολύ την πρόθεση του να φτιάξει έναν ήρωα φθαρτό και ακραίο, από τις ίδιες της ακραίες αδυναμίες του. Και σιγά σιγά να καταφέρει να τον φέρει από το σκοτάδι στο φως.
Αποδίδω λοιπόν στην συναισθηματική του σύγχυση του ήρωα την κατηγοριοποίηση και κάποιων γυναικών και κάποιων λαών. Κάποια πράγματα δεν έχουν ταμπέλες. Το έγκλημα δεν έχει προέλευση. Περιμένω λοιπόν με αγωνία το αντίβαρο που θα δημιουργήσει σε επόμενο βιβλίο του ο συγγραφέας ώστε να ισορροπήσουνε οι ιδέες μέσα στο μυαλό του Αστυνόμου Λάμπρου αποδίδοντας δικαιοσύνη με την δύναμη της λογικής πως το έγκλημα και η βία προέρχεται από ένα μέρος χωρίς πατρίδα. Από ένα μέρος που δεν έχει κάποιο ειδικό διαφυλετικό υπόστρωμα. Αλλά ένα μέρος που έχει εκείνες τις ειδικές συνθήκες που μετατρέπει κάποιον από άνθρωπο σε δολοφόνο. Από καλό σε κακό. Από καλοπροαίρετο σε κάθαρμα .
Θεωρώ επίσης πως ο συγγραφέας έχει εκείνο το μέτρο που δεν τον παρασέρνει να ξεφεύγει στις ιστορίες του φλυαρώντας. Ακόμα και στα σημεία που διαφώνησα τα παρουσιάζει ξερά, με μια φράση με μια εικόνα που κεντράρει στην ουσία αφήνοντας στην άκρη τις λεπτομέρειες της. Η Ταχύτητα λοιπόν σκέψεων και διαλόγων σε κρατάει σε εγρήγορση, Επικεντρώνεται στο θέμα εκδίκηση και από την πλευρά του ανθρώπου που θέλει να αποδώσει μια ετεροχρονισμένη Προσωπική εκδίκηση, αλλά και από την πλευρά του Αστυνόμου, που μέσα από τα δικά του κενά ψάχνει τον τρόπο να εκδικηθεί τις δικές του προσωπικές απώλειες και να φανερώσει όλα αυτά που αποτελούν μέσα του αγκάθια σωστά ή λανθασμένα. Οι ανοικτοί λογαριασμοί που παραμένουν στο τέλος δίνουν το καλύτερο σκαλοπάτι για μια επόμενη περιπέτεια.
Διαφθορά, κακόφημα μπαρ, χαρτοπαικτικές λέσχες, απάνθρωπη βία, στυγνό έγκλημα. Συμμορίες που υφαρπάζουν και εκβιάζουν. Υπόκοσμος με πολιτικές διαστάσεις. Η ατμόσφαιρα που φτιάχνεται δημιουργεί μια αίσθηση γκρίζου και μαύρου. Ένα σκηνικό που γεμίζει όχι με εκβιασμένο μυστήριο. Αλλά με το σχηματισμό μιας συγκεκριμένης οριοθέτησης γεγονότων και σκέψεων. Το όλο σκηνικό που διαμορφώνεται δεν εστιάζει απλά στην εύρεση του δολοφόνου και των προθέσεων του, αλλά κυρίως σε εκείνα τα στοιχεία που κρύβονται πίσω από τις συμμορίες και πίσω από τα μαφιόζικα χτυπήματα. Στην αλόγιστη βία που γεννάει τυφλή βία. Στα μεγάλα συμφέροντα, στα απίστευτα κυκλώματα και στους ανοικτούς λογαριασμούς που κλείνουν πάντα με αίμα.
Επίσης κάτι που παλιότερα ήταν πολύ τις μόδας. Οι ιστορίες που κυκλοφορούσαν σε βιβλία τσέπης με σειρά περιπετειών του ίδιου ήρωα. Είναι κάτι που κάλλιστα μπορεί να επανέλθει. Οι 150 σελίδες της ιστορίας φαντάζουν λίγες για έναν αναγνώστη που έχει συνηθίσει να διαβάζει βιβλία των 500 σελίδων. Όταν όμως βλέπεις πως η προσέγγιση της ιστορίας εστιάζει στην ατμόσφαιρά, στην ταχύτητα, στον ρεαλισμό και στις φωτογραφικές περιγραφές που προσηλώνονται κατευθείαν στον στόχο, τότε θεωρείς πως αυτού του είδους τα βιβλία μπορούν κερδίσουν έναν αναγνώστη. Και θεωρώ πως με τον τρόπο που γράφει ο συγγραφέας ίσως του ταιριάζουν περισσότερο αυτού του μήκους ιστορίες. Ένας κεντρικός ήρωας μια υπόθεση και η λύση της μέσα από μια συγκεκριμένη μέθοδο που δεν εστιάζει σε αναλύσεις σε πάρα πολλά στοιχεία και σε πολλούς ήρωες. Που εστιάζει όμως στα κοινωνικά πρότυπα που δημιουργούν τις καταστάσεις αυτές της βίας και του θανάτου.
Δεν ξέρω αν ήταν ότι πιο δυνατό έχω διαβάσει, το σίγουρο όμως είναι ότι έχω γίνει μεγάλος φαν του Γιώργου Σταφυλα... όταν πιάνεις να βιβλίο του πρέπει να ξέρεις πως δεν γίνεται να σταματήσεις να διαβάζεις... Από την πρώτη σελίδα μπαίνεις σε ένα γρήγορο ρυθμό και νιώθεις την αγωνία και την πίεση να σε κυριεύει, με απλά σταράτα λογια χωρίς περιττές σάλτσες έτσι απλά για να κάνουμε ένα βιβλίο με 350 σελίδες... θα μπείτε σε σκοτεινά μονοπάτια συμμοριών και υποκόσμου και στον τρόπο που λειτουργούν, σίγουρα θα πείτε και εδώ στη γειτονιά μου , εδώ κοντά υπάρχει κάτι τέτοιο... λες να γίνονται και εκεί αυτά...; Ναι γίνονται μη κλείνετε τα μάτια σας, όλα μπροστά σας είναι... Ο καθένας είναι με τα γούστα του, εμένα με κουράζουν οι πολλές άσκοπες περιγραφές και σε ένα ακόμα βιβλίο του Γιώργου βρήκα αυτό που θέλω από ένα βιβλίο αστυνομικό, μέχρι την τελευταία σελίδα, τελευταία όμως έχει να σου δώσει εκπλήξεις... μέσα θα διαβάσετε μεγάλες Αλήθειες που κάποιους τους ξενίζει αλλά είναι αλήθειες και μηνύματα για σκέψεις.... σας το συστήνω ανεπιφύλακτα!!! —
This entire review has been hidden because of spoilers.
Ο Σταφυλάς υποκλίνεται στους μεγάλους του hard-boiled με μια νουβέλα που διαβάζεται σ' ένα απόγευμα χωρίς σταματημό. Μια πολύ καλή ιστορία εκδίκησης που θίγει καίρια ερωτήματα, έχει δυνατό τέλος και μπορεί να σας συντροφέψει στην παραλία.
Διάβασα το τρίτο βιβλίο με τις περιπέτειες του αστυνόμου Λάμπρου. Και πρέπει να πω πως έχω αρκετές ενστάσεις. Εντόπισα αρκετά προβλήματα που κάνουν το βιβλίο μέτριο, ενώ δεν του αξίζει και ξέρω πως και ο συγγραφέας έχει δείξει ικανότητες στο παρελθόν.
Το πρώτο πρόβλημα έχει να κάνει ουσιαστικά με την επιμέλεια του βιβλίου. Σε γενικές γραμμές, δεν κοιτάω προβλήματα επιμέλειας. Δεν είμαι φιλόλογος ούτε ειδικός πάνω στην επιμέλεια κειμένων ώστε να μ��ορώ να βρίσκω τέτοια προβλήματα. Και από την στιγμή που υπάρχει μία καλή ιστορία που μου αποσπά την προσοχή, δεν θα νοιαστώ ιδιαίτερα. Όταν όμως βρίσκω λάθη ορθογραφίας 1ης δημοτικού που φτάνουν στο σημείο να επηρεάζουν το νόημα της πρότασης και φρενάρω προσπαθώντας να καταλάβω αν διάβασα σωστά, τότε κάτι έχει πάει πολύ στραβά. Εδώ να προσθέσω ότι η επιμέλεια ενός κειμένου δεν είναι πρόβλημα του εκάστοτε συγγραφέα, εκτός και αν αυτός είναι φιλόλογος. Είναι θέμα των επιμελητών που εκάστοτε εκδοτικού οίκου. Και με βάση αυτά που είδα, δεν είμαι σίγουρος αν έπεσε καν επιμέλεια πέρα από το σημείο της διόρθωσης όσων υπογράμμιζε το Word. Είναι αδιανόητο, ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ, να χρεώνεις τον καταναλωτή για ολοκληρωμένο προιόν και να τους δίνεις κάτι που στην καλύτερη είναι μισοτελειωμένο. Η κακή επιμέλεια έχει κάνει μεγάλη ζημιά στο κείμενο. Για αυτό το πρόβλημα, η ευθύνη ανήκει στο εκδοτικό οίκο.
Το δεύτερο πρόβλημα αποτελεί ουσιαστικά η μη πειστικότητα του. Αν πάρω συγκεκριμένα κομμάτια της ιστορίας και τα απομονώσω, όπως οι χαρακτήρες ή κάποια περιστατικά ( με βάση το πως οι χαρακτήρες έχουν δομηθεί στα προηγούμενα βιβλία ή το πως έχουν τεθεί οι κανόνες λειτουργίας του κόσμου σε αυτά) μπορούν να πείσουν για αυτό που είναι. Αλλά ενωμένα όλα μαζί, δεν μπορούν να πείσουν. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να χάψω τον καυγά μεταξύ του Λάμπρου και του ανωτέρου του στο γραφείο του. Δεν υπήρχε πραγματικός λόγος για να γίνει, ούτε με τον τρόπο που ήταν δομημένος ο χαρακτήρας του ταξίαρχου στα προηγούμενα βιβλία. Δεν υπήρχαν κάποιες εκ των έξωθεν πιέσεις για να ξεσπάσει έτσι, και με λίγα πτώματα, ειδικά σε μεγάλη πόλη που εκεί τέτοια συμβάντα δεν είναι ασυνήθιστα που κανονικά δεν είναι καν σίγουρο ότι συνδέονται, κανείς δεν θα κατηγορούσε κανέναν για ανικανότητα. Κοιτάζω τον διάλογο και το μόνο που σκέφτομαι είναι το πόσο στημένος, το πόσο φτιαχτός είναι. Η ένταση ξεκίνησε κυριολεκτικά από του πουθενά και τελείωσε απότομα, χωρίς να υπάρξει λύση της έντασης με ομαλό τρόπο. Ήταν απλά σαν να έκλεισε καποιος διακόπτης. Ο ίδιος ο διάλογος δεν έχει κάποια χρησιμότητα για την εξέλιξη της ιστορίας. Δεν την επηρεάζει με κάποιο τρόπο. Αν έλειπε δεν θα άλλαζε κάτι. Και αυτό σπαταλά χρόνο και χώρο από το να ξεδιπλωθεί η πραγματική ιστορία και να υπάρξει πραγματική εξέλιξη χαρακτήρων. Υπάρχει μόνο για να επαναλάβει το μοτίβο της σύγκρουσης προισταμένου και υφισταμένου που υπάρχουν σε τόσες αστυνομικές ιστορίες, χωρίς όμως να υπάρχει πραγματική αιτία της σκηνής και η σκηνή να καταλήγει κάπου, και για να δείξει το πόσο σκληρός είναι ο κεντρικός χαρακτήρας. Η σκηνή όμως δεν μπορεί να δουλέψει ακριβώς για αυτούς τους λόγους. Χώρια του ότι φαίνεται ότι οι αντιδράσεις του ταξίαρχου δεν είναι ρεαλιστικές, ακόμα και με βάση τον χαρακτηρα του. Τέτοιες σκηνές τις έχω δει και σε άλλα αστυνομικά μυθιστορήματα και εκεί δουλεύουν, ακριβώς επειδή οι χαρακτήρες αντιδρούν ρεαλιστικά, μιλάνε σαν άνθρωποι, υπάρχει πραγματικός λόγος που ξεκινάνε και έχουν αποτέλεσμα με αντίκτυπο. Η σκηνή αυτή δεν είναι πειστική για αυτούς τους λόγους. Μοιάζει με τις αντίστοιχες σκηνές σε αστυνομικά τηλεοπτικά σήριαλ, που χρησιμοποιούνται για να υπάρξει σύγκρουση χαρακτήρων και νοοτροπιών, μπάινουν σε συγκεκριμένο σημείο του επεισοδίου και έχουν συγκεκριμένη εξέλιξη. Ενώ όμως στις σειρές έχει νόημα να γραφτεί το σενάριο έτσι λόγω της φύσης των τηλεοπτικών επεισοδίων, η συγγραφή μίας ιστορίας σε βιβλίο έχει άλλους κανόνες. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία πρέπει να είναι πειστική, ασχέτως του μέσου που χρησιμοποιείται για να αφηγηθεί. Άλλο παράδειγμα, ο χαρακτήρας του ίδιου του Αστυνόμου. Στα προηγούμενα βιβλία έχει δείξει με πειστικό τρόπο ότι είναι σκληρός μέσω των επικύνδυνων καταστασεων που αντιμετώπισε και των απωλειών που είχε. Εδώ όμως το πόσο σκληρός είναι δηλώνεται μέσα από το κάπνισμα άφιλτρων, που δεν σημαίνει κάτι από μόνο του, ή από το πόσο τρέμουν οι εγκληματίες την αστυνομική ιδιότητα τουχαρακτήρα. Αλλά αν την τρέμουν, και κατε'επέκταση τρέμουν κάθε έναν με αυτή τη ιδιότητα, γιατί αυτή η εγκληματικότητα συνεχίζει να υπάρχει; Ή το γεγονός πως αγριοκοιτάζει τον διοικητή του σε λογομαχία και αυτός υποχωρεί. Είναι δυνατόν ποτέ αστυνομικός διοικητής να ανεχθεί τέτοια συμπεριφορά από υφιστάμενο του; Η διαθεσιμότητα ήταν εξασφαλισμένη. Όλα αυτά γίνονται για να δείξουν το πόσο σκληροτράχυλος είναι ο αστυνόμος. Όμως δεν λειτουργεί. Αφενός δεν είναι πειστικά γιατί ποτέ δεν θα γινόντουσαν, ακόμα και ως fictional περιστατικά ( και όχι, το ότι είναι φανταστικά δεν σημαίνει πως μπορούν να μην είναι ρεαλιστικά ή έστω πειστικά - πρέπει όλα να λειτουργούν με βάση τους κανόνες του πραγματικού κόσμου στον οποίο λαμβάνουν χώρα και με βάση τον τρόπο που οι χαρακτήρες λειτουργούν όπως έχει τεθεί). Αφετέρου, γιατί το λεγόμενο badass του χαρακτήρα δεν χτίζεται πειστικά έτσι. Το badass για να έχει νόημα και αντίκρυσμα, πρέπει να στηρίζεται σε ένα τραγικό γεγονός που άφησε μία μικρή ρωγμή στην ψυχική πανοπλία του χαρακτήρα - ή μία αδυναμία στον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή που δεν την γνωρίζει και εμφανίζεται ακριβώς λόγω μίας πρωτόγνωρης και ανέλπιστης κατάστασης (βλέπε Ripley στο Aliens) και η οποία ρωμή ή αδυναμία αποτέλεσε το λόγο ύπαρξης της πανοπλίας ή ακόμα και δύσκολες εποχές ή εμπειρίες που σκληραίνουν έναν άνθρωπο. Και η σκληρότητα ενός χαρακτήρα για να έχει πάλι νόημα χρειάζεται να βασιστεί πάνω σε μία απώλεια σημαντική για αυτόν. Κερδίζεις κάτι, χάνεις κάτι. Στο προηγούμενο βιβλίο παρουσιάστηκε μία τέτοια απώλεια η οποία ήταν σημαντική για τον χαρακτήρα. Πάρα πολύ ωραία βάση για να τεθεί μία αδυναμία του χαρακτήρα και το πως την αντιμετωπίζει και μέσα από αυτό σκήραίνει ακόμα περισσότερο και ατσαλώνει η αποφασιστικότητα του. Εδώ είναι σαν να μην συνέβη ποτέ. Καμία επίδραση πάνω στον χαρακτήρα δεν φαίνεται, τουλάχιστον δεν φαίνεται να έχει πραγματική επίδραση με αντίκτυπο. Τέτοιες επιδράσεις και αλλαγές όμως είναι που τους κάνουν να μοιάζουν ανθρώπινοι και με αυτούς το κοινό στο τέλος μπορεί να συσχετισθεί. Άλλο παράδειγμα είναι ο δολοφόνος. Προσωπικά δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος ο οποίος είχε την ευφυία να καταστρώσει τετοια σχέδια και να τα κρύψει για τόσο καιρό, δεν κατάλαβε ότι όλη η δουλειά ήταν στημένη. Πως ένα δικηγόρος, όσο καλά δικτυωμένος και να ήταν, κατάφερε να βρει τα ονόματα; Όσα χρήματα και να έδινε ο δολοφόνος, δεν θα άξιζαν το ρίσκο που ο δικηγόρος θα διέτρεχε. Όλα αυτά είναι παραδείγματα που δείχνουν πως ενα μεγάλο πρόβλημα της ιστορίας δεν είναι πειστική. Όταν μία τέτοια ιστορία δεν είναι πειστική, αλλά αντίθετα βλέπεις μεγάλο μέρος της να είναι φτιαχτό και οι χαρακτήρες να δρουν με συγκεκριμένο τρόπο που δεν βγάζει νόημα σε αντίστοιχες συνθήκες μόνο και μόνο για να βγει η πλοκή σε συγκεριμένο σημείο, καταστρέφει το suspense of disbeliefe που είναι απαραίτητο σε κάθε ιστορία ώστε να μπορέσει να σε απορροφήσει και να ξεχάσεις ότι παρακολουθείς ένα κατασκεύασμα.
Τρίτο πρόβλημα του είναι το μέγεθος της ιστορίας και τον τρόπο που απώδωσε το αντικείμενο με το οποίο θέλησε να ασχοληθεί. Η ιστορία θέλησε να ασχοληθεί με την εκδίκηση ως έννοια, την θέση της στην ηθική πυξίδα μίας κοινωίας και των ανθρώπων που ζούν εντός της. Προσπάθησε να το δείξει μέσα από τις πράξεις ενός χαρακτήρα, το παρελθόν του, τις επιλογές του και την σύγκρουση του με το αίσθημα του νόμου. Πολύ ωραία θεματική, δίνει υλικό για φοβερή ανάπτυξη χαρακτήρων και ηθικών διλλημάτων ώστε ενδεχομένως να προβληματιστεί πάνω στο ζήτημα ο εκάστοτε αναγνώστης. Το πρόβλημα εδώ είναι η οπτική από την οποία βλέπουμε την ιστορία. Όταν κάποιος φτιάχνει μία κλασσική ιστορία εκδίκησης, το πρόσωπο το οποίο είναι σε αυτό το μονοπάτι είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, με τον όποιο εκπρόσωπο του νόμου να είναι στο περιθώριο ως δευτεραγωνιστής σε μία ιστορία που δείχνει το μονοπάτι εκδίκησης και θανάτου στο οποίο έχει στραφεί ο πρωταγωνιστής, όπου μέσα από κάποια flashbacks και διαλόγους άλλων προσώπων μαθαίνουμε σταδιακά την ταυτότητα του ήρωα, ποιος και τι ήταν πριν, τι τον έσπρωξε να πάρει εκδίκηση, την πορεία του προς την ολοκλήρωση του στόχου, τις αμφιβολίες του ίσως με κάποια αφορμή για τον δρόμο που διάλεξε, τους κινδύνους που διατρέχει τόσο από τους κακοποιούς όσο και από την αστυνομία, και τελικά την ολοκλήρωση της ιστορίας όπου ο ήρωας βρίσκει την κάθαρση. Και τέλος το ξεκίνημα του για κάτι νέο, όποιον και αν είναι αυτό. Ή μπορεί να γίνει έχοντας ως πρωταγωνιστές τόσο τον εκδικητή όσο και τον αστυνόμο όπου πέρα από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω βλέπουμε το πως προσπαθεί ο ένας να πιάσει τον άλλο, το πως χρησιμοποιούν την ευφυία τους για να πετύχουν τους στόχους τους, βλέπουμε πιο δομημένα την προσωπικότητα και φιλοσοφία του καθενός ως ένα είδος αντιπαραβολής μεταξύ τους και το κυνηγητό ανάμεσα τους φτάνει κλιμακτικά σε μία σύγκρουση νοοτροπιών όπως αυτό το βιβλίο φιλοδόξησε να κάνει, δείχνοντας στους αναγνώστες όλες τις πλευρές του θέματος ''εκδίκηση'' όπου καλούνται να βγάλουν τα συμπεράσματα τους. Εφόσον μία τέτοια ιστορία φτιαχτεί σωστά και αναλύσει τα πράγματα σε βάθος, είναι αξιομνημόνευτη και αποκτά αξία επαναλειψημότητας. Για να γίνει όμως σωστά, να προκαλέσει αισθήματα έντασης και αγωνίας ώστε το κοινό να δεθεί με τους χαρακτήρες και να παρακολουθεί με προσοχή το ''ταξίδι'' τους ως το τέλος, χρειάζεται χώρος. 400 σελίδες το λιγότερο και όχι σε βιβλίο τσέπης, ούτε με την παρούσα στοιχειοθεσία των γραμμάτων. Σε 120 σελίδες με τέτοια μορφή βιβλίου απλά δεν υπάρχει ο χώρος. Καταλήγει στο τελος η ιστορία για να τελειώσει στο σημείο που θέλει και να προχωρήσει στα κλιμακτικά σημεία που χρειάζεται να έχει μέσα γεγονότα που γίνονται γα να γίνουν ώστε να προχωρήσει η πλοκή και οι χαρακτήρες να φέρονται out of character επειδή το απαιτεί η πλοκή. Είναι σημεία που αυτό κρύβεται αρκετά καλά, αλλά σε άλλα φαίνεται πολύ έντονα. Προς το τέλος όταν ο εκδικητής και ο αστυνόμος συναντιούνται και έχουν την συζήτηση τους που είναι ουσιαστικά μία σύγκρουση νοοτροπιών, φαίνεται περίεργο γιατί δεν έχει κερδηθεί. Δεν έχουμε δει τον εκδικητή, παρά μόνο όταν κάνει κάποιες δολοφονίες. Δεν αρκεί αυτό. Καταλήγουμε στο τέλος για τον εκδικητή να μαθαίνουμε για τον χαρακτήρα και την σκέψη του από άλλος αλλά όχι από τον ίδιο στην πορεία της ιστορίας. Θα μπορούσε ίσως κάτι τέτοιο να δουλέψει αλλά μόνο αν ο χαρακτήρας είχε εντονότερη παρουσία μέσα στο βιβλίο και μέρος της σκέψης του το μαθαίναμε από τον ίδιο και τις πράξεις του. Και πάλι όμως θέλει χώρο. Κάτι τέτοιο δουλεύει μόνο σε μεγάλο διήγημα όπου υπάρχει ο χώρος και να γίνει η όποια φιλοσοφική και ηθική αναζήτηση περί αυτοδικίας. Σε μικρό διήγημα δεν μπορεί να γίνει. Μόνο αν μιλάμε για συλλογή μικρών διηγημάτων. Έχεις 5 κακοποιούς, 5 μικρά διηγήματα των 100 σελίδων ας πούμε, όπου το ένα είναι συνέχεια του άλλου. Υπάρχει όλος ο χώρος για να παρουσιαστούν οι κεντρικοί χαρακτήρες και η νοοτροπία τους όπως πρέπει και να γίνει ο σχολιασμός περί αυτοδικίας. Μόνο έτσι μπορώ να σκεφτώ πως θα δούλευε.
Το τελευταίο πρόβλημα είναι η προβλεψιμότητα του. Ακολουθεί ουσιαστικά την ίδια φόρμουλα που ακολούθησαν και τα προηγούμενα βιβλία στο πως πρέπει να εξελιχθεί η πλοκή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τις πρώτες φορές, δεν υπάρχει πρόβλημα, διότι ο εκάστοτε συγγραφεας προσπαθεί να βρει τον γενικό κανόνα με τον οποίο αφηγήται. Μετά όμως είναι θέμα, ιδιαίτερα όταν η εξέλιξη της πλοκής του θυμίζει επεισόδια από αστυνομική σειρά. Είναι θέμα διότι ακολουθόντας πιστά μία φόρμουλα γίνονται προβλέψιμα. Και όταν γίνονται προβλέψιμα από την αρχή ως το τέλος σε κάθε λεπτομέρεια, ο αναγνω΄στης θα χάσει κάθε ενδιαφέρον για την ιστορία και πολύ πιθανόν να την παρατήσει αναρωτούμενος γιατί να κάνει τον κόπο να την συνεχίσει. Αν αυτό υπάρξει και σε επόμενες ιστορίες, θα αναρωτηθεί γιατί να ασχοληθεί καν. Εκεί είναι μία από τις στιγμές που ο συγγραφέας χάνει τον αναγνώστη. Κάποιοι μπορεί να πουν πως η προβλεψιμότητα δεν είναι κακή διότι έτσι εκπληρώνονται προσδοκίες. Και κάποιοι ίσως πουν πως είναι συνταγή του Μπρεχτ που δουλεύει. Πρώτον, είναι άλλο πράγμα να είναι μία ιστορία προβλέψιμη και άλλο να εκπληρώνει τις προσδοκίες που καλλιεργεί. Δεν είναι απαραίτητα προβλέψιμη, η κατάληξη της επιβεβαιώνεται στο τέλος - ακόμα και αν μιλάμε για αρχετυπικά είδη ιστορίας - και πάντα υπάρχει η πιθανότητα της ανατροπής που εντείνει το αίσθημα του αβέβαιου της κατάληξης. Δεύτερον, αν ήθελα να διαβάσω μπρεχτική ιστορία, θα διάβαζα τον μπρεχτ. Που έτσι και αλλιώς απευθυνόταν σε κοινό άλλης εποχής και σημερα είναι μειοψηφία.
Αυτά είχα να πω για το βιβλίο. Ίσως κάποιοι πουν ότι ο συγγραφέας έχει κάθε δικαίωμα να γράψει την ιστορία του όπως θέλει. Προφανώς και είναι. Αλλά αν είναι κακή, παραμένει κακή. Προσωπικά, για μένα είναι μέτρια. Η ιστορία έχει μία καλή κεντρική ιδέα που αξίζει κάποιος να την εξερευνήσει. Αλλά δεν το κάνει παρά μόνο επιφανειακά. Αφενός λόγω της μικρής έκτασης της που δεν δίνει τον κατάλληλο χωρο για να γίνει κάτι τέτοιο. Αφετέρου, λόγω της φορμουλαϊκής μορφής της που επιτρέπει να υπάρχουν μέσα κομμάτια κειμένου που μπαίνουν απλά ως μέρος συνταγής χωρίς να έχουν αντίκτυπο πάνω στην ιστορία. Έτσι, όταν φτάνει στην αντιπαραβολή των νοοτροπιών των χαρακτήρων το όποιο συμπέρασμα και η όποια κατάληξη να μην έχει βάρος. Θεωρώ πως είναι μία ιστορία που προσπάθησε να μιλήσει για σοβαρά θέματα αλλά δεν μπόρεσε να το κάνει. Είναι ένα εγχείρημα το οποίο ενώ πιστέυω είναι εντός των δυνατοτήτων του συγγραφέα, εν τούτοις απέτυχε να το κάνει όπως πρέπει σε βάθος δίνοντας απλά μία εύκολη απάντηση που δεν υποστήρίζεται από εικόνες, μόνο από λόγια. Τέτοιου είδους εκτελέσεις ιστοριών με σοβαρά θέματα δεν κάνου τους συγγραφείς καλύτερους ως συγγραφείς, ούτε τους αναγνώστες καλύτερους ως αναγνώστες και ανθρώπους. Χρειάζεται ανάπτυξη της υπόθεσης και πλοκής της ιστορίας, ακρίβεια στην απεικόνιση της πραγματικότητας, προσοχή στην λεπτομέρεια, ανάπτυξη των χαρακτήρων και των πράξεων τους προσεκτικάμε τρόπο που να δείχνουν ότι είναι αληθινοί άνθρωποι. Μόνο έτσι μπορεί ένας συγγραφέας να μιλήσει για τέτοια θέματα.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Άλλη μια ιστορία με τον Αστυνόμο Λάμπρου για τους φανατικούς φίλους του που όμως προϋποθέτει να έχεις διαβάσει και αυτές που προηγήθηκαν. Πολλές συνήθειες κι ιδιαιτερότητές του θεωρούνται δεδομένες από προηγούμενα βιβλία. Στην ουσία τώρα, πρόκειται για μια πυρετική αφήγηση περιστατικών ξεκάθαρα εμπνευσμένων από το Αστυνομικό Δελτίο. Ο Σταφυλάς δε χάνει την ευκαιρία να αφήσει να διαφανούν και κάποιες απόψεις του πάνω σε κοινωνικο-πολιτικά θέματα. Η έκταση του βιβλίου είναι μικρή κι αυτό άλλωστε είναι και το στοίχημα, ότι πιο δυνατό έχεις διαβάσει σε μόλις 150 μικρές σελίδες. Η πλοκή προχωράει ταχύτατα, χωρίς να δίνεται χώρος για την ανάπτυξη των χαρακτήρων ή και για άλλα λογοτεχνικά εργαλεία. Το τέλος πάλι αφήνεται ανοιχτό και μαζί μια γλυκόπικρη επίγευση τύπου "τελείωσε πάνω στο καλύτερο". Γενικά, μια καλή αναγνωστική συντροφιά για κάποιες ώρες.
Ακόμα ένα αμερικάνικου τύπου, "σκληρό" νουάρ σαφώς καλύτερο σε ρυθμό και γραφή από τα προηγούμενα, πράγμα που δείχνει πόσο καλά ωριμάζει το στυλ του συγγραφέα. Το μεσαίο μέγεθος "νουβέλας" του βιβλίου αυτού και η λιτή, χωρίς περιττές φιοριτούρες γραφή φαίνεται ότι ταιριάζουν άριστα με τις ιστορίες του "ανορθόδοξου" επιθ. Λάμπρου. Ένα ιδανικό ανάγνωσμα για τα τελευταία καλοκαιρινά μπάνια.
Η υπόθεση αφορά ένα ειδεχθές έγκλημα που διέπραξε μια σκληρή Αλβανική συμμορία εις βάρος ενός επιχειρηματία από τη Μάνη και η εκδίκηση του λίγα χρόνια αργότερα. Η ιστορία αυτή τη φορά δεν έχει φόντο τα λουξ κέντρα της μεγαλοαστικής διαφθοράς αλλά παράνομες λέσχες, "στούντιο" και χαμαιτυπεία όπου ζει (και ενίοτε πεθαίνει) το εγχώριο και αλλοδαπό λουμπεναριό. Επίσης, ο ακόμη πιο δυσθυμος Λάμπρου μετά τη δολοφονία της Τζίνας, αυτή τη φορά φαίνεται ότι απλώς παρακολουθεί και καταγράφει τα σκηνικά της μανιάτικης εκδίκησης και παρεμβαίνει ίσα-ίσα για να αφήσει την ιστορία να κλείσει ακολουθώντας τη φυσική της ροή. Ωστόσο, με μια απροσδόκητη συγγραφική στροφή, το τέλος κρύβει ακόμη ένα επεισόδιο για να αφήσει ανοικτούς λογαριασμούς μεταξύ του Λάμπρου και της μαφιόζικης ομάδας που κρύβεται πίσω από την εκδίκηση.
Όπως και στα προηγούμενα βιβλία, το τεράστιο προσόν των ιστοριών του Λάμπρου βρίσκεται σην απουσία οποιασδήποτε υποψίας πολιτικής ορθότητας. Σε αντίθεση με τα περίτεχνα αλλά εντελώς εξωπραγματικά βιβλία αστυνομικού "μυστηρίου" όπου το έγκλημα φωλιάζει μέσα στα μυαλά διεστραμμένων αστών της διπλανής πόρτας, ο Σταφυλάς εμπνέεται από τη σκληρή, "πραγματική" Πραγματικότητα: το έγκλημα, ωμό, σκληρό και θανατηφόρο προέρχεται κυρίως από το περιθώριο. Ζει και αναπτύσσεται σε ανθρώπους με κακοποιό φύση και σκληρά, αντιανθρώπινα πολιτισμικά πλαίσια που προάγουν και δικαιολογούν το μίσος, την αρπαγή, τη βία. Τελικά πρόκειται για παιχνίδι εξουσίας καθώς διάφορες υποκουλτούρες (σεξουαλικές, φυλετικές, θρησκευτικές κ.α.) βγαίνουν από τις τρύπες τους και, υπό την κάλυψη ιδεολογικών πομφολύγων, διεκδικούν μερτικό στην "κανονικότητα". Απέναντι στον κοινωνικό βόθρο, ο σεβασμός και ο πολιτισμός είναι ενδείξεις αδυναμίας, το "αίμα" που ερεθίζει το αρπακτικό. Η βία τους μόνο με ανώτερη βία μπορεί να υποταχθεί και αυτό γίνεται για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους ή έστω να αποκατασταθεί μια εύθραυστη ισορροπία πριν την τελική σύγκρουση.
ΥΓ Το ζήτημα της βεντέτας και η αλβανική κοινωνία είναι στενά δεμένα, εντάσοντας τη βία στην καθημερινή πρακτική τους και μέσα από τον εκφυλισμό άλλων αυστηρών περιορισμών, τελικά εξηγεί την ωμότητα που έδειξαν πολλοί Αλβανοί κακοποιοί στη χώρα μας, ενώ σε ευρύτερο επίπεδο εξηγεί και τη στενή σύνδεση της με την πολιτική και την οικονομία (π.χ. ο μαφιόζος Χαρατινάϊ, πρωθυπουργός του ��οσόβου). Δεν ξέρω αν κάποια στιγμή ο Κανούν του Ντουκατζίνι θα μπορούσε να συγκρουστεί με τον Λάμπρου, αλλά θα είχε ενδιαφέρον και κάτι τέτοιο.
Ο αστυνόμος Λάμπρου επανέρχεται για τρίτη φορά στο προσκήνιο, μέσα από τη πένα του Γιώργου Σταφυλά. Αυτή τη φορά η περιπέτεια του είναι σύντομη, αν και ασχολείται στην ουσία με δύο υποθέσεις που συνδέονται μεταξύ τους. Ο ίδιος ο συγγραφέας, θεωρεί στοίχημα το συγκεκριμένο έργο του, αφού είχε ως σκοπό να δημιουργήσει μία πλήρη υπόθεση σε όσο το δυνατόν μικρότερη έκταση, ώστε να καταδείξει πως δεν χρειάζονται πολλές σελίδες για να γραφεί ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Εν μέρει, μπορώ να πω πως το κατάφερε, καθώς η υπόθεση του έχει σωστή δομή, με αρχή, μέση και τέλος, είναι γρήγορη και με αρκετή δράση που κρατά το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα. Όμως, η αλήθεια είναι, πως η ίδια η συντομία του αποτελεί και μειονέκτημα, αφού το βιβλίο διαβάζεται μέσα σε δύο ώρες και ως εκ τούτου δεν έχει ούτε ιδιαίτερη πλοκή, ούτε σε κάνει να νιώσεις χορτασμένος. Είναι σαν να έχεις δει ένα επεισόδιο σειράς και όχι ολόκληρη την ταινία. Ο αστυνόμος Λάμπρου, σε αυτή την περιπέτεια του, βρίσκεται πίσω από τις εξελίξεις. Έχοντας βγει λαβωμένος ψυχικά από τη δεύτερη υπόθεση που τον είδαμε στο μυθιστόρημα "Το κύκλωμα", εμφανίζεται αρκετά θυμωμένος, απότομος και ιδιαίτερα προσβλητικός τόσο ως προς τους συναδέλφους του, όσο και προς τους μάρτυρες ή τους υπόπτους. Δεν έχει εδώ την κλασική στόφα του Αστυνόμου, αλλά φλερτάρει έντονα με την κατηγορία της κατάχρησης εξουσίας. Έτσι, δεν προλαβαίνει τα γεγονότα και σύρεται πίσω από τις δολοφονίες που διαπράττονται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Σε αυτή του λοιπόν την εμφάνιση, δεν μπορώ να πω, πως με γοήτευσε ως χαρακτήρας. Το καταλαβαίνω ως εξέλιξη του χαρακτήρα του, αλλά θα ήθελα στις επόμενες υποθέσεις του να είναι λιγότερο "έξω από τα νερά του". Αυτό βέβαια με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το έχουμε δει και σε άλλους βασικούς χαρακτήρες αστυνόμων και επιθεωρητών στα αστυνομικά sequel, οπότε δεν είναι κάτι που ξενίζει τον συνεπή αναγνώστη αστυνομικής λογοτεχνίας. Συμπερασματικά θα πω, πως αυτή τη φορά, δεν χόρτασα από την περιπέτεια που διάβασα. Ήταν σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη η εξέλιξη της, αλλά αυτό που κυρίως με προβλημάτισε ήταν το γεγονός πως είδα τον βασικό χαρακτήρα να χάνει μέρος από την λάμψη του. Ελπίζω πραγματικά στις επόμενες περιπέτειες του να τον δούμε πάλι να πατά γερά στα πόδια του και να μπορεί να λύνει τις υποθέσεις έξυπνα και αποτελεσματικά.
Ένα ρεαλιστικό αστυνομικό διήγημα με καταιγιστική δράση & ρεαλισμό. Ο συγγραφεας μας μεταφέρει στο σύγχρονο κόσμο του Αθηναϊκού υποκόσμου & τον τρόπο λειτουργίας του, αποφεύγοντας την πολιτική ορθότητα και τα υπόλοιπα σύγχρονα τσιτάτα που υποβαθμίζουν, πολλά σύγχρονα διηγήματα.
Τον συγγραφέα Γιώργο Σταφυλά, όσο παράξενο κ αν ακουστεί, τον γνώρισα μέσα από μικρές ιστορίες τρόμου που ανέβαζε στο προφίλ του. Μετά έμαθα ότι κατ’ ουσίαν είναι συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό, για να μου προκαλέσει περιέργεια. Μέχρι που έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του “Προσωπική Υπόθεση”. Αν κ είναι το τρίτο βιβλίο του συγγραφέα, για μένα ήταν το πρώτο που διάβαζα από αυτόν. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι, όπως οι περισσότεροι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, έτσι κ ο Σταφυλάς έχει υιοθετήσει έναν δικό του ήρωα αστυνομικό, τον αστυνόμο του Ανθρωποκτονιών Πάνο Λάμπρου. Ο οποίος πρακτικά είναι περισσότερο αντιήρωας. Μπορεί να μην έχει καπαρντίνα κ καπέλο, αλλά δε διστάζει να βουτήξει στη διαφθορά, στη λάσπη (υπόνομο θα έλεγα) του υπόκοσμου και στον κίνδυνο, όταν το απαιτεί η περίσταση. Ένας αστυνόμος με έναν προσωπικό τρόπο σκέψης, απόψεων, πεποιθήσεων κ ηθικής, προσωπικό τρόπο ζωής και εντελώς προσωπικό τρόπο δράσης, χωρίς ωράρια, διακοπές και φυσιολογική ζωή. Ο χαρακτήρας του διέπεται από αρκετές ανθρώπινες αδυναμίες (μία από τις οποίες είναι οι ενσυναίσθηση προς τους διώκτες του, ακόμη κ κόντρα στο επαγγελματικό καθήκον), αλλά το υψηλότερο προσόν του είναι ο Λόγος, η Τιμή ή, για να το πω στη γλώσσα του, η Μπέσα. Η ατμόσφαιρα παραπέμπει σε νουάρ ταινίες, αλλά η υπόθεση είναι σύγχρονη. Άρα, μπορούμε να κατατάξουμε την ιστορία ως μετα-νουάρ. Οι χαρακτήρες είναι “ζωντανοί”, τα στέκια κ τα παράνομα άντρα των μαφιόζων αποπνέουν τη μυρωδιά της νύχτας, ενώ η ιστορία αυτή καθαυτή, αν κ αρχικά μοιάζει προβλέψιμη, σου αφήνει στο τέλος το “τυράκι” της ανατροπής και της συνέχειας. Τέλος, δεν μπορώ να παραβλέψω το αισθητικό κομμάτι της έκδοσης. Ένα μικρό βιβλιαράκι, καλαίσθητο κ ξεχωριστό από το το κλασικό 14 Χ 21. Κυλά όμορφα, διαβάζεται εύκολα κ παρόλο που είναι “μικρό”, εντούτοις είναι “χορταστικό”. Θεωρώ ότι ο συγγραφέας έχει το προσωπικό του εκτόπισμα στο είδος.
Ατμοσφαιρικό, με γρήγορη εξέλιξη. Χάρηκα ιδιαίτερα το δεύτερο κεφάλαιο που αρχικά το πέρασα για ξεχωριστό διήγημα ενώ έχει σχέση με το κυρίως έργο. Το διάβασα μέσα σε μια μέρα. Καθαρόαιμο νουάρ παλιάς κοπής αλλά και σύγχρονο, αυτή την αίσθηση μου έβγαλε. Ο αστυνόμος Λάμπρου είναι ένας ωραίος χαρακτήρας έχει ενδιαφέρον και σε αυτό το βιβλίο, αν και ξεχωρίζω την εμφάνιση του στο «Κύκλωμα». Δεν θα κάναμε παρέα έξω, διαφωνούμε σε τόσα θέματα, αλλά αυτό είναι και το μεγάλο κέρδος. Έρχεσαι σε σύγκρουση μαζί του και με τις ιδέες του αλλά στο τέλος, σε κερδίζει. Αναμφίβολα, αυτό αποτελεί ένα κατόρθωμα που έχει την υπογραφή του Γιώργου Σταφυλά.